Το φιλοσοφικό ρεύμα του υπαρξισμού αναπτύχθηκε κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα από στοχαστές/στοχάστριες όπως ο Martin Heidegger [Μάρτιν Χάιντεγγερ], ο Karl Jaspers [Καρλ Γιάσπερς], ο Jean-Paul Sartre, η Simone de Beauvoir [Σιμόν ντε Μπωβουάρ], ο Albert Camus και ο Gabriel Marcel, ενσωματώνοντας ιδέες και θεωρήσεις που είχαν προηγουμένως διατυπώσει οι Søren Kierkegaard [Σαίρεν Κίρκεγκωρ], Φιόντορ Ντοστογιέφσκι [Fyodor Dostoyevsky] και Friedrich Nietzsche [Φρήντριχ Νίτσε]. Ο υπαρξισμός πραγματεύεται την «ανθρώπινη κατάσταση» ("condition humaine") μέσω της βασικής του θεώρησης ότι «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας», αντίληψη η οποία θέτει σε προτεραιότητα και προσδίδει αξία αποκλειστικά στο ενσυνείδητο ανθρώπινο ον. Οι Sartre, Camus και Beauvoir πρεσβεύουν τον άθεο υπαρξισμό, που απορρίπτει κάθε μορφή μεταφυσικής, ενώ ο Marcel είναι ένθεος υπαρξιστής. Οι ιδέες του υπαρξισμού διαδόθηκαν, κατά κύριο λόγο, μέσα από το λογοτεχνικό έργο και ακολούθως από τη δραματουργία των εκπροσώπων του, και λιγότερο από τα θεωρητικά τους δοκίμια.
Στη δραματουργία του Sartre ο άνθρωπος ρίχνεται σε έναν χωρίς θεό κόσμο, όπου είναι απολύτως ελεύθερος να αυτοπροσδιοριστεί και να αυτοπραγματωθεί μέσα από τις επιλογές και τις πράξεις του, ενώ στη συνέχεια οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του. Όμως, το υποκείμενο δεν είναι μόνο του στον κόσμο, εξ ου και η περίφημη φράση από το θεατρικό έργο Κεκλεισμένων των θυρών του Sartre: «η κόλαση είναι οι άλλοι». Η δραματουργία του Camus πραγματεύεται το συναίσθημα του παραλόγου, το οποίο εντοπίζεται στο «χάσμα ανάμεσα σε ό,τι δεν δικαιολογείται και στο μάταιο, μα δυνατό πόθο του ανθρώπου για σαφήνεια», ενώ η ρήση του «επαναστατώ, άρα υπάρχω» ορίζει τη δράση ως οντολογική συνιστώσα του ανθρώπου. Η φράση από τον Καλιγούλα του Camus: «αυτό που με κάνει δυστυχισμένο είναι ότι τα καταλαβαίνω όλα» αναδεικνύει το ανέφικτο της ευτυχίας για τον άνθρωπο και την αγωνιώδη προσπάθειά του να την κατακτήσει. Η Beauvoir αφιερώνεται στη γυναικεία χειραφέτηση και στο γίγνεσθαι της θηλυκότητας που εκφράζει μέσα από τη ρήση της «δεν γεννιέσαι γυναίκα. Γίνεσαι γυναίκα». Ο Marcel, ως χριστιανός υπαρξιστής, επικεντρώνεται στη διερεύνηση της συνείδησης, ενώ στη δραματουργία του η πίστη λειτουργεί ως το μέσο κατανόησης του μυστηρίου της ύπαρξης.
Το υπαρξιστικό θέατρο πραγματεύεται παρόμοιες θεματικές με το θέατρο του παραλόγου και ιδιαιτέρως με τα θεατρικά έργα του Samuel Beckett [Σάμιουελ Μπέκετ], καθώς τα δραματικά πρόσωπα είναι εγκλωβισμένα σε ανεξέλεγκτες και απρόσμενες καταστάσεις, ενίοτε αλληγορικές, όπου το τυχαίο και η σύμπτωση παίζουν καθοριστικό ρόλο. Ωστόσο, τα βασικά χαρακτηριστικά της δραματουργίας διαφέρουν σημαντικά. Στο υπαρξιστικό θέατρο η γλώσσα είναι απολύτως λειτουργική ως σύστημα επικοινωνίας και κατανόησης, τα δραματικά πρόσωπα είναι σαφώς διαγεγραμμένα και διακριτά, ενώ υπάρχει πλοκή και εξέλιξη του μύθου. Το πολιτικό στοιχείο και η ανάληψη κοινωνικής δράσης είναι βασικά χαρακτηριστικά των έργων του Sartre και του Camus, καθώς αμφότεροι ήταν ενταγμένοι στο γαλλικό κομμουνιστικό κόμμα, ενώ συμμετείχαν σε κοινωνικούς αγώνες που αφορούσαν την αποαποικιοποίηση, αλλά και τις διαδηλώσεις του Μάη του '68.
Τα πιο γνωστά θεατρικά έργα του υπαρξιστικού θεάτρου είναι: του Sartre: Οι μύγες [Les mouches, 1943], Κεκλεισμένων των θυρών [Huis clos, 1944] και Τα βρώμικα χέρια [Les mains sales, 1948]· του Camus: Καλιγούλας [Caligula, 1938], Η παρεξήγηση [Le malentendu, 1944], Οι δίκαιοι [Les justes, 1949], Κατάσταση πολιορκίας [Etat de siege, 1948]· της Beauvoir: Τα άχρηστα στόματα [Les bouches inutiles, 1945] κ.ά.