Τα κόμικς (αγγλ. comics, από το αγγλ. comic < γαλλ. comique < λατ. comicus < αρχ. ελλ. κωμικός), γνωστά και ως «ένατη τέχνη» ή «διαδοχική τέχνη» [sequential art], αποτελούν μορφή οπτικής αφήγησης και έκφρασης που βασίζεται στη σκόπιμη παράθεση διαδοχικών εικόνων σε αλληλουχία, με ή χωρίς συνοδευτικό γραπτό λόγο. Οι εικόνες, συνήθως οργανωμένες σε πλαίσια (καρέ, βινιέτες), δημιουργούν μεταξύ τους χρονικές, χωρικές και αιτιακές σχέσεις, αποδίδοντας δράση, κίνηση, διάλογο και εξέλιξη γεγονότων. Ο γραπτός λόγος ενσωματώνεται στα καρέ με συννεφάκια [speech balloons], λεζάντες ή επιγραφές, ενώ ήχοι και θόρυβοι αποδίδονται συχνά με ηχομιμητικές λέξεις και επιφωνήματα. Τα κόμικς διακρίνονται από το καρτούν [cartoon], δηλαδή την αυτοτελή γελοιογραφική ή χιουμοριστική εικόνα, και κυκλοφορούν ως λωρίδες [comic strips], περιοδικές ή αυτοτελείς εκδόσεις και γραφικές νουβέλες [graphic novels], έντυπες ή ψηφιακές.
Η χρήση διαδοχικών εικόνων για την απόδοση γεγονότων και αφηγήσεων έχει μακρά ιστορία, από την αρχαία εικονογραφία και τη στήλη του Τραϊανού έως την ταπισερί της Μπαγιέ. Τα σύγχρονα κόμικς διαμορφώθηκαν κυρίως στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, με σημαντικό πρόδρομο τον Rodolphe Töpffer [Ροντόλφ Τέπφερ] και καθοριστική συμβολή δημιουργών όπως οι Richard F. Outcault [Ρίτσαρντ Φ. Άουτκωλτ], Winsor McCay [Γουίνσορ ΜακΚέι] και George Herriman [Τζωρτζ Χέρριμαν]. Το The Yellow Kid [Το κίτρινο παιδί] (1895) του Outcault (1895) αποτελεί χαρακτηριστικό σταθμό στην εξέλιξη του αμερικανικού comic strip. Η ανάπτυξη του μέσου συνδέθηκε με τον μαζικό Τύπο και επηρεάστηκε από δημοφιλείς παραστατικές μορφές, όπως το βωντβίλ και το μιούζικ χωλ, καθώς και από τον βωβό κινηματογράφο, υιοθετώντας την μπαλαφάρα [slapstick], τους στερεότυπους χαρακτήρες και την καταληκτική ατάκα [punchline]. Κατά τον 20ό αιώνα αναπτύχθηκαν διαφορετικές εθνικές και αισθητικές παραδόσεις, από τα αμερικανικά κόμικς υπερηρώων (Σούπερμαν, Μπάτμαν της DC· Κάπταιν Αμέρικα της Marvel), τα περιοδικά της Disney (Μίκυ Μάους, Ντόναλντ) και τα ευρωπαϊκά bandes dessinées (Τεντέν του Hergé [Ερζέ] (Georges Prosper Remi [Ζωρζ Προσπέρ Ρεμί]), Λούκυ Λουκ, Αστερίξ των René Goscinny [Ρενέ Γκοσινί] και Albert Uderzo [Αμπέρ Ουντερζό]) έως τα ιαπωνικά μάνγκα [manga]. Τη δεκαετία του 1960 τα υπόγεια κόμικς [underground comix] έφεραν αντισυμβατικό περιεχόμενο για ενήλικες, ενώ αργότερα ωρίμασε η μορφή της γραφικής νουβέλας, με έργα όπως ο Corto Maltese του Hugo Pratt [Ούγκο Πρατ] και τα ερωτικά κόμικς του Milo Manara [Μίλο Μανάρα].
Στην Ελλάδα τα κόμικς διαδόθηκαν μεταπολεμικά, ιδίως μέσω των «Κλασσικών Εικονογραφημένων» (1951), ενώ από τη δεκαετία του 1980 ενισχύθηκε σημαντικά η ελληνική δημιουργία, με χαρακτηριστικό σταθμό το περιοδικό Βαβέλ και τη Βαβούρα (1981). Σημαντικό παράδειγμα σύνδεσης των κόμικς με το θέατρο αποτελεί η σειρά «Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη» των Τάσου Αποστολίδη και Γιώργου Ακοκαλίδη, που ξεκίνησε με τη Λυσιστράτη (1983). Χαρακτηριστική είναι, επίσης, η περίπτωση του Δημήτρη Παπαϊωάννου, ο οποίος ξεκίνησε ως δημιουργός κόμικς πριν από τη δραστηριοποίησή του στο χοροθέατρο και την τέχνη της επιτέλεσης.
Η σχέση των κόμικς με τις παραστατικές τέχνες είναι αμφίδρομη. Η διαδοχή των καρέ παρουσιάζει αναλογίες με τη σκηνική αλληλουχία, ενώ η επιλογή πλάνων, η χωροθέτηση των σωμάτων, η χειρονομία και η αποτύπωση της κίνησης συνδέουν την οπτική αφήγηση με το θέατρο και τον χορό. Παράλληλα, ο ρυθμός, η επανάληψη, η παύση και η ένταση, καθώς και η γραφική απόδοση της φωνής, των θορύβων και της μουσικής, δημιουργούν συγγένειες με τη μουσική σύνθεση. Η λογική της διαδοχικής εικόνας αξιοποιείται και στο διάγραμμα σκηνικής δράσης [storyboard] για τον σχεδιασμό σκηνικών και κινηματογραφικών δράσεων. Αντίστροφα, κόμικς μεταφέρονται στη σκηνή, συνήθως ως μιούζικαλ (Annie του Μπρόντγουεϋ, 1977· η Φρουτοπία του Ευγένιου Τριβιζά σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, 2005), ενώ θεατρικά κείμενα και αρχαία δράματα διασκευάζονται σε κόμικς (π.χ. σειρά Manga Shakespeare). Η αισθητική τους έχει επηρεάσει τις εικαστικές και παραστατικές τέχνες, από την ποπ αρτ έως τη σύγχρονη τέχνη της επιτέλεσης, αναδεικνύοντας τα κόμικς ως κατεξοχήν διαμεσικό πεδίο συνάντησης εικόνας, λόγου, ήχου, ρυθμού και κίνησης.