Η περιπατητική παράσταση είναι μορφή πολυτοπικού θεάματος κατά την οποία το κοινό μετακινείται ανάμεσα σε διαφορετικές τοποθεσίες —εντός ή εκτός συμβατικού σκηνικού χώρου— για να παρακολουθήσει διαδοχικά επεισόδια της δράσης. Η μετακίνηση μπορεί να περιορίζεται και σε έναν ενιαίο χώρο, με αλλαγές θέσης και οπτικής γωνίας, ενώ η συμμετοχή κυμαίνεται από απλή παρακολούθηση έως διαδραστική εμπλοκή. Η διαδρομή οργανώνεται συνήθως σε διακριτούς «σταθμούς», που προσεγγίζονται ομαδικά, σε μικρότερες ομάδες ή κατά ζεύγη, συχνά με καθοδήγηση συντελεστών/τριών της παραγωγής· σε άλλες εκδοχές ακολουθείται εξατομικευμένη πορεία με τη χρήση ακουστικών ή ψηφιακών μέσων. Συνολικά, η περιπατητική παράσταση συνιστά μορφή επιτέλεσης που μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη σταθερή σκηνή στη διαδρομή και από την παθητική θέαση σε μια χωρικά και σωματικά εμπλεκόμενη εμπειρία.
Πρόδρομες μορφές του είδους εντοπίζονται στα δημόσια τελετουργικά δρώμενα της αρχαίας Ελλάδας, όπως τα Μεγάλα Διονύσια και τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οργανωμένες πομπές και επιτελέσεις εκτυλίσσονταν κατά μήκος συγκεκριμένων διαδρομών. Αντίστοιχα, η πολυτοπική σκηνική διάρθρωση των μεσαιωνικών λαϊκών θεαμάτων συνιστά σημαντικό ιστορικό προηγούμενο.
Η σύγχρονη μορφή της περιπατητικής παράστασης διαμορφώνεται τον 20ό αιώνα. Καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Richard Schechner [Ρίτσαρντ Σέχνερ], ο οποίος ανέπτυξε τις αρχές του περιβαλλοντικού θεάτρου [environmental theatre], προτείνοντας ρευστά όρια μεταξύ σκηνής και κοινού και διάχυση της δράσης στον χώρο. Η περιπατητική επιτελεστικότητα συνδέεται συχνά με το τοποσυναφές [site-specific] θέατρο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με το θέατρο τεκμηρίωσης, ιδίως όταν η θεματική της εστιάζει σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα.
Κατά τις δεκαετίες 1960–1970, ομάδες όπως το Bread and Puppet Theater, το Odin Teatret και οι Welfare State International συνέβαλαν στην ανάπτυξη περιπατητικών παραστάσεων. Εμβληματικά παραδείγματα του είδους αποτελούν ο Orlando Furioso [Μαινόμενος Ορλάνδος] του Luca Ronconi [Λούκα Ρονκόνι] (1969), το 1789-Η επανάσταση πρέπει να σταματήσει στην τελειότητα της ευτυχίας (1970), σε σκηνοθεσία Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν], καθώς και η πολυήμερη παράσταση KA MOUNTAIN AND GUARDenia TERRACE: a story about a family and some people changing (1972) του Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον]. Πιο πρόσφατα, το περιπατητικό θέατρο έχει εξελιχθεί μέσα από παραγωγές ομάδων όπως οι Punchdrunk, Dreamthinkspeak, Les Enfants Terribles, Third Rail Projects, Broad Encounters και Rimini Protokoll, ενώ στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Ελευσίνα 2023 Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», ο Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι] παρουσίασε τη δημιουργία Ma, συνδυάζοντας τοποσυναφή και περιπατητικά στοιχεία.
Σήμερα, οι νέες τεχνολογίες διευρύνουν περαιτέρω τις δυνατότητες του είδους, καθιστώντας το συχνά πολυαισθητηριακό. Η χρήση επαυξημένης πραγματικότητας [augmented reality], τεχνολογιών εντοπισμού θέσης [locative media] και ηχητικών περιπάτων [audio walks] επιτρέπει την ενεργοποίηση ψηφιακού περιεχομένου —αφηγήσεων, οπτικοακουστικού υλικού ή οδηγιών πλοήγησης— σε συγκεκριμένα γεωγραφικά σημεία, ενισχύοντας τη βιωματική και εξατομικευμένη εμπειρία του κοινού.
Τα τελευταία χρόνια, σημαντική υπήρξε η συμβολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, το οποίο αναπτύσσει συστηματική ερευνητική δραστηριότητα γύρω από την περιπατητική τέχνη ως καλλιτεχνική πρακτική και ως μέσο κοινωνικής έρευνας, μέσω του προγράμματος WALC [Walking Arts and Local Communities] που υλοποιείται στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον των Πρεσπών. Στο ίδιο πλαίσιο διοργανώνονται οι Διεθνείς Συναντήσεις Περιπατητικών Τεχνών (WAC), κατά τις οποίες πραγματοποιούνται περιπατητικές δράσεις που ενσωματώνουν την εμπειρία του χώρου και της κίνησης στη σύγχρονη δημιουργική πρακτική.
Παράλληλα, ο όρος προσδιορίζει και το είδος των υπαίθριων παραστάσεων συμφωνικής μουσικής, των λεγόμενων περιπατητικών συναυλιών [promenade concerts - proms], οι οποίες διοργανώνονταν κυρίως στα πάρκα αναψυχής [pleasure gardens] του Λονδίνου κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα. Το κοινό παρακολουθούσε τις συναυλίες αυτές είτε όρθιο είτε κινούμενο ελεύθερα στον χώρο. Ο όρος διατηρήθηκε και χρησιμοποιείται σήμερα για τις θερινές συναυλίες που διοργανώνει το BBC στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, γνωστές ως The Proms, καθώς και ευρύτερα για μουσικά δρώμενα που εκτυλίσσονται σε πολλαπλούς χώρους.