Η ιστορική διαδρομή της έννοιας της ανοικείωσης έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της φιλοσοφίας και της τέχνης. Ξεκινά από την Ποιητική του Αριστοτέλη [Aristotle], όπου επισημαίνεται ο ρόλος του ποιητή να μετασχηματίζει την οικεία γλώσσα σε κάτι καινοφανές μέσω της τέχνης του. Η ιδέα αυτή αντηχεί αργότερα, τον 17ο αιώνα, στο έργο Novum organum [Νέο Όργανο, 1620] του Άγγλου εμπειριστή φιλόσοφου Sir Francis Bacon [Σερ Φράνσις Μπέικον], ο οποίος προέτρεπε σε μια «αποστασιοποίηση» [ανοικείωση] από τις καθιερωμένες αντιλήψεις, προωθώντας την κριτική σκέψη. Αντίστοιχα, στον 18ο αιώνα, οι Γερμανοί ρομαντικοί, όπως ο Novalis [Νοβάλις], αντιλαμβάνονταν την ποίηση ως τέχνη της ευχάριστης έκπληξης, με τον ποιητικό λόγο να μεταμορφώνει το οικείο σε παράξενο αλλά κατανοητό, προκαλώντας ενδιαφέρον και αναδεικνύοντας τη δημιουργική δύναμη της φαντασίας, ενώ τον 19ο αιώνα, ο Γερμανός ιδεαλιστής φιλόσοφος Georg Wilhelm Friedrich Hegel [Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ/Έγελος], υποστηρίζει πως το οικείο δεν είναι πάντα πραγματικά γνωστό, ακριβώς επειδή θεωρείται δεδομένο, με αποτέλεσμα η εξοικείωση να οδηγεί στην άκριτη αποδοχή, στην αυταπάτη και όχι στην αληθινή γνώση. Στις αρχές του 20ού αιώνα, στο θεωρητικό έργο των Ρώσων φορμαλιστών και ιδιαίτερα του Βίκτορ Σκλόφσκι [Viktor Shklovsky], εντοπίζονται οι καταβολές του όρου ανοικείωση ως αισθητικής αρχής της λογοτεχνίας που εστιάζει στη χειραφέτηση των λέξεων από την καθιερωμένη τους σημασία, μέσω νέων μεταξύ τους συνδυασμών.
Στην αρχαιολογία του όρου, θα πρέπει να σημειωθεί η ύπαρξη της ανοικείωσης στο Ασιατικό θέατρο (π.χ. στο Καμπούκι), όπου αποτρέπεται η συναισθηματική μέθεξη μέσω τεχνικών όπως: αλλαγές κοστουμιών, τυπικές ανακοινώσεις και συνειδητή παρουσία του ηθοποιού, αλλά και στην Παράβαση της αρχαίας ελληνικής (Παλαιάς) κωμωδίας, όταν ο Χορός ανοικειώνεται από τον δραματικό του ρόλο, και απευθύνεται απευθείας στο κοινό για θέματα πολιτικά ή κοινωνικά, προκειμένου να ασκήσει κριτική σε πρόσωπα και καταστάσεις.
Ως θεατρική μέθοδος όμως κωδικοποιήθηκε στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα από τον Γερμανό δραματουργό, σκηνοθέτη, θεωρητικό του θεάτρου και ποιητή Bertolt Brecht, στο πλαίσιο των ριζοσπαστικών θεωριών του για μία καινή λειτουργία του θεάτρου και του κοινού, θεμελιωμένη στην επιστημονική μέθοδο του διαλεκτικού υλισμού. Η μπρεχτική ανοικείωση επομένως κληρονομεί τη ρηγματική δυναμική του όρου, αλλά η πολιτική διάσταση της χρήσης του από τον Brecht τον διαφοροποιεί από οποιονδήποτε από τους πιθανούς προδρόμους του.
Καταλύοντας τη θεατρική ψευδαίσθηση σε επίπεδο μορφής και περιεχομένου, η τεχνική αυτή αποτρέπει τη συγκινησιακή εμπλοκή τόσο των ηθοποιών με τους ρόλους τους όσο και των θεατών με τα σκηνικά δρώμενα, αποσκοπώντας στη διατήρηση μιας αμφίδρομης κριτικής εγρήγορσης κατά τη διάρκεια της παράστασης. Τα μέσα με τα οποία ο Brecht επιτυγχάνει την ανοικείωση είναι: α) η νέα «αντι-αριστοτελική» δραματουργική δομή και γλώσσα (π.χ. χρήση παραβολής-αφήγησης που οδηγεί στη ρήξη με τη δραματική συνέχεια, μετατροπή των παροντικών χρόνων σε παρελθοντικούς με σκοπό την ιστορικοποίηση του συμβάντος, εκφορά του δραματικού κειμένου στο τρίτο πρόσωπο, χρήση προλόγου και επιλόγου και «ανοικτού» τέλους), β) η νέα σκηνοθετική αντίληψη και τα σκηνογραφικά μέσα (χρήση τίτλων και επιγραφών, ταυτόχρονη παρουσίαση σκηνικών οδηγιών και σχολίων, επί σκηνής αφηγητής, ρήξη του τετάρτου τοίχου και άμεση απόταση στο κοινό, τεχνική του θεάτρου εν θεάτρω, ορατή αλλαγή σκηνικών, χρήση μάσκας και ορατότητα φωτιστικών πηγών), γ) η νέα μουσική (τραγούδια –«σονγκς»– που σχολιαστικά διακόπτουν τη ροή του μύθου), και δ) η νέα υποκριτική μέθοδος (εισαγωγή της κοινωνικής χειρονομίας –«gestus» [γκέστους]–, μέσω της οποίας οι ηθοποιοί εκθέτουν, αντί να δραματοποιούν τα γεγονότα).
Η μέθοδος του Brecht άσκησε καταλυτική επίδραση στο έργο σύγχρονων διεθνών σκηνοθετών με ενδεικτικά παραδείγματα: Giorgio Strehler [Τζώρτζιο Στρέλερ], Antoine Vitez [Αντουάν Βιτέζ], Roger Planchon [Ροζέ Πλανσόν], Augusto Boal [Αουγκούστο Μποάλ], Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ], Peter Stein [Πέτερ Στάιν], Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον], Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν] και Θεόδωρο Τερζόπουλο [Theodoros Terzopoulos].
Η ανοικειωτική μέθοδος είχε αντανάκλαση και στη μουσική, μέσω της συνεργασίας του Brecht με τους συνθέτες Kurt Weill [Κουρτ Βάιλ], Hanns Eisler [Χανς Άισλερ] και Paul Dessau [Πάουλ Ντεσσάου] σε μνημειώδη έργα της ιστορίας της όπερας και του μουσικού θεάτρου, όπως: Η όπερα της πεντάρας [Die Dreigroschenoper, 1928] και Η άνοδος και η πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ [Aufstieg und Fall der Stadt Mahagonny, 1927], όπου τα τραγούδια των έργων άσκησαν τεράστια επίδραση στον μουσικό χώρο, καθώς διασκευάστηκαν και ερμηνεύτηκαν πολλάκις από κατοπινούς/κατοπινές σπουδαίους/σπουδαίες καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες. Ειδικότερα, στις μουσικές συνθέσεις του Eisler, όπως στη μουσική που έγραψε για τη Μάνα [Die Mutter, 1930], η εν λόγω τεχνική μετουσιώνεται σε μουσική πράξη, μέσω της επίτευξης μουσικής ασυνέχειας, της απότομης «κατάλυσης» της κυκλικής μελωδίας και του ρόλου των διάφωνων διαστημάτων και των εναλλαγών τους με αρμονικές συγχορδίες. Στην ελληνική μουσική η μέθοδος της ανοικείωσης αξιοποιήθηκε κυρίως από τον μουσικοσυνθέτη Θάνο Μικρούτσικο στα έργα του Καντάτα για τη Μακρόνησο (1976), Μουσική πράξη στον Μπρεχτ (1978) και Αντιθέσεις (1985).
Η θεατρική μέθοδος της ανοικείωσης, ως μέσο ερμηνείας ρόλου, συνδιαλέγεται τόσο με το εκπαιδευτικό δράμα, όσο και με τα ψηφιακά παιχνίδια ρόλων [Role-Playing Games ή R.P.G.], καθώς συνδυάζει την προσωπική βίωση και τη συναισθηματική εμπλοκή των εκπαιδευομένων ή παικτών/παικτριών, οι οποίοι/οποίες διατηρούν τη συνείδηση του εαυτού, με αποστασιοποιημένη συμμετοχή, είτε στο θεατρικό, είτε στο ψηφιακό παιχνίδι, με αποτέλεσμα να προάγεται η κριτική σκέψη, ο αναστοχασμός και η ουσιαστική γνώση μέσω της διανοητικής ενεργοποίησής τους.
Η μπρεχτική έννοια της ανοικείωσης συνομιλεί και με την ανθρωπολογική διάσταση της κατωφλικότητας, δηλαδή του ενδιάμεσου μεταβατικού χωροχρόνου, όπου το κοινό αποστασιοποιείται από το οικείο και μεταβαίνει σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και κριτικού αναστοχασμού. Ανθρωπολογικά, η κατωφλική κατάσταση [liminality] γίνεται τόπος συνάντησης με την ετερότητα και το ανοίκειο, όπου η απόσταση προϋποθέτει προσέγγιση, επιτρέποντας την (ανα)κατασκευή συλλογικών εμπειριών, νέων αφηγήσεων και κοινωνικών σχέσεων, πέρα από το αναμενόμενο. Αντίστοιχα, στο Επικό Θέατρο του Brecht, η ανοικείωση λειτουργεί ως μεθοριακός χώρος, όπου οι αφηγηματικές ρωγμές και η διάλυση των ψευδαισθήσεων δημιουργούν στο κοινό «διανοητικές ρωγμές», το απομακρύνουν από τη συνήθεια και το ωθούν σε επανερμηνεία και κριτική των κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων. Η ανοικείωση έτσι μετατρέπει τους θεατές/θεάτριες σε «αντικείμενα» έρευνας και αλλαγής, καθιστώντας το θέατρο κοινωνική πράξη που στοχεύει στην απελευθέρωση.