«Αν ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος αναζητηθούν στο σώμα, τότε τα χαρακτηριστικά της καθετότητας, ανύψωσης και έκτασης εστιάζονται στη σπονδυλική στήλη. Έτσι η περιοχή αυτή του σώματος θα μπορούσε να ονομαστεί απολλώνια. Αντίθετα, στη διονυσιακή κίνηση, η σύσπαση που προκαλεί την καμπύλη του σώματος επιτυγχάνεται από τη συστολή-σύσπαση της κοιλιακής χώρας, επεκτείνοντάς την σε όλο το σώμα. Το φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την κοιλιακή χώρα ως διονυσιακή περιοχή [...]. Ο χορευτής καλείται να λειτουργήσει ως αλχημιστής [...], πρέπει να επέμβει στην ίδια του την ύλη, να την εξαγνίσει, να την απελευθερώσει από τις μνήμες του παρελθόντος, ώστε η ύλη του μετουσιωμένη, διάφανη, να δεχτεί την επίδραση της απολλώνιας και της διονυσιακής αρχής. Τότε μπορεί να φθάσει σαν την Ισιδώρα Ντάνκαν να πει: «Είναι δυνατόν να χορέψεις με δύο τρόπους. Κάποιος μπορεί να ρίξει τον εαυτό του στο πνεύμα του χορού, και να το χορέψει αυτό καθεαυτό: Διόνυσος. Ή κάποιος να θαυμάσει το πνεύμα του χορού και να χορέψει όπως αυτός που συνθέτει μία ιστορία: Απόλλωνας.»
Αναφορά στον δυϊσμό απολλώνιου-διονυσιακού στο πνεύμα και την πρακτική του σύγχρονου χορού.
Μπουρίτη, Α. (2004). Απόλλωνας και Διόνυσος: Το χορεύον πνεύμα. Αρχαιολογία & Τέχνες, 93, σσ. 31–38. Βλ. σ. 32.