Thymele Logo
Search

κούκλα [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 13
Videos Icon 9
[1]

Ορισμός

Κάθε άψυχο, φυσικό ή τεχνητό, αντικείμενο, φιγούρα ή ομοίωμα που εμψυχοποιείται, κατόπιν της εμπρόθετης, άμεσης ή διαμεσολαβημένης, ανθρώπινης παρέμβασης, λειτουργώντας ως παράγοντας καλλιτεχνικής έκφρασης.

Ανάπτυξη

Η κούκλα [< λατ. cuculla «κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα» (πβ. κουκούλα)] αποτελεί στοιχείο του θεάτρου ήδη από τις απαρχές του. Παραστάσεις με κούκλες, τα «νευρόσπαστα», ήταν ήδη γνωστές στις Συρακούσες και στην αρχαία Αθήνα. Στο ασιατικό θέατρο η κούκλα έχει διαχρονικά ιδιαίτερη θέση, ενώ στην Ευρώπη χρησιμοποιείται ευρέως από τον Μεσαίωνα. Έκτοτε οι κούκλες εντάσσονται στη μακρά παράδοση του ευρωπαϊκού κουκλοθεάτρου, όπως λ.χ. το γαλλικό Γκινιόλ [Guignol], το βρετανικό Παντς και Τζούντυ [Punch and Judy], ο ιταλικός Πουλτσινέλλα [Pulcinella], αλλά και ο ελληνικός Φασουλής. Η κούκλα στις παραστατικές τέχνες σήμερα ενέχει καλλιτεχνική και παιδαγωγική διάσταση, ενώ συχνά χρησιμοποιείται ως ψυχοθεραπευτικό μέσο.


Υπάρχουν διαφορετικά είδη κούκλας, ανάλογα με την κατασκευή και τον χειρισμό τους. Η πιο κοινή είναι η γαντόκουκλα, για τον χειρισμό της οποίας αξιοποιείται ο δείκτης ή ο παράμεσος για την κίνηση του κεφαλιού και ο αντίχειρας και ο μέσος ή ο μικρός για την κίνηση των χεριών. Η γαντόκουκλα χρησιμοποιείται στην Ευρώπη από τον Μεσαίωνα, αλλά απαντά, επίσης, στην Κίνα και την Ινδία, ιδίως στην περιοχή της Κεράλα (Εικ. 1).


Η κούκλα με βέργες είναι ολόσωμη ανάγλυφη φιγούρα· η στήριξη και ο χειρισμός της πραγματοποιούνται από κάτω με απόλυτο έλεγχο, που επιτρέπει αργές και περιορισμένες κινήσεις αλλά εντυπωσιακές χειρονομίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του είδους αποτελούν οι κούκλες της Ιάβας στην Ινδονησία (Εικ. 2). Η πιο απλή εκδοχή κούκλας με βέργα είναι η μαρότα, όρος που προέρχεται από τη γαλλική λέξη marotte, δηλαδή το ραβδί των γελωτοποιών του Μεσαίωνα με τον σκούφο και τα κουδουνάκια στην κορυφή του. Η μαρότα κινείται με ένα άκαμπτο ξύλινο ραβδί που διαπερνάει το σώμα της και καταλήγει στο κεφάλι της.


Η μαριονέτα, η πιο περίτεχνη μορφή κούκλας, κινείται με νήματα. Η πιο απλή μορφή της έχει εννέα νήματα, ένα για κάθε άκρο και ώμο, ένα για την πλάτη και δύο για το κεφάλι. Πιο σύνθετες μορφές έχουν διπλάσια ή τριπλάσια νήματα. Όλα τα νήματα συνδέονται με έναν ξύλινο «σταυρό» που τον ελέγχει ο/η χειριστής/χειρίστρια από πάνω. Η λέξη προέρχεται πιθανόν από τη γαλλική λέξη Marion, που απέδιδε τη μορφή της μικρής Μαρίας, της Θεοτόκου, στις αναπαραστάσεις της Γέννησης κατά τον Μεσαίωνα. Στην Αγγλία ο όρος μαριονέτα δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα· οι κούκλες με ανάλογο χειρισμό, ιδιαίτερα δημοφιλείς σε αγγλικούς περιπλανώμενους θιάσους και πανηγύρια από το 1770, ονομάζονταν Φαντοτσίνι [Fantoccini], καθώς είχαν προέλευση από την Ιταλία (Eικ. 3).


Η κούκλα άμεσου χειρισμού μπουνράκου [bunraku], προερχόμενη από την ιαπωνική παράδοση του 17ου αιώνα, κινείται από τρεις κουκλοπαίκτες/ριες που είναι ορατοί/ορατές στο κοινό και χειρίζονται ο/η ένας/μία το κεφάλι και το δεξί χέρι, ο/η δεύτερος/δεύτερη τον κορμό και το αριστερό χέρι και ο/η τρίτος/τρίτη τα πόδια εξ επαφής. Συχνά, οι χειριστές/χειρίστριες φορούν μαύρα ρούχα, για να είναι σχεδόν αόρατοι/αόρατες, εστιάζοντας την προσοχή του κοινού στην κούκλα (Eικ. 4).


Η γιγάντια κούκλα συνδέεται πιθανότατα με αρχαίες παραδόσεις και απαντά στη βόρεια Γαλλία ήδη από το 1480. Ο χειρισμός της συνήθως προϋποθέτει τρεις κουκλοπαίκτες/κουκλοπαίκτριες, έναν/μια για το σώμα και το κεφάλι και έναν/μια για το κάθε χέρι. Κάποιες γιγάντιες κούκλες, όπως ο κινέζικος δράκος, απαιτούν περισσότερα άτομα για τον χειρισμό τους, ενώ υπάρχουν και άλλες, των οποίων η κίνηση είναι μηχανική. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται οι γιγάντιες κούκλες του Bread and Puppet Theater (Eικ. 5), ριζοσπαστικού θεατρικού σχήματος διαμαρτυρίας στη Νέα Υόρκη από το 1963, τις οποίες κινούν χειριστές/χειρίστριες από μέσα και από έξω με κοντάρια ύψους δέκα μέτρων. Αντίστοιχα είναι τα παράδειγματα της κούκλας Αμάλ, ύψους τριών και μισού μέτρων, κατασκευασμένης από την Handspring Puppet Company, καθώς και της μορφής της «Δικαιοσύνης» ή «Μαριάννας» (Eικ. 6) που εισήγαγε το Théâtre du Soleil [Θέατρο του Ήλιου].


Στην κατηγορία της κούκλας ανήκει και η δισδιάστατη φιγούρα του θεάτρου σκιών. Οι φιγούρες του θεάτρου σκιών αποτελούνται συχνά από ζωγραφιές κολλημένες σε χαρτόνι που εμφανίζονται σε μια μικρή μακέτα σκηνής· ο χειρισμός τους γίνεται με μεταλλικές λαβίδες. Άλλοτε, οι φιγούρες είναι επίπεδες και αρθρωτές και κινούνται κατά μήκος του μπερντέ, μιας επιφάνειας η οποία ορίζεται από λευκό τεντωμένο και φωτισμένο πανί. Τα μέλη κινούνται με βέργες από μπαμπού ή ξύλο. Οι φιγούρες κατασκευάζονται από δέρμα, χαρτόνι ή διαφανές πλαστικό, ενώ δεν λείπουν και τενεκεδένιες εκδοχές. Η παράδοση του θεάτρου σκιών ξεκινά από την Ασία κατά τον 1ο αιώνα π.Χ., αλλά έχει εξαπλωθεί και στην Τουρκία και την Ελλάδα με τη μορφή του Καραγκιόζη.


Κεντρικός είναι, επίσης, ο ρόλος της κούκλας στα νούμερα των εγγαστρίμυθων, που συνήθως περιλαμβάνονται στο βαριετέ, το τσίρκο ή το καμπαρέ. Κατά τη συνομιλία του/της εγγαστρίμυθου με την κούκλα δίδεται η εντύπωση ότι ομιλεί εκείνη, ενώ ο χειριστής/η χειρίστριά της καταφέρνει να εκφέρει τον λόγο από τη γαστέρα, χωρίς να κινεί τα χείλη.


Μια ακόμη εκδοχή είναι η αξιοποίηση κάποιου χρηστικού αντικειμένου ως κούκλας, το οποίο εμψυχοποιείται, λειτουργώντας ως σύμβολο ή χαρακτήρας μιας ιστορίας.


Στον χώρο του μουσικού θεάτρου, οι κούκλες πρωταγωνιστούν σε θεάματα όπως οι Salzburger Marionettentheater [Θέατρο Μαριονετών του Σάλτσμπουργκ], για να ερμηνεύσουν άριες και αποσπάσματα από όπερες του Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] και άλλα γνωστά έργα του μουσικοθεατρικού ρεπερτορίου ή στο δημοφιλές μιούζικαλ Ο βασιλιάς των Λιονταριών [The Lion King] των Elton John [Έλτον Τζων] και Tim Rice [Τιμ Ράις], στο οποίο οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες, ενδεδυμένοι/ενδεδυμένες με κοστούμια ζώων ταυτόχρονα κινούν μαριονέτες (εξ ολοκλήρου ή εν μέρει), συνδημιουργώντας ένα υβριδικό ζωικό βασίλειο. Αρνητικά φορτισμένη είναι η Ολυμπία, μία ασύγκριτης γοητείας μηχανική κούκλα σε ανθρώπινο μέγεθος, πρωταγωνίστρια στο διήγημα του E.T.A. Hoffmann [Ε.Τ.Α. Χόφμαν], Ο άνθρωπος της άμμου [Der Sandmann] (1816), το οποίο διασκευάζεται από την opéra-comique του Jacques Offenbach [Ζακ Όφφενμπαχ] στα Παραμύθια του Χόφμαν [Les contes d’Hoffmann] (1881). [Για το πειστικό αυτό ομοίωμα που αγγίζει την τελειότητα θα τυφλωθεί από έρωτα ο κεντρικός ήρωας Χόφμαν. Η ερμηνεία του ρόλου αυτού απαιτεί από την υψίφωνο να τραγουδήσει κολορατούρες σε εξωπραγματικές υψίτονες, σχεδόν μη ανθρώπινες φωνητικές περιοχές, εκτελώντας σπασμωδικές κινήσεις και διατηρώντας απολύτως ανέκφραστο το πρόσωπό της. Στη συνέχεια, η αυτόματη κούκλα «ξεκουρδίζεται» και σωριάζεται στη σκηνή, αποκαλύπτοντας τον ψεύτικο «εσωτερικό της κόσμο».


Επιπλέον, η κούκλα κατέχει σημαντική θέση στη θεωρία του θεάτρου και του δράματος, αλλά και στο πεδίο του νεότερου και σύγχρονου σκηνικού πειραματισμού. Ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Heinrich von Kleist [Χάινριχ φον Κλάιστ] συζητά φιλοσοφικές διαστάσεις του θεάτρου στο δοκίμιό του «Περί του Θεάτρου των Μαριονετών» [Über das Marionettentheater]. Παράλληλα, προς τα τέλη του αιώνα ο Alfred Jarry [Αλφρέ Ζαρύ] είναι από τους πρώτους που ενδιαφέρεται να εισαγάγει στο θέατρο τις τεχνικές του θεάτρου μαριονέτας, εμπνεόμενος τα κεντρικά πρόσωπα του προ-ντανταϊστικού κωμικού δράματός του Ubu Roi [Υμπύ Τύραννος] από το γαλλικό Guignol του 18ου αιώνα. Λίγο αργότερα, το άρθρο «Ο ηθοποιός και η Υπερ-μαριονέτα» [The Actor and the Über-marionette, 1908] του σκηνοθέτη Edward Gordon Craig [Έντουαρντ Γκόρντον Κραίγκ], θα αποτυπώσει τις αναζητήσεις του σχετικά με τη συμβολή της μαριονέτας ως προτύπου του/της ηθοποιού για την κατάκτηση της τέλειας ακρίβειας στην υποκριτική ερμηνεία. Επηρεασμένος από τα θεωρητικά κείμενα των Kleist και Craig, o Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ [Vsevolod Emilyevich Meyerhold] γοητεύεται, επίσης, από την αινιγματικότητα της μαριονέτας, όπως διαφαίνεται και στο δοκίμιό του «Δύο κουκλοθέατρα» (1912), διερευνώντας την πλαστικότητα της κίνησης και της χειρονομίας στο πλαίσιο του κινήματος του κονστρουκτιβισμού και της βιο-μηχανικής μεθόδου του.


Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα παράξενες μηχανόμορφες φιγούρες, ανάμεσα στις οποίες οι κούκλες στις εγκαταστάσεις του Hans Bellmer [Χανς Μπέλμερ], εμφανίζονται στον ευρύτερο χώρο της εικαστικής και παραστατικής δημιουργίας. Ειδικότερα μετά από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο θα γεννηθεί μία νέα εικόνα του ανθρώπου-μηχανής ή ανθρώπου-μαριονέτας, με ψυχρά, μεταλλικά, μηχανικά χαρακτηριστικά, που κινείται με σπαστές χειρονομίες. Οι μορφές αυτές συνιστούν τα προπλάσματα του ρομπότ. Στο πλαίσιο αυτής της «μηχανικής» αισθητικής, οι Ιταλοί φουτουριστές, όπως για παράδειγμα ο Filippo Tommaso Marinetti [Φιλίππο Τομμάζο Μαρινέττι], με το θεατρικό έργο Οι ηλεκτρικές κούκλες (1909) προβάλλουν επί σκηνής τη γοητευτική διάσταση των αυτομάτων, ενώ μαριονέτες με υπερτονισμένο το γκροτέσκο στοιχείο αξιοποιούνται και στα σκηνικά δρώμενα του ντανταϊστικού κινήματος. Οι μηχανικές φιγούρες γίνονται κυρίαρχες και στις περισσότερες παραστάσεις του θεατρικού εργαστηρίου του Μπάουχαους [Bauhaus], όπως στο Τριαδικό Mπαλέτο [Triadisches Ballett, 1922] του Oskar Schlemmer [Όσκαρ Σλέμερ], στο οποίο οι χορευτές/χορεύτριες υιοθετούσαν την όψη και την κίνηση των μαριονετών. Μετά τη δεκαετία του 1950, πρωτοπόροι σκηνοθέτες της ευρωπαϊκής σκηνής, όπως οι Tadeusz Kantor [Ταντέους Κάντορ], Dario Fo [Ντάριο Φο], Andrei Şerban [Αντρέι Σερμπάν], Matthias Langhoff [Ματίας Λανγκόφ] και Robert Lepage [Ρομπέρ Λεπάζ], εισάγουν στο θέατρό τους ανθρωπόμορφες κούκλες - μανεκέν, αναγνωρίζοντας τις θεατρικές δυνατότητες αυτών και αξιοποιώντας τις ως μέσο συμβολικής έκφρασης οντολογικών, ψυχολογικών και πολιτικοκοινωνικών ανησυχιών, ενώ, άλλοτε, εφαρμόζουν τεχνικές χειρισμού των ίδιων των ηθοποιών ως μαριονετών, όπως στην παράσταση Ταμπούρλα στα αναχώματα [Tambours sur la digue, 1999] της Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν].


Με την ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας στη νεότερη εποχή, ολοένα και διεισδυτικότερη στον χώρο των παραστατικών τεχνών καθίσταται η παρουσία της ψηφιακής ή εικονικής κούκλας, η οποία συνεπάγεται τη χρήση πιο εξελιγμένων τεχνικών για τον χειρισμό της. Πρόκειται για μία οντότητα με ψηφιακή, δισδιάστατη ή τρισδιάστατη, μορφή, που μπορεί να λειτουργεί διαδραστικά σε πραγματικό χρόνο σε ψηφιακό περιβάλλον (όπως εικονικής ή αυξημένης ή μικτής πραγματικότητας), και ενεργοποιείται μέσω της χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή ή/και άλλων συστημάτων και εξειδικευμένων εργαλείων προηγμένης τεχνολογίας (π.χ. τηλεχειριστηρίων, προβολών, καμερών, ειδικών πλατφορμών). Έναν τύπο αυτού του ψηφιακού μοντέλου θεωρείται από πολλούς ότι αντιπροσωπεύει το αποκαλούμενο «εικονικό άβαταρ» [virtual avatar] (ή άβαταρ), που αποτελεί μία ρεαλιστική ψηφιακή αναπαράσταση, συνήθως μία υβριδική σύμμειξη εικόνας, κούκλας και ανθρώπου - ερμηνευτή, και ελέγχεται, συχνά εξ αποστάσεως, ηλεκτρονικά. Η λειτουργία του βασίζεται στη χρήση τεχνολογίας για την καταγραφή κινήσεων και εκφράσεων (π.χ. χειρονομιών, εκφράσεων του προσώπου, αναπνοής, φωνής) του/της χειριστή-ερμηνευτή/χειρίστριας-ερμηνεύτριάς του, μέσω ηλεκτρονικής διεπαφής (π.χ. ενός δικτύου αισθητήρων, συχνά τοποθετημένων σε ειδική στολή εφαρμοστή στο σώμα του/της) και τη διαδοχική μετάφρασή τους σε αντίστοιχες ψηφιακές ενέργειες. Έτσι, προκύπτει η χαρτογράφηση και η αντανάκλαση των ενεργειών του ερμηνευτικού υποκειμένου στο ψηφιακό μοντέλο, υποδεικνύοντας την ανάλογη κατεύθυνσή του. Σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη, σε νεότερες καλλιτεχνικές παραστάσεις η καθοδήγηση κάποιων ειδών κούκλας μπορεί να πραγματοποιείται από ρομπότ ή μέσω συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Αισθητή είναι η εμφάνιση της κούκλας και σε ποικίλες σύγχρονες σκηνικές δημιουργίες υβριδικού χαρακτήρα, που συνδέουν διάφορες παραστατικές τέχνες, εμπλέκοντας, συχνά καινοτόμες, πολυμεσικές εφαρμογές.


Σε εκπαιδευτικό πλαίσιο η πιο διαδεδομένη κούκλα είναι η γαντόκουκλα, πολύ συνηθισμένη στο κουκλοθέατρο για παιδιά. Πιο απλή μορφή είναι η δακτυλόκουκλα, η οποία εφαρμόζεται σε κάποιο δάχτυλο και θεωρείται ιδανική για μικρότερης ηλικίας παιδιά. Κατάλληλη για εκπαιδευτικό περιβάλλον είναι και η κούκλα τύπου muppet [μάπετ], η οποία ανοίγει το στόμα, δίνοντας την εντύπωση ότι μιλά με εξαιρετική εκφραστικότητα, λόγω του εύκαμπτου προσώπου της. Τελευταία, παρατηρείται ένα αναδυόμενο ενδιαφέρον για δημιουργική ένταξη και νεότερων εκδοχών κούκλας, όπως του ψηφιακού άβαταρ, σε διάφορες παραστατικές πρακτικές στον εκπαιδευτικό χώρο.

Αγγλικά
puppet
Γαλλικά
marionnette, la
Γερμανικά
Marionette, die / Handpuppe, die
Ιταλικά
marionetta, la

Συνώνυμα

μαριονέτα

Σχετικοί όροι

ανδρείκελο, νευρόσπαστο, ειδώλιο, αυτόματο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ἀτλαζένιου ριντὼ τῆς κομψῆς σαλλίτσας [sic] τοῦ "Ἀτελιὲ", ἄνοιξε χθὲς γιὰ πρώτη φορὰ ἡ αὐλαία τῆς χειμερινῆς κοσμικῆς ζωῆς [...].

Πρὶν ἀνοίξῃ [sic] τὸ "ριντὼ", ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο μὲ ὕφος μοιραῖο ὁ συμπαθέστατος κ. Ἄγγ. Βουτσινὰς καὶ μᾶς ἀπαγγέλλει ἕναν πρόλογο [...]. Ἐπακολουθεῖ ἀμέσως Η κούκλα ποὺ δὲν ἀγάπησε ποτὲ, σκὲτς τοῦ κ. Τίμου Μωραϊτίνη. Σὲ μιὰ βιτρίνα μαγαζειοῦ [sic] πολυτελείας -ποὺ ἐμφανίζεται χάρις σ’ ἕνα κομψὸ καὶ καλλιτεχνικώτατο [sic] ντεκὸρ τοῦ κ. Γιάννη Ζωγράφου- πλέκεται τὸ εἰδύλλιον μεταξὺ μιᾶς εὐρωπαϊκῆς κούκλας κι’ ἑνὸς φτωχοῦ Καραγκιόζη μέσα σὲ μιὰ ἀτμοσφαῖρα [sic] ρωμαντισμοῦ [sic], ποὺ τὴν τονίζουν οἱ μελαγχολικοὶ ἦχοι τοῦ ὀργανέτου καὶ τὸ ἐρωτικὸ τραγοῦδι ποὺ τὸ "τόπι" μουρμουρίζει. Ἡ ντόπια κούκλα μὲ τὴν ἁπλῆ σκέψι [sic] της εἰρωνεύεται φιλοσοφικὰ, παρακολουθώντας ἀπ’ τὸ περιθώριο. Ἡ εὐρωπαϊκὴ κούκλα ὁρκίζεται αἰώνια ἀφοσίωσι [sic] στὸν Καραγκιόζη της κι’ ὅταν ἐκεῖνος τὴν πιστεύει καὶ γεμίζει ἀπὸ εὐτυχία, παρουσιάζεται ὁ πλούσιος ἀγοραστὴς κι’ ἡ κούκλα πέφτει στὴν ἀγκαλιά του· ὁ φτωχὸς Καραγκιόζης πνίγει ἕνα [sic] λυγμό, καὶ τὰ δύο φύλλα τοῦ ριντὼ ζυγώνουν τὸ ἕνα τ’ ἄλλο μελαγχολικὰ κι’ αὐτά.

Τὸ χαριτωμένο αὐτὸ κομψογράφημα, ποὺ εἶνε [sic] περιττὸ, βέβαια, νὰ προσθέσω πὼς ἐνθουσίασε χθὲς, εἶνε [sic] γραμμένο ἀναμφισβητήτως σὲ στιγμὴ κεφιοῦ τοῦ κ. Μωραϊτίνη.[...]».

Συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης και κριτικός σχολιασμός του σκετς Η κούκλα ποὺ δὲν ἀγάπησε ποτέ του θεατρικού συγγραφέα και λόγιου Τίμου Μωραϊτίνη, το οποίο παρουσιάστηκε από ερασιτεχνική ομάδα ηθοποιών στους κοσμικούς κύκλους της αθηναϊκής Λέσχης Καλλιτεχνών, γνωστής και ως «Ατελιέ», το 1931.

ΕΥ. (1931, 8 Οκτωβρίου). Μία συμπαθητικὴ καὶ εὐχάριστη βραδυὰ [sic]. Ἡ χθεσινὴ «πρεμιέρα», τῆς κοσμικῆς σαιζὸν, μὲ τὴν καλλιτεχνικὴ βραδυὰ [sic] τοῦ «Ἀτελιὲ». Σκὲτς, τραγούδια, ἀπαγγελίες, τετράστιχα. Ἐντυπώσεις, κρίσεις καὶ ὀνόματα. Έθνος, 18(6142), 6.

Quote Icon

«Η κούκλα είναι ένα αντικείμενο. Κάθε αντικείμενο είναι ένα σημείο. Κάθε σημείο δεν σημασιοδοτείται από μόνο του, αλλά από το σύστημα μέσα στο οποίο κάθε φορά εμφανίζεται και ανήκει».

Σχόλιο για την κούκλα υπό το πρίσμα θεωρητικών σημειολογικών προσεγγίσεων.

Άλκηστις. (1997). Κουκλοθέατρο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Βλ. σελ. 15.

Quote Icon

«Από τις αρχές του 20ού αιώνα παρακολουθούμε μια στροφή της τέχνης του κουκλοθεάτρου σε πρωτοποριακές καλλιτεχνικές κατευθύνσεις. Τις τελευταίες μάλιστα δεκαετίες, στην αλλαγή αυτή εντοπίζουμε την παρουσία του εμψυχούμενου αντικειμένου, οντοτήτων, δηλαδή, που στην καθημερινή ζωή των ορθολογικών πολιτισμών μας γίνονται αντιληπτές ως υλικές. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, κάθε αντικείμενο, όλη η ύλη, μπορεί να εμψυχωθεί, να μας "μιλήσει" και να "διεκδικήσει" το δικαίωμά της σε μια θεατρική ζωή. Έτσι, το αντικείμενο πήρε τη θέση του στον χώρο του κουκλοθέατρου, και στο έργο αρκετών σύγχρονων δημιουργών αντικατέστησε τη συμβατική κούκλα και άνοιξε άλλους δρόμους στην καλλιτεχνική παραγωγή».

Αναφορά στην αυξανόμενη νεότερη τάση για δημιουργική χρήση του εμψυχοποιούμενου αντικειμένου στη θέση της συμβατικής κούκλας στον χώρο του σύγχρονου κουκλοθέατρου.

Παρούση, Α. (2011). Παίζοντας με τις λέξεις: Μια παράσταση κουκλοθεάτρου. Στο Μ. Αργυρίου, & Π. Καμπύλης (Επιμ.), 4ο Διεθνές Συνέδριο "Τέχνη και Εκπαίδευση: Δημιουργικοί Τρόποι Εκμάθησης των Γλωσσών": Πρακτικά Συνεδρίου, Τόμος Β΄, Μεθοδολογία και Εφαρμογή στην Εκπαιδευτική Πράξη, Μάιος 2011, Αθήνα (σσ. 216-221). Αθήνα: Ε.Κ.Π.Α. Βλ. σσ. 216-217.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Θέατρο Σκιών από την Κίνα.

Η περίπτωση του Bread and Puppet Theater των ΗΠΑ.

Βιντεοσκοπημένο απόσπασμα από τη θεατρική παράσταση Νεκρή τάξη [Umarła Κlasa, 1975] του Tadeusz Kantor, στην…

Xαρακτηριστικά παραδείγματα γαντόκουκλας από την Κίνα.

H Luciana Serra [Λουτσάνα Σέρρα] ερμηνεύει υποδειγματικά την άρια Τα πουλάκια στις περικοκλάδες [Les oiseaux…

Επίσημο τρέιλερ που αφορά στο ανέβασμα από τον Θίασο Kidd Pivot της βραβευμένης χοροθεατρικής παράστασης

Το βίντεο-κλιπ των Genesis "The Land of Confusion" (1986) περιλαμβάνει κούκλες-καρικατούρες από τη βρετανική…

Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της κούκλας σε μια σύγχρονη πολυμεσική καλλιτεχνική παράσταση υβριδικού χαρακτήρα, η οποία…

Η καταξιωμένη ηθοποιός, δημιουργός και δασκάλα υποκριτικής Ρούλα Πατεράκη, η οποία έχει εκφράσει δημόσια…

Επεξηγηματική παρουσίαση της σύγχρονης καλλιτεχνικής συνύπαρξης φυσικής και ψηφιακής κούκλας, με αποσπάσματα από το…

Ερμηνεία από το επιτυχημένο σουηδικό συγκρότημα της δημοφιλούς μουσικής Αbba του τραγουδιού I’m a marionette

Γιγαντόκουκλες στις Καρέκλες του Eugène Ionesco [Ευγένιος Ιονέσκο] σε σκηνοθεσία της Theodora Skipitares [Θεοδώρα Σκιπιτάρης]

Σκηνή από το κωμικό μπαλέτο Coppélia [Κοππέλια] (1870) των Léo Delibes [Λεό Ντελίμπ], Charles…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Εικ.1. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της παράδοσης της γαντόκουκλας της Κεράλα

Εικ. 2. Κούκλες με βέργες της Ιάβας

Εικ. 3. Παράσταση Fantoccini στο Λονδίνο

Εικ. 4. Κούκλα bunraku από την ιαπωνική παράδοση

Εικ. 5. Πομπή του Bread and Puppet Theater στο Vermont (Πηγή: Mark Dannenhauer)

Εικ. 6. Η Δικαιοσύνη από το Τhéâtre du Soleil

Η Μελπομένη Κολυβά, μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της ελληνικής οπερέτας, στον ρόλο μιας κούκλας

Θεατρικό πρόγραμμα που αναφέρεται στην προβολή της γαλλικής κωμωδίας Μαριονέττες [sic] (Les…

O εγγαστρίμυθος, καθηγητής Maurice B. Flynn [Μωρίς Μπ. Φλυν] ποζάρει με τις κούκλες του στο…

βασική

Bell, J. (2000). Strings, hands, shadows. Detroit, M. I.: Detroit Institute of Arts.

Blumenthal, E. (2005). Puppetry: A world history. New York: Harry N. Abrams Publishers.

Fournel, P. (Επιμ.) (1982). Les marionnettes. Paris: Bordas.

Francis, P. (2020). Puppetry: A reader in theatre practice. London: Bloomsbury Publishing.

Huang, S. (2015). Quanzhou string puppetry in China. Paramus, N.J: Homa & Sekey Books.

Olf, J. (1974, Δεκέμβριος). The Man / Marionette debate in modern theatre. Educational Theatre Journal 26(4), 488-494.

Plassard, D. (1992). L’acteur en effigie. Figures de l’homme artificiel dans le théâtre des avant-gardes historiques. Allemagne, France, Italie. Lausanne: L'age d' homme.

Posner, D. N., Orenstein, C., & Bell, J. (Επιμ.). (2014). The Routledge companion to puppetry and material performance. Abingdon, UK: Routledge.

Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Μ. (Eπιμ.) (2012). Κουκλοθέατρο. Το θέατρο της εμψύχωσης. Διεπιστημονικές αναγνώσεις – καλλιτεχνικές συναντήσεις. Αθήνα: Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου & Αιγόκερως.

συμπληρωματική

Bernier, M., & O’Hare, J. (Επιμ.) (2005). Puppetry in education and therapy: Unlocking doors to the mind and heart. Bloomington, IN: Authorhouse.

Hulburd, C. (2021). Puppet-assisted play therapy: Theory, research, and practice. New York: Routledge.

Marinetti, F. T. (1909). Poupées electriques, Drame en trois actes. Avec une préface sur le Futurisme. Paris: E. Sansot.

Matei, C. (2024). The intersection of theatre, motion capture, and digital avatars: Exploring new horizons in children’s theatre. Theatrical Colloquia, 14(2), 36–67. doi.org...

Meschke, M. (2004). Το θέατρο στ’ ακροδάχτυλα. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γ. Δαρδανός.

Paroussi, A., & Lenakakis, A. (Επιμ.). (2023). Current Trends in Greek Puppet Theatre. An Informal Educational Approach? Athens: DECE NKUA. doi.org...

Tretinjak, I., Periš, L., & Žeravica, K. (2022). Contemporary puppetry and critisism. Osijek: Academy of Arts and Culture in Osijek, J. J. Strossmayer University of Osijek, Croatia.

UNIMA [Union International de la Marionnette] Internationale. (2009). World Encyclopaedia of Puppetry Arts. wepa.unima.org...

Μαγουλιώτης, A. (2012). Ιστορία του νεοελληνικού κουκλοθεάτρου (1870-1938). Αθήνα: Παπαζήσης.

Ξεπαπαδάκου, Α. (Επιμ.) (2009). Ο Ορφέας στον Άδη. Θεσσαλονίκη: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Παπαλεξίου, Ε. (2021). Ανθρωπόμορφα ρομπότ επί σκηνής. Εικόνες από ένα κοντινό μέλλον. Στο Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Μ. et al. (Επιμ.) Πρακτικά του ΣΤ΄ Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου: Θέατρο και ετερότητα, Θεωρία, δραματουργία και θεατρική πρακτική, (Tόμος Γ΄, σσ. 183-200). Ναύπλιο: Τμήμα Θεατρικών Σπουδών-Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

APA

Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. (n.d.). κούκλα. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/κούκλα

Chicago

"κούκλα." Θυμέλη – Λεξικό Παραστατικών Τεχνών. Accessed 17 April 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/κούκλα.

1741