Thymele Logo
Search

δομισμός [ουσ. αρσ.]

Articles Icon 1
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Θεωρητική προσέγγιση που εξετάζει τα πολιτισμικά φαινόμενα ως συστήματα, στα οποία η σημασία κάθε στοιχείου προκύπτει όχι από την ίδια του την υπόσταση αλλά από το πλέγμα των σχέσεων και των αντιθέσεων που το συνδέουν με τα υπόλοιπα.

Ανάπτυξη

Η απαρχή της δομιστικής σκέψης εντοπίζεται στην έρευνα του Ελβετού γλωσσολόγου Ferdinand de Saussure [Φερντινάν ντε Σωσσύρ], καταγεγραμμένη κυρίως στο μεταθανάτιο δημοσίευμά του Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας [Cours de linguistique générale] (1916), όπου πρότεινε την κατανόηση της γλώσσας ως συστήματος σημείων, των οποίων η σημασία δεν προκύπτει από έναν άμεσο δεσμό με την πραγματικότητα, αλλά από τις μεταξύ τους σχέσεις μέσα στο ίδιο σύστημα. Η αξία [valeur] κάθε στοιχείου είναι έτσι διαφορική, καθώς παράγεται από τις αντιθέσεις που το χωρίζουν από τα υπόλοιπα, ενώ οι διακρίσεις ανάμεσα στη γλώσσα [langue] και στην ομιλία [parole], καθώς και ανάμεσα στον συνταγματικό και στον παραδειγματικό άξονα, παρείχαν το μεθοδολογικό υπόβαθρο της μεθόδου. Αυτή η προσέγγιση αποτέλεσε τη βάση για τη δομιστική γλωσσολογία αλλά και για τη μεταγενέστερη ανάπτυξη δομιστικών θεωριών σε άλλα πεδία μελέτης κοινωνικών και πολιτισμικών φαινομένων.


Η μεταφορά της μεθόδου στις ανθρωπιστικές επιστήμες συντελέστηκε μέσω του Roman Jakobson [Ρομάν Γιάκομπσον] και του Γλωσσολογικού Κύκλου της Πράγας, του Vladimir Propp [Βλαντίμιρ Προπ], ο οποίος στη Μορφολογία του παραμυθιού (1928) ανήγαγε το μαγικό παραμύθι σε πεπερασμένο αριθμό αφηγηματικών λειτουργιών, και του Claude Lévi-Strauss [Κλωντ Λεβί-Στρως], ο οποίος στη Δομική ανθρωπολογία (1958) ανέλυσε τη συγγένεια και τον μύθο ως συστήματα δυαδικών αντιθέσεων. Στο θέατρο, η δομιστική ανάλυση διαμορφώθηκε πρώιμα στον Κύκλο της Πράγας, όπου ο Jindřich Honzl [Γίντρζιχ Χονζλ] και ο Jiří Veltruský [Γίρζι Βελτρούσκι] ανέδειξαν τον σημειακό και εναλλάξιμο χαρακτήρα κάθε σκηνικού στοιχείου, και συστηματοποιήθηκε κατόπιν με την κατάταξη του παραστασιακού υλικού σε δεκατρία συστήματα σημείων από τον Tadeusz Kowzan [Ταντέους Κοβζάν] (1968) και με την εφαρμογή του δραστικού σχήματος [modèle actantiel] του Algirdas Julien Greimas [Αλγκιρντάς Ζυλιέν Γκρεμάς] στο δραματικό κείμενο από την Anne Ubersfeld [Αν Υμπερσφέλντ], στο Lire le théâtre [Διαβάζοντας το θέατρο] (1977).


Στη θεατρική πρακτική, παραδείγματα της δομιστικής προσέγγισης συναντώνται στο έργο του Jean-Louis Barrault [Ζαν-Λουί Μπαρώ] και του Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ], που επαναδιαπραγματεύθηκαν τη δραματουργία όχι ως γραμμική αφήγηση, αλλά ως αλληλουχία λειτουργικών δομών. Το Living Theatre, θεατρικό σχήμα που ίδρυσαν οι Julian Beck [Τζούλιαν Μπεκ] και Judith Malina [Τζούντιθ Μαλίνα], εφάρμοσε δομιστικές αρχές παραγκωνίζοντας τη συμβατική δραματουργία και οργανώνοντας τις παραστάσεις του ως ανοιχτά συστήματα σημείων, μέσα από τη σωματικότητα, τη συλλογικότητα και τη τελετουργική δομή. Το Performance Group, πειραματικό θεατρικό σύνολο που ίδρυσε ο Richard Schechner [Ρίτσαρντ Σέκνερ] στη Νέα Υόρκη, χρησιμοποίησε την επαναληπτικότητα, τις αντιθέσεις και τη διάρρηξη της σκηνικής σύμβασης για να αναδείξει τις σχέσεις μορφής και νοήματος ως πεδία ανάλυσης της πολιτισμικής δομής. Στο πλαίσιο αυτό ο Michael Kirby [Μάικλ Κέρμπυ] όρισε ως δομιστικό το θέατρο που καθιστά τη σχέση των μερών το πρωτεύον αισθητικό του στοιχείο, ανεξάρτητα από το οπτικό ύφος.


Στον χορό, το έργο του Merce Cunningham [Μερς Κάννινγκχαμ] μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτικό μιας δομιστικής κατεύθυνσης, με έμφαση στη χωρική και τη χρονική σχέση μεταξύ των σωμάτων, στην αφαίρεση της ψυχολογικής ερμηνείας και στην αυτονόμηση των δομικών στοιχείων της παράστασης (κίνηση, μουσική, χώρος). Στη μουσική, αντιστοίχως, η δομιστική σκέψη τροφοδότησε τόσο την αναλυτική μεθοδολογία, με την παραδειγματική ανάλυση του Nicolas Ruwet [Νικολά Ρυβέ] και τη μουσική σημειωτική του Jean-Jacques Nattiez [Ζαν-Ζακ Νατιέ], όσο και τη συνθετική πράξη, όπου η προτεραιότητα της σχέσης έναντι της έκφρασης χαρακτηρίζει τον ολικό σειραϊσμό και, από διαφορετική αφετηρία, τον μινιμαλισμό. Αντίστοιχα, στο σύγχρονο θέατρο της επινόησης [devised theatre], συγκαταλέγονται συνθέσεις που προκύπτουν όχι από ένα αρχικό κείμενο, αλλά από τη συναρμογή διαφορετικών υλικών (σωματικών, φωνητικών, εικαστικών) σε ένα σύστημα όπου η σημασία αναδύεται από τις μεταξύ τους σχέσεις.


Ο δομισμός δέχθηκε έντονη κριτική, κυρίως από μεταδομιστές θεωρητικούς όπως ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ] και ο Jacques Derrida [Ζακ Ντεριντά], που υπογράμμισαν την αστάθεια και την ετερογένεια των νοημάτων, αποδομώντας την ιδέα ενός κλειστού και σταθερού συστήματος. Παρά την κριτική, η δομιστική σκέψη παραμένει θεμελιώδης στην κατανόηση της αισθητικής συγκρότησης πολλών έργων τέχνης, καθώς προσφέρει εργαλεία για τη μετέπειτα αποδόμηση των μηχανισμών που συγκροτούν το νόημα, δίχως να εξαρτώνται από την πρόθεση του δημιουργού ή την ψυχολογική αλήθεια των χαρακτήρων. Έτσι, ο δομισμός δεν αποτελεί μόνο θεωρία, αλλά και πρακτικό εργαλείο για καλλιτέχνες και θεωρητικούς που αναζητούν να κατανοήσουν ή να αναδομήσουν τη μορφή, την εμπειρία και την πρόσληψη της παράστασης ως ένα πλέγμα σχέσεων, λειτουργιών και αντιθέσεων.

Αγγλικά
structuralism
Γαλλικά
structuralisme, le
Γερμανικά
Strukturalismus, der
Ιταλικά
strutturalismo, lo

Συνώνυμα

στρουκτουραλισμός

Σχετικοί όροι

σημειολογία, διακειμενικότητα, ρωσικός φορμαλισμός, αποδόμηση, μεταδομισμός, μαρξιστική κριτική

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"Structuralism in theatre works with structure in a formal way and makes structure, the relationship between the parts, the most important aesthetic element in the performance. [...] The structure of a performance is completely independent of visual style. The same structures may underlie any style. The way the performers work, the design of costumes and decor, the atmosphere of the presentation, and so on, have no necessary relationship to the structure. Thus any visual style may be used in staging a Structuralist play."


«Ο δομισμός στο θέατρο προσεγγίζει τη δομή με φορμαλιστικό τρόπο και καθιστά τη δομή, δηλαδή τη σχέση μεταξύ των μερών, το σημαντικότερο αισθητικό στοιχείο της παράστασης. [...] Η δομή μιας παράστασης είναι εντελώς ανεξάρτητη από το εικαστικό ύφος. Οι ίδιες δομές μπορεί να υπόκεινται σε κάθε ύφος. Ο τρόπος με τον οποίο εργάζονται οι ερμηνευτές/ερμηνεύτριες, η ενδυματολογική και σκηνογραφική σύλληψη, η ατμόσφαιρα της παράστασης και ούτω καθεξής δεν έχουν καμία αναγκαία σχέση με τη δομή. Επομένως, οποιοδήποτε εικαστικό ύφος μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη σκηνική πραγμάτωση ενός δομιστικού έργου.»

Ο Michael Kirby ανάγει τη δομή, δηλαδή τη σχέση των μερών μεταξύ τους, σε πρωτεύον αισθητικό στοιχείο της παράστασης και τη διακρίνει ριζικά από το εικαστικό ύφος, το οποίο θεωρεί ως προς αυτήν αδιάφορο. Η ανάλυση μετατοπίζεται έτσι από το τι αναπαριστά η παράσταση στο πώς συσχετίζονται τα υλικά της. Ο όρος χρησιμοποιείται με φορμαλιστική και όχι με σωσσυριανή σημασία, καθώς δεν προϋποτίθεται βαθιά δομή ούτε σύστημα σημείων προς αποκωδικοποίηση, αλλά μια αρχή σύνθεσης την οποία ο Kirby εφάρμοσε και στη σκηνική πράξη.

KKirby, M. (1987). A Formalist Theatre. Philadelphia: University of Pennsylvania Press, σ. 109.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Ο Claude Lévi-Strauss [Κλωντ Λεβί-Στρως] στην εκπομπή Apostrophes του Bernard Pivot [Μπερνάρ Πιβό], Antenne 2,…

Signals Through the Flames [Σήματα μέσα από τις φλόγες], ταινία των Sheldon Rochlin…

Dionysus in 69 (ψηφιακά αποκατεστημένη εκδοχή), ταινία των Brian De Palma [Μπράιαν ντε Πάλμα],

Violin Phase, τρίτο μέρος του Fase, Four Movements to the Music of Steve Reich

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Το διάγραμμα του γλωσσικού σημείου από το Cours de linguistique générale [Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας

Το δραστικό σχήμα [modèle actantiel] του Algirdas Julien Greimas [Αλγκιρντάς Ζυλιέν Γκρεμάς], όπως διατυπώθηκε στη

Ο πίνακας ταξινόμησης των θεατρικών συστημάτων σημείων που πρότεινε ο Tadeusz Kowzan [Ταντέους Κοβζάν] το…

The Marilyn Project του David Gaines [Ντέιβιντ Γκέινς], σε σκηνοθεσία Richard Schechner [Ρίτσαρντ Σέκνερ]

βασική

Barthes, R. (2007). Μυθολογίες – Μάθημα (Κ. Χατζηδήμου & Ι. Ράλλη, Μετ.). Αθήνα: Κέδρος.

Elam, K. (2002). The Semiotics of Theatre and Drama (2η έκδ.). London and New York: Routledge.

Fischer-Lichte, E. (1992). The Semiotics of Theater (J. Gaines & D. L. Jones, Μετ.). Bloomington: Indiana University Press.

Greimas, A. J. (1966). Sémantique structurale: Recherche de méthode. Paris: Larousse. Αγγλική έκδοση: (1983). Structural Semantics: An Attempt at a Method (D. McDowell, R. Schleifer & A. Velie, Μετ.). Lincoln: University of Nebraska Press.

Kirby, M. (1987). A Formalist Theatre. Philadelphia: University of Pennsylvania Press.

Kowzan, T. (1968). Le signe au théâtre: Introduction à la sémiologie de l'art du spectacle. Diogène, 61, 59-90.

Lévi-Strauss, C. (2010). Δομική ανθρωπολογία (Θ. Παραδέλλης, Μετ.). Αθήνα: Κέδρος. Γαλλική έκδοση: (1958). Anthropologie structurale. Paris: Plon.

Pavis, P. (1982). Languages of the Stage: Essays in the Semiology of Theatre. New York: Performing Arts Journal Publications.

Propp, V. (1991). Μορφολογία του παραμυθιού: Η διαμάχη με τον Κλωντ Λεβί-Στρως και άλλα κείμενα (Α. Παρίση, Μετ.). Αθήνα: Καρδαμίτσα.

Saussure, F. de (1979). Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας (Φ.Δ. Αποστολόπουλος, Μετ.). Αθήνα: Παπαζήσης.

Sturrock, J. (1993). Structuralism (2η έκδ.). Oxford: Blackwell.

Ubersfeld, A. (1977). Lire le théâtre. Paris: Éditions sociales. Αγγλική έκδοση: (1999). Reading Theatre (F. Collins, Μετ.). Toronto: University of Toronto Press.

συμπληρωματική

Allain, P., & Harvie, J. (2014). The Routledge Companion to Theatre and Performance (2η έκδ.). London and New York: Routledge.

Carlson, M. (2018). Performance: A Critical Introduction (3η έκδ.). London and New York: Routledge.

De Marinis, M. (1993). The Semiotics of Performance (Á. O'Healy, Μετ.). Bloomington: Indiana University Press.

Duggan, P., & Peschel, L. (Επιμ.). (2016). Performing (for) Survival: Theatre, Crisis, Extremity. London: Palgrave Macmillan.

Fischer-Lichte, E. (2008). The Transformative Power of Performance: A New Aesthetics (S. I. Jain, Μετ.). London and New York: Routledge.

Matejka, L., & Titunik, I. R. (Επιμ.). (1976). Semiotics of Art: Prague School Contributions. Cambridge, MA: MIT Press.

Murray, S., & Keefe, J. (2007). Physical Theatres: A Critical Reader. London: Routledge.

Nattiez, J.-J. (1990). Music and Discourse: Toward a Semiology of Music (C. Abbate, Μετ.). Princeton: Princeton University Press.

Phelan, P. (1993). Unmarked: The Politics of Performance. Oxon and New York: Routledge.

Ruwet, N. (1966). Méthodes d'analyse en musicologie. Revue belge de musicologie, 20, 65-90.

Turner, C., & Behrndt, S. (2008). Dramaturgy and Performance. Hampshire: Palgrave Macmillan.

Zarrilli, P., McConachie, B., Williams, G. J., & Sorgenfrei, C. F. (2013). Theatre Histories: An Introduction (2η έκδ.). London and New York: Routledge.

Θωμαδάκη, Μ. (1993). Σημειωτική του ολικού θεατρικού λόγου. Αθήνα: Δόμος (επανέκδ. Liberal Books, 2018).

Σαμαρά, Ζ. (1987). Προοπτικές του κειμένου. Θεσσαλονίκη: Κώδικας (επανέκδ. 2000).

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. δομισμός. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/δομισμός

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «δομισμός». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/δομισμός.

MLA

«δομισμός». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/δομισμός.

1326