Οι μοντέρνοι χοροί διαφοροποιούνται από τον έντεχνο μοντέρνο και σύγχρονο χορό, καθώς πεδίο δράσης τους είναι η κοινωνική συναναστροφή και η μαζική ψυχαγωγία. Η ιστορική τους διαδρομή συνδέεται με τη σεξουαλική χειραφέτηση και την ανάδυση της νεανικής κουλτούρας. Οι ρίζες τους εντοπίζονται στους χορούς σουίνγκ της δεκαετίας του 1930, το lindy hop [λίντυ χοπ] και το jitterbug [τζίτερμπαγκ], που εισήγαγαν ακροβατικά στοιχεία και χαλάρωσαν τη λαβή του χορευτικού ζευγαριού, με προγενέστερο υπόστρωμα τους χορούς του ραγκτάιμ της δεκαετίας του 1910.
Το rock 'n' roll [ροκ εντ ρολ], με πρωτοστάτες τον Bill Haley [Μπιλ Χάλεϋ] και τον Elvis Presley [Έλβις Πρήσλεϋ], κυριάρχησε στην παγκόσμια σκηνή από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ο ρυθμός του, βασισμένος στον έντονο δίσημο ή τετράσημο παλμό και την ηλεκτρική ενίσχυση, λειτουργούσε ως άμεσο αισθητηριακό ερέθισμα. Μέσα από αυτόν χειραφετήθηκαν κοινωνικά οι έφηβοι και οι έφηβες, που χόρευαν πλέον ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλον, με έντονες κινήσεις της λεκάνης και των γοφών. Ως αντίστιξη στον φρενήρη ρυθμό αναπτύχθηκε το slow rock [σλόου ροκ], αργός χορός με ολόσωμη αγκαλιαστή λαβή, για τον οποίο στην Ελλάδα επικράτησε ο τεχνικώς ανακριβής όρος «μπλουζ».
Το 1960 ο Chubby Checker [Τσάμπυ Τσέκερ] καθιέρωσε το twist [τουίστ], χορό-ορόσημο του αντικομφορμισμού. Η κινησιολογία του βασιζόταν στην αντίρροπη στροφή κορμού και λεκάνης και περιλάμβανε απλές μιμικές κινήσεις, όπως το σβήσιμο αποτσίγαρου με το πόδι. Το τουίστ γεφύρωσε πρώτο το χάσμα των γενεών, καθώς υιοθετήθηκε μαζικά. Ακολούθησε, μεταξύ 1961 και 1966, αλληλουχία επώνυμων χορευτικών «μανιών» [dance crazes]: pony [πόνυ], mashed potato [πουρές], watusi [βατούσι], frug [φραγκ], swim [σουίμ], monkey [μάνκυ], jerk [τζερκ], shake [σέικ]. Τα ονόματα δήλωναν τη μιμητική πηγή της κίνησης, με εξαίρεση το σέικ, που περιέγραφε το τίναγμα ολόκληρου του σώματος χωρίς προδιαγεγραμμένα βήματα και προανήγγειλε τον αδόμητο χορό της επόμενης δεκαετίας. Το ρεπερτόριο αυτό διαμορφώθηκε σε αφροαμερικανικές κοινότητες και διαδόθηκε από μαύρους ερμηνευτές και μαύρες ερμηνεύτριες στην εθνική τηλεόραση των Ηνωμένων Πολιτειών, εν μέσω του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα.
Παράλληλα αναπτύχθηκε δεύτερη οικογένεια, οι χοροί σε γραμμή με κοινή, συχνά εκφωνούμενη αλληλουχία βημάτων: το hully gully [χάλυ γκάλυ], το madison [μάντισον] και το φινλανδικό letkajenkka [γιάνκα], που κυριάρχησε μεταξύ 1963 και 1965 με τους χορευτές και τις χορεύτριες σε στοίχηση και τα χέρια στους ώμους του προηγούμενου. Ο ομαδικός, μη ερωτικός χαρακτήρας τους εξήγησε την εύκολη αποδοχή τους σε συντηρητικά περιβάλλοντα. Η παγκόσμια διάδοση όλων αυτών οφείλεται στην ηχογράφηση, στη δισκογραφία των 45 στροφών, στο τζουκμπόξ και στην τηλεόραση. Στην Ελλάδα οι χοροί εισήλθαν αρχικά διστακτικά λόγω του κοινωνικού συντηρητισμού, σύντομα όμως κυριάρχησαν στα πάρτυ και στον κινηματογράφο της Φίνος Φιλμ, ενώ μουσικά συγκροτήματα όπως οι The Forminx [Φόρμιγξ], οι The Olympians [Ολύμπιανς], οι The Charms [Τσαρμς] και οι The Idols [Άιντολς] μετέφεραν στην εγχώρια νεολαία τον ευρωπαϊκό αέρα. Ο όρος «σέικ» επικράτησε εδώ ευρύτερα, δηλώνοντας ταυτόχρονα τον χορό, το μουσικό είδος και τη νεανική υποκουλτούρα των ετών 1965-1970.
Η ντίσκο συγκρότησε το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο. Ο όρος προέρχεται από τη discothèque και δηλώνει τον χώρο πριν δηλώσει το είδος: το κλαμπ όπου η δισκοθήκη αντικατέστησε το ζωντανό σχήμα. Η πρακτική διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σε μαύρες, λατινοαμερικανικές και ομοφυλόφιλες σκηνές της Νέας Υόρκης, με τον χορό κυρίως σόλο και αυτοσχεδιαστικό πάνω σε αδιάκοπη ρυθμική ροή, ενώ το κινηματογραφικό μιούζικαλ Saturday Night Fever [Πυρετός το Σαββατόβραδο] (1977) τη διέδωσε στο ευρύ κοινό. Παράλληλα οι μοντέρνοι χοροί απέκτησαν αυστηρά κωδικοποιημένη διαγωνιστική πλευρά: οι αγώνες ballroom dancing [χορός αιθούσης] διεξάγονται παγκοσμίως από τη δεκαετία του 1920 και μετέτρεψαν τους κοινωνικούς χορούς σε αθλητικό γεγονός [dancesport], εντάσσοντας σε αυστηρό κανονισμό χορούς όπως το foxtrot [φοξ τροτ] και το quickstep [κουίκστεπ], που είχαν γεννηθεί ως ελεύθερες πρακτικές των αιθουσών. Η διαδρομή από την αυθόρμητη διασκέδαση των κλαμπ στην εμπορευματοποίηση των χορευτικών συρμών επιβεβαιώνει τη θέση των μοντέρνων χορών στο κέντρο της παγκόσμιας καταναλωτικής κουλτούρας.