Ο αισθητισμός ανέκυψε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ως κίνημα που αποδέσμευσε την τέχνη από κάθε εξωαισθητική λειτουργία, αποδίδοντάς της αυτοτελή αξία, προσανατολισμένη αποκλειστικά στη μορφική τελειότητα και την αισθητική απόλαυση. Οι πνευματικές ρίζες του εντοπίζονται στη Γαλλία, όπου ο Théophile Gautier [Τεοφίλ / Θεόφιλος Γκωτιέ], στον πρόλογο του μυθιστορήματος Mademoiselle de Maupin (1835), διατύπωσε πρώτος ρητά τη θέση ότι η τέχνη δεν υπηρετεί κανέναν σκοπό πέρα από τον εαυτό της. Ο Charles Baudelaire [Σαρλ Μπωντλαίρ], μέσω της συλλογής Les Fleurs du mal [Τα άνθη του κακού] (1857) και των αισθητικών δοκιμίων Curiosités esthétiques [Αισθητικά παράδοξα] (1868) και L'Art romantique [Η ρομαντική τέχνη] (1868), θεμελίωσε φιλοσοφικά την αντίληψη της ομορφιάς ως αυτόνομης αξίας, ανεξάρτητης από ηθικά κριτήρια.
Στη Γαλλία, ο αισθητισμός συνδέθηκε στενά με τον παρνασσισμό [Parnasse], ποιητικό κίνημα που αντέταξε στο ρομαντικό πάθος και τον συναισθηματισμό τη λατρεία της τεχνικής αρτιότητας, της απρόσωπης ποίησης και της γλυπτικής ακρίβειας του στίχου. Ο Leconte de Lisle [Λεκόντ ντε Λιλ], κορυφαίος εκπρόσωπος των Παρνασιστών, ο Théodore de Banville [Τεοντόρ ντε Μπανβίλ] και ο José-Maria de Heredia [Χοσέ-Μαρία ντε Ερεδία] καλλιέργησαν ένα ποιητικό ιδεώδες καθαρής μορφής, το οποίο τροφοδότησε απευθείας τον αισθητισμό.
Ο αισθητισμός αναπτύχθηκε εν μέρει παράλληλα και εν μέρει σε διάλογο με τον συμβολισμό: τα δύο κινήματα μοιράστηκαν την απόρριψη του ρεαλισμού και τη στροφή στην υποκειμενικότητα, διέφεραν ωστόσο ως προς τον στόχο. Ο συμβολισμός αναζητούσε τη μεταφυσική αλήθεια μέσω υποβολής και υπαινιγμού, ενώ ο αισθητισμός λάτρευε την ομορφιά ως αυτοσκοπό, χωρίς πνευματικές ή μεταφυσικές φιλοδοξίες.
Στη Βρετανία, η συστηματική θεωρητική και καλλιτεχνική συγκρότηση του αισθητισμού συντελέστηκε από τη δεκαετία του 1860. Πρόδρομοι υπήρξαν οι Προραφαηλίτες [Pre-Raphaelite Brotherhood]: ο Dante Gabriel Rossetti [Ντάντε Γκέιμπριελ Ροσσέττι], ο William Morris [Ουίλλιαμ Μόρις] και ο Edward Burne-Jones [Έντουαρντ Μπερν-Τζόουνς] καλλιέργησαν μια εικαστική λατρεία του κάλλους, η οποία εκτεινόταν από τη ζωγραφική στην εφαρμοσμένη τέχνη [Arts and Crafts Movement]. Ο Walter Pater [Ουώλτερ Πέιτερ], στο Studies in the History of the Renaissance (1873), θεμελίωσε φιλοσοφικά την αντίληψη της αισθητικής εμπειρίας ως ύψιστης μορφής ζωής, ενώ ο James McNeill Whistler [Τζέιμς Μακνήλ Ουίσλερ], Αμερικανός ζωγράφος εδρεύων στο Λονδίνο, μετέφερε τις αισθητιστικές αρχές στη ζωγραφική, δίνοντας στα έργα του μουσικούς τίτλους (Nocturnes, Symphonies in White) που υπογράμμιζαν την αυτονομία της φόρμας.
Στις παραστατικές τέχνες, ο αισθητισμός σηματοδότησε την αποδέσμευση της σκηνικής τέχνης από τον ρεαλισμό και τη διδακτικότητα. Ο Oscar Wilde [Όσκαρ Ουάιλντ] αποτέλεσε τον σημαντικότερο αισθητιστή δραματουργό. Στο δοκίμιο The Critic as Artist [Ο κριτικός ως δημιουργός] (1891), διατύπωσε θεωρητικά τη θέση ότι η κριτική αποτελεί αυτοτελή δημιουργική πράξη. Η Salome [Σαλώμη] (1891), γραμμένη στα γαλλικά, απαγορευμένη στη Βρετανία από τον λογοκριτή Lord Chamberlain λόγω βιβλικού θέματος, ανέβηκε για πρώτη φορά στο Παρίσι (1896) με πρωταγωνίστρια τη Sarah Bernhardt [Σάρα Μπερνάρ] και αποτέλεσε σημείο σύγκλισης αισθητισμού και συμβολισμού: η αισθησιακή γλώσσα, η τελετουργική δομή και η σκηνική εικόνα υπηρετούσαν τη λατρεία του κάλλους και τη μεταφυσική υποβολή ταυτοχρόνως. Ο Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους] μελοποίησε τη Salome (1905), μεταφέροντας τον αισθητισμό στην όπερα. Η Bernhardt ενσάρκωσε ευρύτερα τις αισθητιστικές αρχές στην υποκριτική, δίνοντας έμφαση στην πλαστικότητα της κίνησης και τη μουσικότητα της φωνής.
Στον χορό, η Isadora Duncan [Ισιδώρα Ντάνκαν] πρόβαλε το σώμα ως όργανο καλλιτεχνικής έκφρασης, απαλλαγμένο από τις συμβάσεις του κλασικού μπαλέτου, ενώ στη μουσική ο Erik Satie [Ερίκ Σατί] αναζήτησε την ηχητική εκλέπτυνση, αντιμετωπίζοντας τη σύνθεση ως αυτοτελή αισθητική πράξη.
Στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Χριστομάνος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του αισθητισμού στις παραστατικές τέχνες των αρχών του 20ού αιώνα. Στη Νέα Σκηνή, την οποία ίδρυσε στην Αθήνα το 1901, εφάρμοσε τις αισθητιστικές αρχές μέσω της εικαστικής αρτιότητας των παραστάσεων, τη μορφική ενότητα, την επιμελημένη σκηνογραφία και τη λεπτότητα της υποκριτικής.