Τα στάσιμα (εκ του ρήματος ἵστημι) αποτελούσαν λυρικά άσματα, τα οποία, μαζί με την πάροδο (το αρχικό εκτενές άσμα της εισόδου του Χορού στην ορχήστρα), συγκροτούσαν τα χορικά μέρη της τραγωδίας. Εκφέρονταν ομαδικά από τον Χορό, εναλλασσόμενα με τα επεισόδια, τα διαλογικά δηλαδή μέρη των έργων. Μέσω αυτών ο Χορός, με ποιητικά πυκνό και πολύσημο λόγο, σχολίαζε τα γεγονότα, διαφώτιζε στοιχεία της πλοκής, αναφερόταν σε παρελθοντικά συμβάντα ή σε άλλα –περισσότερο ή λιγότερο– αντίστοιχα, μυθικά γεγονότα και πρόσωπα ή/και προσέδιδε στο έργο νέες ηθικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Τα στάσιμα συνδέονταν συνήθως θεματικά (όχι πάντα με την ίδια δηλωτικότητα, ειδικά στην περίπτωση του Ευριπίδη [Euripides] με το εκάστοτε έργο και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της δομής τόσο της τραγωδίας όσο και του σατυρικού δράματος. Ανάμεσα στις διαλογικές σκηνές της αρχαίας αττικής κωμωδίας παρεμβάλλονταν επίσης λυρικά άσματα του Χορού, που ομοιάζουν ως προς τη λειτουργία τους με τα στάσιμα της τραγωδίας, αλλά είχαν διαφορετική μορφολογική, γλωσσική, δραματουργική και ιδεολογική σύσταση, αρχής γενομένης από την παράβαση, ένα εκτενές χορικό άσμα με τυπικό σχήμα στο μέσον περίπου της κάθε κωμωδίας, αντίστοιχο του οποίου δεν συναντάται στην περίπτωση των τραγωδιών.
Η αρχαιότερη μνεία για το στάσιμο απαντάται στον Αριστοτέλη [Aristotle] (Ποιητ. 1452b, 15-23), ο οποίος το κατατάσσει στα κατά ποσόν μέρη του δράματος, επισημαίνοντας την απουσία αναπαιστικών και τροχαϊκών μέτρων, σε αντιδιαστολή με το χορικό άσμα της παρόδου. Το στάσιμο διέθετε διαφορετική μετρική, η οποία υποστήριζε μια πιο περιορισμένη κίνηση και αναδείκνυε πρωτίστως τη λυρική-ποιητική διάσταση του συστατικού αυτού μέρους, χωρίς, ωστόσο, να λείπουν περιπτώσεις όπου ο Xορός μπορεί να ανέπτυσσε μια πιο εντατική ρυθμική έως χορευτική κίνηση. Ένα στάσιμο συνήθως απαρτιζόταν από ένα ή περισσότερα στροφικά ζεύγη, που με τη σειρά τους αποτελούνταν από στροφές και αντιστροφές (όροι δηλωτικοί χορευτικής κίνησης), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το στάσιμο πλαισιωνόταν από εισαγωγή και επωδό. Τα στάσιμα αποδίδονταν από τον τραγικό Χορό στη δωρική διάλεκτο, που διέφερε από την αττική-ιωνική γλώσσα των επεισοδιακών-διαλογικών μερών. Ως προς την κειμενική έκταση και ως προς τον αριθμό τους, τα στάσιμα παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στις σωζόμενες τραγωδίες του Αισχύλου [Aeschylus], του Σοφοκλή [Sophocles] και του Ευριπίδη, όπως αντίστοιχα τα λυρικά μέρη παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές στις σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη [Aristophanes].
Ήδη κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα ορισμένοι τραγικοί ποιητές, όπως «καταλογίζει» ο Αριστοτέλης στον Αγάθωνα [Agathon] (Αριστ. Ποιητ. 1456a), σταμάτησαν να συνθέτουν ειδικά χορικά άσματα για κάθε έργο και άρχισαν να παρεμβάλουν «εμβόλιμα» ανάμεσα στα επεισόδια, τα οποία μπορούσαν να επαναλαμβάνονται από παράσταση σε παράσταση χωρίς να σχετίζονται με το θέμα του εκάστοτε έργου. Η τάση αυτή φαίνεται πως επηρέασε άμεσα και ειδικά την αρχαία κωμωδία, με αποτέλεσμα στη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ., αν και ο τραγικός Χορός παραμένει στον σκηνικό χώρο στη διάρκεια των επεισοδίων και εκτελεί στάσιμα που σχετίζονταν με τη δράση, ο κωμικός Χορός να αποσυνδέεται εντελώς από τη δράση και να παρεμβάλλεται μόνο ανάμεσα στα επεισόδια, προκειμένου να εκτελέσει τα αδιευκρίνιστου θεματικού περιεχομένου και οπτικοακουστικής εκτέλεσης μέρη του «ΧΟΡΟΥ». Στη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου η ίδια τάση θα συνοδεύσει και τις παραστάσεις τραγωδιών, χωρίς να λείπουν μαρτυρίες για τραγικούς, κωμικούς, σατυρικούς Χορούς και χοροδιδασκάλους στη διάρκεια και αυτής της περιόδου. Τα χορικά άσματα εξαλείφονται εντελώς στη Ρωμαϊκή Κωμωδία, όπου η μουσική και η κίνηση συνοδεύουν πλέον σε μεγάλη έκταση και ένταση τα διαλογικά μέρη, αλλά συνεχίζουν να υφίστανται στην περίπτωση των σωζόμενων αρχαιόθεμων τραγωδιών του Lucius Annaeus Seneca [Λεύκιος Ανναίος Σενέκας], έχοντας χαλαρή σύνδεση με την κύρια δράση.
Στην πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος στη νεότερη εποχή (Εdipo tiranno, 1585, στο Τeatro Olympico στη Βιντσέντζα) τα χορικά διατηρούνται στην πλειονότητά τους και υπάρχει σαφής διαχωρισμός των χορικών μερών από τα διαλογικά μέρη ως προς το μέτρο και το γλωσσικό ύφος, με την πρόταξη της επιγραφής «Choro» (Χορῷ). Με την όπερα να υποσκελίζει και να υποκαθιστά στο εξής τις παραστάσεις αρχαίου ελληνικού δράματος, τα χορικά απουσιάζουν εντελώς από τα αρχαιόθεμα έργα της νεότερης ευρωπαϊκής δραματουργίας και θα υφίστανται μόνο στις παραστάσεις τραγωδιών που παρουσιάζονταν στο αρχαιοελληνικό πρωτότυπο σε σχολικά και πανεπιστημιακά πλαίσια. Τα στάσιμα θα επανέλθουν στις επαγγελματικές παραστάσεις αρχαίου ελληνικού δράματος, που θα αρχίσουν σταδιακά να επιχειρούνται στη Γερμανία του 19ου αιώνα. Στην πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος σε ελληνική γλώσσα, στον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, που παρουσιάστηκε τον Φεβρουάριο του 1818, από ελληνικό θίασο ερασιτεχνών στην Οδησσό, τα χορικά μέρη είχαν επίσης απαλειφθεί εντελώς, σύμφωνα με το γαλλικό κλασικιστικό πρότυπο. Στο απελεύθερο ελληνικό κράτος, τα στάσιμα επανέρχονται στην πρώτη νεότερη παράσταση αρχαίου δράματος, την Αντιγόνη του Σοφοκλή, που παίχτηκε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού το 1867. Αρχίζοντας από την παράσταση της Ορέστειας από το Βασιλικό Θέατρο το 1903, όπου έγιναν τολμηρές περικοπές (και) των χορικών μερών στη μετάφραση του Γεωργίου Σωτηριάδη, τα στάσιμα και γενικότερα τα χορικά μέρη στις νεότερες και σύγχρονες παραστάσεις των παραστάσεων αρχαίου δράματος μπορεί να καταργούνται, να περικόπτονται, να συμπτύσσονται, να μετατοπίζονται ή/και να αντικαθίστανται από άλλου είδους κείμενο, να συνδυάζονται με άλλου είδους κείμενο/α, όπως επίσης μπορεί να εκτελούνται από διαφορετικής (αριθμητικής και ταυτοτικής) σύστασης «Χορούς» και με πολύ διαφορετικούς καλλιτεχνικά τρόπους.