«Στις Τρεις αδελφές ο Στανισλάφσκι επινόησε εμπόδια για να παραμορφώσει τους μελωδικούς τονισμούς. Στην πρώτη πράξη, η Όλγα μπουκώνει το στόμα της Ιρίνα με μπισκότα. Η ηθοποιός υποχρεώθηκε να εκφέρει τον ενθουσιώδη μονόλογό της με μπουκωμένο στόμα, σκασμένη στο φαγητό και με φωνή τρεμάμενη. Ο απελπισμένος μονόλογος της τρίτης πράξης που οδηγεί στην κρίση της Ιρίνα, ειπώθηκε από την ηθοποιό, ενώ παράλληλα βούρτσιζε τα δόντια της. Αυτά τα δύο εργαλεία εμπόδισαν την καθαρή εκφορά και έσπρωξαν την πράξη της ομιλίας σε κραυγές και παύσεις που αντικατέστησαν το ίδιο το κείμενο».
Στο απόσπασμα αυτό ο Γιάννης Λεοντάρης περιγράφει πώς ο Στανισλάφσκι, στη σκηνοθεσία του για τις Τρεις αδελφές του Άντον Τσέχωφ [Anton Chekhov], επινόησε σωματικά εμπόδια (το μπουκωμένο στόμα, το βούρτσισμα των δοντιών) για να ανακόψει την ομαλή, μελωδική εκφορά του λόγου. Το εμπόδιο λειτουργεί εδώ ως πρακτικό σκηνοθετικό εργαλείο που υποχρεώνει την ηθοποιό να αναζητήσει νέες, απρόβλεπτες δράσεις, μετατρέποντας την ίδια την παρεμπόδιση της ομιλίας σε φορέα δραματικής αλήθειας.
Λεοντάρης, Γ. (2024). Κάτοικοι της σκηνής. Λεκτικές δράσεις και άλλα εργαλεία ηθοποιών. Αθήνα: ύψιλον, 140.