Ο κονστρουκτιβισμός υπήρξε ένα από τα βασικά κινήματα της ρωσικής πρωτοπορίας, μαζί με τον σουπρεματισμό και τον κυβοφουτουρισμό. Αναδύθηκε στη Σοβιετική Ένωση κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1910 και επέφερε ριζική τομή στις τέχνες, προτάσσοντας τη γεωμετρική αφαίρεση, τη λειτουργικότητα και τη συλλογική συμμετοχή έναντι των παραδοσιακών αισθητικών αξιών. Τα μορφολογικά γνωρίσματα του κονστρουκτιβισμού ήταν ευδιάκριτα: κυριαρχία γεωμετρικών σχημάτων (κύκλοι, τρίγωνα, ορθογώνια), δυναμικές διαγώνιοι και ασύμμετρες συνθέσεις, αυστηρή χρωματική γκάμα περιορισμένη κατά κανόνα στο κόκκινο, το μαύρο και το λευκό, καθώς και χρήση βιομηχανικών υλικών (μέταλλο, γυαλί, ξύλο, σύρμα) αντί των παραδοσιακών καλλιτεχνικών υλικών. Οι συνθέσεις προέβαλλαν την εσωτερική δομή του έργου (αρμοί, συνδέσεις, φέρουσα κατασκευή) αντί να την αποκρύπτουν, ενώ η αίσθηση κίνησης, ισορροπίας και τάσης μεταξύ των στοιχείων αντικατέστησε τη στατική μνημειακότητα. Οι κονστρουκτιβιστές/στριες, αυτοπροσδιοριζόμενοι/ες ως «καλλιτέχνες-μηχανικοί», επεδίωξαν να ευθυγραμμίσουν την τέχνη με τις βιομηχανικές και κοινωνικές ανάγκες της εποχής, απορρίπτοντας τη διακοσμητικότητα υπέρ της χρηστικότητας και της ενσωμάτωσης της τέχνης στην καθημερινή ζωή. Το κίνημα υπήρξε βαθιά στρατευμένο, λειτουργώντας ως φορέας των ιδεών της Ρωσικής Επανάστασης.
Ο κονστρουκτιβισμός εκφράστηκε σε ευρύ φάσμα τεχνών: αρχιτεκτονική, ζωγραφική, γλυπτική, λογοτεχνία και εφαρμοσμένες τέχνες, όπως η γραφιστική. Ισχυρή ήταν και η επίδρασή του στις παραστατικές τέχνες, όπου επαναπροσδιόρισε τον ρόλο του/της καλλιτέχνη/ιδος και του κοινού μέσα από κοινωνικά ενεργούς τρόπους έκφρασης. Επηρεάστηκε από τον φουτουρισμό, τον κυβισμό και τον ντανταϊσμό, ενώ με τη σειρά του άσκησε καθοριστική επίδραση σε μεταγενέστερα κινήματα, όπως το Μπάουχαους, την κινητική τέχνη και τον νεοπλαστικισμό [De Stijl].
Βασική αρχή του κινήματος ήταν το «Baugeist», το πνεύμα της κατασκευής, που συνέδεε φως, χρώμα, κίνηση, οργανικά σώματα και μηχανικά αντικείμενα στο πλαίσιο μιας ωφελιμιστικής ηθικής. Εμβληματική μορφή υπήρξε ο Βλαντιμίρ Τάτλιν [Vladimir Tatlin] με το Μνημείο της Τρίτης Διεθνούς (1919–1920): ένα σπειροειδές μεταλλικό πλαίσιο ύψους 400 μ., σχεδιασμένο ώστε να περικλείει γυάλινα γεωμετρικά σώματα (κύβο, πυραμίδα, κύλινδρο) που θα περιστρέφονταν με διαφορετική ταχύτητα, ενσαρκώνοντας τόσο τη δυναμική της επανάστασης όσο και τη θεμελιακή κονστρουκτιβιστική αρχή ότι η τέχνη νοείται ως εργαλείο κοινωνικής προόδου. Αντίστοιχα, τα «χωρικά ανάγλυφα» (πρώιμη δεκαετία 1910) του ίδιου καλλιτέχνη, κατασκευασμένα από λαμαρίνα, σύρμα και ξύλο, εγκατέλειψαν τον πίνακα και εισέβαλαν στον τρισδιάστατο χώρο, θεμελιώνοντας τη μετάβαση από την αναπαράσταση στην κατασκευή. Αντίστοιχα, στη γραφιστική και τη φωτογραφία, ο Αλεξάντρ Μιχαήλοβιτς Ροντσένκο [Aleksander Mikhailovich Rodchenko] αξιοποίησε την τυπογραφία (με χαρακτηριστική χρήση παχέων σανσερίφ γραμματοσειρών, κόκκινων και μαύρων τυπογραφικών μπλοκ και διαγώνιας διάταξης κειμένου) και το φωτομοντάζ (αποκοπή και ανασύνθεση φωτογραφικών εικόνων σε δυναμικές, πολυεπίπεδες συνθέσεις) για τη δημιουργία αφισών, εξωφύλλων περιοδικών και εικονογραφημένων βιβλίων μαζικής κυκλοφορίας..
Στο θέατρο, ο κονστρουκτιβισμός αναδιαμόρφωσε τη σκηνική γλώσσα και τη σχέση ηθοποιού–χώρου–κοινού. Κεντρική μορφή υπήρξε ο Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ [Vsevolod Emilyevich Meyerhold], ο οποίος ανέπτυξε τη βιο-μηχανική υποκριτική: ένα σύστημα στυλιζαρισμένης, μηχανιστικής κινησιολογίας με έμφαση στον ρυθμό, την ακρίβεια και τη σωματική πειθαρχία, αντανακλώντας τις συνθήκες της βιομηχανικής εποχής. Τα σκηνικά εγκατέλειψαν την ψευδαισθησιακή αναπαράσταση και αντικαταστάθηκαν από λειτουργικές, αρθρωτές κατασκευές (πλατφόρμες, σκάλες, ικριώματα), σχεδιασμένες από καλλιτέχνες όπως η Λιουμπόφ Ποπόβα [Liubov Popova] και ο Ροντσένκο. Η σκηνή αντιμετωπιζόταν ως «εργοτάξιο», όπου ο/η ηθοποιός λειτουργούσε ως εργαζόμενο σώμα.
Αντίστοιχες αναζητήσεις εμφανίστηκαν στον χορό, με τους «χορούς των μηχανών» και κινήσεις εμπνευσμένες από την εργοστασιακή εργασία. Η φουτουριστική όπερα Νίκη επί του Ήλιου [Победа над Солнцем] (1913), με σκηνικά και κοστούμια του Καζιμίρ Μάλεβιτς [Kasimir Malevich], προανήγγειλε αυτή την αισθητική, δίνοντας έμφαση στις γεωμετρικές φόρμες και τη συλλογικότητα. Ο δημιουργός του νεοκλασσικού μπαλέτου George Balanchine] [Ζωρζ Μπαλανσίν] εμπνεύστηκε από τα κονστρουκτιβιστικά στοιχεία της καθαρότητας της κίνησης, της μουσικότητας και της αφαίρεσης, όπως αυτά εκφράστηκαν στο μπαλέτο Apollo (1928). Παράλληλα, οι επιτελέσεις και οι δράσεις αγκίτ-προπ, οργανωμένες από καλλιτέχνες όπως ο Ροντσένκο και η Βαρβάρα Στεπάνοβα [Varvara Stepanova], έφεραν την τέχνη στον δημόσιο χώρο, σχετικοποιώντας τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή.
Η κληρονομιά του κονστρουκτιβισμού στις παραστατικές τέχνες έγκειται στην απόρριψη της τέχνης ως προνομίου της ελίτ και στην ανάδειξή της ως κοινωνικά χρήσιμης πρακτικής. Παρότι το κίνημα καταστάλθηκε τη δεκαετία του 1930, η επιρροή του παραμένει ζωντανή στο σύγχρονο πειραματικό θέατρο, την τέχνη της επιτέλεσης και τις τοποσυναφείς καλλιτεχνικές πρακτικές.