Στις παραγωγές των κουκλοπαικτών / κουκλοπαικτριών, είτε πρόκειται για (οργανωμένες) αυτόνομες παραστάσεις κουκλοθεάτρου, είτε για μικτά ή υβριδικά είδη, οι εικαστικές τέχνες του χώρου -ζωγραφική, γλυπτική και αρχιτεκτονική- συγχωνεύονται με τις παραστατικές τέχνες του χρόνου, τη μουσική, τον χορό και το θέατρο, ενώ το σώμα του ίδιου του καλλιτέχνη / της ίδιας της καλλιτέχνιδος αποτελεί το βασικό μέσο πυροδότησης της εκφραστικότητας της κούκλας. Η ιδιότητα και το επάγγελμα του κουκλοπαίκτη / της κουκλοπαίκτριας συνδυάζει τη χειροτεχνία (κατασκευή κούκλας), την καλλιτεχνική έκφραση και την υποκριτική, τον αυτοσχεδιασμό, τη φωνητική ερμηνεία, την εμψυχοποίηση και τη σκηνοθεσία, ενώ προϋποθέτει δεξιότητες δημιουργικότητας, φαντασίας και αφηγηματικής ικανότητας στη δημιουργία χαρακτήρων. Οι κουκλοπαίκτες / κουκλοπαίκτριες κατασκευάζουν κούκλες ή συνεργάζονται με ειδικούς τεχνίτες, χειρίζονται κούκλες διαφόρων ειδών, μέσω ποικίλων τεχνικών (χειρισμός με τα χέρια, με νήματα ή με ράβδους, μέσω εσωτερικών μηχανισμών ή μέσω υπολογιστή), αξιοποιούν φωνητικά και κινητικά εκφραστικά μέσα για την εμψυχοποίηση της κούκλας, δημιουργούν ή συμμετέχουν στη συγγραφή των σεναρίων και παρουσιάζουν τις παραστάσεις κουκλοθέατρου ενώπιον του κοινού.
Μεταξύ των διεθνώς διακεκριμένων κουκλοπαικτών / κουκλοπαικτριών συγκαταλέγονται οι Peter Schumann [Πήτερ Σούμαν], ιδρυτής και διευθυντής του θιάσου Bread and Puppet Theater, Jim Henson [Τζιμ Χένσον], δημιουργός των διάσημων Muppets, και Σεργκέι Βλαντίμιροβιτς Ομπραζτσόφ [Sergey Vladimirovich Obraztsov], πρωτοπόρος του σύγχρονου κουκλοθεάτρου στη Σοβιετική Ένωση. Στον ελληνικό χώρο, ο Χρήστος Κονιτσιώτης, ο δημιουργός της κούκλας Πασχάλης, του εξευγενισμένου τύπου του Φασουλή που είχε επινοήσει ο δάσκαλός του Δημήτριος Μαριδάκης, είναι ο πρώτος αναγνωρισμένος και με πλούσιο δραματολόγιο Έλληνας κουκλοπαίκτης που έδρασε στο μεταίχμιο μεταξύ του 19ου και 20ού αιώνα. Την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, ο Νίκος Ακίλογλου με το ψευδώνυμο «συναγωνιστής Κουκλοθέατρος» οργάνωσε παραστάσεις και δίδαξε την κουκλοθεατρική τέχνη. Η κουκλοπαίκτρια Ελένη Θεοχάρη-Περάκη είχε ιδρύσει ήδη προπολεμικά το μακρόβιο «Κουκλοθέατρο Αθηνών» (1939-1985) με πρωταγωνιστές/στριες τις κούκλες Μπάρμπα-Μυτούση, Κλούβιο και Σουβλίτσα. Επίσης, σημαντική υπήρξε η συμβολή της δημιουργού της Ντενεκεδούπολης (1975), Ευγενίας Φακίνου, καθώς και του εμπνευστή του «Θεάτρου της Κούκλας» (1978), κουκλοπαίκτη Τάκη Σαρρή. Το 1990 δημιουργήθηκε το Ελληνικό Κέντρο της Διεθνούς Ένωσης Κουκλοθεάτρου, η UNIMA-ΕΛΛΑΣ, μέσω του οποίου η κοινότητα των κουκλοπαικτών διευρύνθηκε. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της νεότερης γενιάς κουκλοπαικτών / κουκλοπαικτριών είναι οι Μαιρηβή Βερυκόκκου-Γεωργιάδου, ιδρύτρια του εργαστηρίου κουκλοθεάτρου «Εργαστήρι Μαιρηβή», Στάθης Μαρκόπουλος [Stathis Markopoulos], ιδρυτής του «Κουκλοθεάτρου Αγιούσαγια!», και Εμμανουέλα Καποκάκη, ιδρύτρια του Εικαστικού Θεάτρου Κούκλας «Πράσσειν Άλογα».
Οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις έχουν επηρεάσει την τέχνη του κουκλοθεάτρου, διευρύνοντας τις δυνατότητες του κουκλοπαίκτη / της κουκλοπαίκτριας. Η εισαγωγή μηχανικής κούκλας και ψηφιακών εργαλείων έχουν αναβαθμίσει τον τρόπο εμψυχοποίησης, επιτρέποντας τη δημιουργία πιο σύνθετων παραστάσεων και δίνοντας τη δυνατότητα στους κουκλοπαίκτες / τις κουκλοπαίκτριες να δημιουργούν δυναμικές και διαδραστικές παραστατικές εμπειρίες.