Ο όρος ορχηστρικός, -ή, -ό προσδιορίζει τη μουσική που προορίζεται για οργανικό σύνολο και όχι για φωνή, καθώς και κάθε παράμετρο της σύνθεσης, της γραφής και της εκτέλεσης που συνδέεται με την ορχήστρα. Η ορχηστρική μουσική αναγνωρίζεται ως αυτόνομο πεδίο και περιλαμβάνει τη συμφωνία, το κοντσέρτο, τη σουίτα, την εισαγωγή, το συμφωνικό ποίημα, τη μουσική για μπαλέτο, τα οργανικά μέρη των οπερών και του μουσικού θεάτρου, καθώς και την κινηματογραφική μουσική.
Η ορχηστρική γραφή διαμορφώθηκε ιστορικά μαζί με τη συγκρότηση της ίδιας της ορχήστρας. Κατά τον 17ο αιώνα, στην αυλή του Louis XIV [Λουδοβίκος ΙΔ΄], το σύνολο των Vingt-quatre Violons du Roi [Είκοσι τέσσερα Βιολιά του Βασιλιά] καθιέρωσε την τυποποιημένη σύνθεση εγχόρδων, ενώ ο Jean-Baptiste Lully [Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ] εδραίωσε τη γαλλική εισαγωγή. Κατά την εποχή του Μπαρόκ το οργανικό σύνολο παρέμεινε συνδεδεμένο με το συνεχές βάσιμο, με χαρακτηριστικά δείγματα τα Brandenburgische Konzerte [Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα] του Johann Sebastian Bach [Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ]. Κατά τα χρόνια του κλασσικισμού, με τη Σχολή του Mannheim [Μάνχαϊμ] και με το έργο των Joseph Haydn [Γιόζεφ Χάυντν] και Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ], παγιώθηκε η τετραμερής συμφωνία και η ισορροπία εγχόρδων και πνευστών.
Ο 19ος αιώνας διεύρυνε ριζικά το ορχηστρικό μέγεθος και το ηχητικό φάσμα. Ο Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ] συνέγραψε το πρώτο συστηματικό εγχειρίδιο ενορχήστρωσης και αντιμετώπισε το ηχόχρωμα ως αυτοτελές συνθετικό υλικό. Ο Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] πρόσθεσε νέα όργανα και επέβαλε τη συνεχή ορχηστρική ύφανση, ενώ ο Gustav Mahler [Γκούσταβ Μάλερ] και ο Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους] οδήγησαν τη μεταρομαντική ορχήστρα στο μέγιστο εύρος της. Παράλληλα, ο Franz Liszt [Φραντς Λιστ] καθιέρωσε το συμφωνικό ποίημα ως μονομερή, προγραμματική ορχηστρική φόρμα. Στον 20ό αιώνα η ορχηστρική γραφή δοκιμάστηκε από τον Ιγκόρ Στραβίνσκι [Igor Stravinsky] και τον Béla Bartók [Μπέλα Μπάρτοκ], ενώ οι μεταπολεμικές πρωτοπορίες αξιοποίησαν εκτεταμένες τεχνικές, ηχητικές μάζες και ηλεκτρονικά μέσα.
Στις παραστατικές τέχνες ο όρος καλύπτει τα μέρη όπου η ορχήστρα δρα αυτόνομα ή υποστηρικτικά. Στην όπερα και στην οπερέττα, η εισαγωγή, τα ιντερμέδια και τα χορευτικά μέρη οργανώνουν τον δραματικό χρόνο χωρίς λόγο, ενώ η ορχήστρα, τοποθετημένη στην τάφρο, στηρίζει τη σκηνική δράση. Στο μπαλέτο η ορχηστρική παρτιτούρα καθορίζει τη χορογραφική δομή. Στο θέατρο πρόζας η σκηνική μουσική λειτουργεί ως δραματουργικός παράγοντας. Η κινηματογραφική μουσική κληρονόμησε τη μεταρομαντική ορχηστρική γλώσσα και τη μετέτρεψε σε αφηγηματικό εργαλείο.
Σήμερα ο όρος δηλώνει επίσης τις διασκευές κατά τις οποίες έργα γραμμένα για φωνή, για σόλο όργανο ή για σύνολο δωματίου μεταγράφονται για μεγαλύτερα σύνολα. Η πρακτική αυτή διατρέχει την έντεχνη και τη λαϊκή μουσική, την τζαζ, το ροκ και το χέβυ μέταλ, με χαρακτηριστική περίπτωση το συμφωνικό μέταλ. Τέλος, ο όρος αποδίδεται και σε μη ευρωπαϊκά οργανικά σύνολα, όπως η κινεζική παραδοσιακή ορχήστρα ή το ινδονησιακό γκάμελαν, όπου η λογική της συλλογικής οργανικής εκτέλεσης λειτουργεί με διαφορετικές αρχές ήχου και οργανολογίας.