Thymele Logo
Search

ψιμύθιο [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Λευκή σκόνη (ανθρακικός μόλυβδος) που αποτελεί βασικό συστατικό του θεατρικού μακιγιάζ από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή.

Ανάπτυξη

Ο όρος ψιμύθιο (αρχ. ελλ. ψιμύθιον· λατ. cerussa) αναφέρεται σε μια συνθετική λευκή χρωστική ουσία της ελληνικής αρχαιότητας, με κύριο συστατικό τον τεχνητό ανθρακικό μόλυβδο, που παρασκευαζόταν σε εργαστήρια από μολυβδούχα ορυκτά (γαληνίτη και κερουσίτη). Σημαντική πηγή αποτελούσαν τα μεταλλεία του Λαυρίου. Απαντάται σε μορφή σκόνης ή ομοιόμορφων δισκίων που παράγονταν με μήτρες και πωλούνταν τυποποιημένα. Είχε ευρεία χρήση ως καλλυντικό από γυναίκες όλων των κοινωνικών στρωμάτων, κυρίως για τη λεύκανση του προσώπου, καθώς το λευκό χρώμα συμβόλιζε την αγνότητα και την αριστοκρατική καταγωγή. Υπήρχε και σε ροζ απόχρωση, με την προσθήκη κιννάβαρης. Παρόλο που η χρήση μολυβδούχων καλλυντικών σκονών, χωρίς χημική επεξεργασία, ξεκινά από την 3η χιλιετία π.Χ. στην Αίγυπτο και στη Μεσοποταμία και από την Εποχή του Χαλκού στην Ελλάδα, τουλάχιστον από τον 6ο αι. π.Χ. —και συστηματικά από τον 4ο αι. π.Χ.— επικράτησε η τεχνητά παραγόμενη πούδρα, που προέκυπτε από την έκθεση μεταλλικού μόλυβδου σε ξίδι. Πρόκειται, όμως, για μια τοξική ουσία, με βλαβερές επιπτώσεις στην υγεία, αναγνωρισμένες ήδη από την ελληνιστική (Νίκανδρος, Ἀλεξιφάρμακα, στ. 600) και τη ρωμαϊκή εποχή.


Στο θέατρο, κατά την παράδοση, ο Θέσπις επάλειψε πρώτος στο πρόσωπό του με ψιμύθιο στις πρώτες παραστάσεις τραγωδίας. Πιθανώς, το εφάρμοζαν οι κωμαστές (6ος αι. π.Χ.) και οι φαλλοφόροι, καθώς και οι κανηφόροι στην πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων. Φυλασσόταν σε σκεύη καλλωπισμού (πυξίδες, λεκανίδες), που έχουν εντοπιστεί σε γυναικείες ταφές, αλλά και σε ταφές αρχαίων υποκριτών, όπως του Μακαρέως στον Κεραμεικό (μέσα 4ου αι. π.Χ.)˙ εύρημα που συνδέεται με τη χρήση του ψιμυθίου από τους άνδρες υποκριτές για τη λεύκανση των ακάλυπτων μελών του σώματος (π.χ. χέρια), με στόχο την απόδοση της γυναικείας επιδερμίδας επί σκηνής.


Η καθημερινή χρήση ψιμυθίου από το γυναικείο φύλο έγινε αντικείμενο σάτιρας στη Μέση Κωμωδία και στη ρωμαϊκή σατιρική ποίηση, κυρίως μέσω χαρακτήρων ηλικιωμένων γυναικών που λεύκαιναν το πρόσωπο για να δείχνουν νεότερες. Το ψιμύθιο διαδόθηκε ευρέως κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Οι Ρωμαίες υιοθέτησαν το μολυβδόχρωμα από τις Ελληνίδες, ενώ υπάρχουν αναφορές και στη ρωμαϊκή κωμωδία. Στο ρωμαϊκό θέατρο, τον 2ο αι. π.Χ., οι άνδρες υποκριτές που ερμήνευαν γυναικείους ρόλους άσπριζαν επίσης τα χέρια τους, προτιμώντας, όμως, τον γύψο.


Στο μεσαιωνικό θέατρο, για το βάψιμο του προσώπου, ορισμένοι γελωτοποιοί ή ηθοποιοί μυστηρίων που υποδύονταν θεϊκές μορφές χρησιμοποιούσαν πιο οικονομικά υλικά, κυρίως αλεύρι ή κιμωλία. Στην Αναγέννηση, η λευκή σκόνη ανθρακικού μόλυβδου, ιδίως η βενετσιάνικη, επανήλθε ως δημοφιλές καλλυντικό της αριστοκρατίας (και για τα δύο φύλα), εδραιώνοντας τη χλωμή όψη ως αισθητικό πρότυπο, το οποίο διαδόθηκε ταχύτατα και στη σκηνή προς χρήση των ηθοποιών και των χορευτών. Στο ελισαβετιανό θέατρο, το ψιμύθιο ενέτεινε τις εκφράσεις του προσώπου και δήλωνε τα φαντάσματα.


Στην Κίνα, συνθετικός λευκός μόλυβδος παραγόταν ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. Μαζί με τη σκόνη ρυζιού, προοριζόταν για καλλυντική χρήση, κυρίως από το γυναικείο φύλο. Στην όπερα του Πεκίνου, στην οποία το σκηνικό μακιγιάζ αποτελεί βασικό στοιχείο της συμβολικής απόδοσης των ρόλων (πχ. το λευκό δηλώνει τον ύπουλο χαρακτήρα), οι χρωστικές περιείχαν επίσης βαρέα μέταλλα, συμπεριλαμβανομένου του μολύβδου. Σήμερα, στις παραστάσεις των ποικίλων ειδών του ασιατικού θεάτρου υιοθετούνται ασφαλέστερες εναλλακτικές. Από τον 8ο αιώνα μ.Χ., η πρακτική μεταδόθηκε στην Ιαπωνία, όπου η λευκή σκόνη από ρύζι οσιρόι [oshiroi] εξελίχθηκε σε παχύρευστη πάστα με βάση τον μόλυβδο. Στο θέατρο Καμπούκι [Kabuki], εφαρμοζόταν σε παχιά στρώση ως βάση για τη σχεδίαση των χαρακτηριστικών του προσώπου. Το 1954 κυκλοφόρησε το πρώτο οσιρόι χωρίς μόλυβδο. Η λευκή πάστα με βάση τον μόλυβδο καθιερώθηκε από τον 17ο αιώνα και στο μακιγιάζ των γκεϊσών.


Στην Ευρώπη του 17ου και 18ου αιώνα, ιδίως στη Γαλλία, συνεχίστηκε η χρήση της λευκής πούδρας προσώπου με βάση τον ανθρακικό μόλυβδο για τον καθημερινό καλλωπισμό και των δύο φύλων, ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1770 επικρατούσε και στη σκηνή. Οι ηθοποιοί που έπαιζαν πλέον σε μόνιμες θεατρικές αίθουσες, φωτισμένες με κεριά (και από το 1783 με λάμπες πετρελαίου), προσάρμοσαν τα καθημερινά καλλυντικά για να αποκτήσουν πορσελάνινη όψη και να διακρίνονται τα πρόσωπά τους. Από τα μέσα του 18ου αιώνα η τοξικότητα του μόλυβδου άρχισε να αναγνωρίζεται, οδηγώντας στη σταδιακή εγκατάλειψη των τοξικών ουσιών. Κατά τον 19ο αιώνα, στην ευρωπαϊκή και αμερικανική σκηνή, οι εξελίξεις στον σκηνικό φωτισμό (υγραέριο, ηλεκτρικοί λαμπτήρες) ενέτειναν τη χρήση καλλυντικών για την απόδοση της χλωμής όψης. Προοδευτικά, κυριάρχησε η κιμωλία ως ασφαλέστερη επιλογή. Το 1873 ο Ludwig Leichner [Λούντβιχ Λάιχνερ] παρασκεύασε θεατρικά καλλυντικά απαλλαγμένα από μόλυβδο, αν και ως τα τέλη του αιώνα συνέχισαν να χρησιμοποιούνται τοξικά σκευάσματα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο μόλυβδος καταργήθηκε από τα καλλυντικά προσώπου τη δεκαετία του 1930, ενώ στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1970, οδηγώντας στη δημιουργία ασφαλέστερων και εξειδικευμένων θεατρικών προϊόντων.


Πέρα από την ιστορία των υλικών, το κατάλευκο ψιμυθιωμένο πρόσωπο εδραιώθηκε ως αυτοτελές σκηνικό σύμβολο μέσα από μια μακρά παράδοση που ενσάρκωσε η μορφή του Pierrot [Πιερότος]. Η μελαγχολική αυτή φιγούρα-υπηρέτης πέρασε από την κομμέντια ντελλ άρτε (ως Pedrolino [Πεντρολίνο]) στη γαλλική σκηνή και στην παντομίμα, με το πουδραρισμένο, χωρίς μάσκα πρόσωπό της να συνδέεται ανεξίτηλα με τον χαρακτήρα. Τον 19ο αιώνα ο μίμος Jean-Gaspard Deburau [Ζαν-Γκασπάρ Ντεμπυρώ] καθιέρωσε στο Théâtre des Funambules του Παρισιού το ολόλευκο πρόσωπο του Πιερότου ως ουσιώδες γνώρισμα της σιωπηλής υποκριτικής, ενώ τον 20ό αιώνα ο Marcel Marceau [Μαρσέλ Μαρσώ], με τον χαρακτήρα Bip [Μπιπ], ανανέωσε την παράδοση, μετατρέποντας το ψιμυθιωμένο πρόσωπο του μίμου σε παγκόσμιο σύμβολο.

Εναλλακτικές Εκδοχές

ψιμμύθιο, ψίμμυθος
Αγγλικά
white lead; psimythion
Γαλλικά
céruse, la
Γερμανικά
Bleiweiß, das
Ιταλικά
biacca, la

Συνώνυμα

προϊόν μακιγιάζ, φτιασίδι

Σχετικοί όροι

φενάκη, μεταμόρφωση, μεταμφίεση, ρόλος, στερεότυπος χαρακτήρας

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Η παρασκευή του ελληνικού ψιμ(μ)υθίου [...] περιγράφεται αναλυτικά τον 4ο αι. π.Χ. από το Θεόφραστο [...]. Βασίζεται σε μετατροπή πλίνθων μολύβδου σε νέα χημική ουσία, έπειτα από χημική αντίδραση με επίδραση ατμών ισχυρού ξυδιού, διοξειδίου του άνθρακα και θερμότητας. Στη συνέχεια η παραγόμενη ουσία ξηραίνεται, ξύνεται, τρίβεται και κονιορτοποιείται συστηματικά μέχρι να δώσει μια πούδρα λευκού χρώματος: το ψιμ(μ)ύθιον. [...] Επομένως, η παρουσία του βασικού ανθρακικού μολύβδου οφείλεται στην περίπτωσή μας [στις θεσσαλικές πυξίδες], σε χημική σύνθεση, στην οποία συνηγορεί και η ομοιογένεια των πεπλατυσμένων μικρόκοκκων των δειγμάτων. Είναι πολύ σημαντικό το ότι η χημική αυτή σύνθεση ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου καλλυντικού προϊόντος, που αποτελεί και το αντικείμενο αρχαίων περιγραφών παρασκευής του ελληνικού ψιμυθίου, ταυτοποιείται για πρώτη φορά με επαρκή δείγματα στον χώρο της Θεσσαλίας των Ελληνιστικών χρόνων».

Στο απόσπασμα περιγράφεται η παρασκευή του ψιμυθίου σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, ενώ η χημική του σύσταση επιβεβαιώνεται από αρχαιολογικά ευρήματα στη Θεσσαλία.

Walter, P., Welcomme, E., Tsoucaris, G., Αδρύμη, Β., Νικολάου, Ε., Αλεξάνδρου, Σ., & Κραβαρίτου, Σ. (2008). Ταυτοποίηση του αρχαίου ελληνικού «Ψιμ(μ)υθίου» στη Θεσσαλία. 1o Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας & Πολιτισμού της Θεσσαλίας. Πρακτικά Συνεδρίου 9-11 Νοεμβρίου 2006, 1, 289–301, σ. 297.

Quote Icon

[...] Χρεμύλος: οὐ δῆτ᾽, ἐπεὶ νῦν μὲν καπηλικῶς ἔχει·

εἰ δ᾽ ἐκπλυνεῖται τοῦτο τὸ ψιμύθιον,

ὄψει κατάδηλα τοῦ προσώπου τὰ ῥάκη.


Χρεμύλος: Καθόλου, γιατί τώρα κάπως τρώγεται.

Μ᾽ αν πλυθεί και της φύγει το φκιασίδι,

θα φανούν του προσώπου της τα ράκη. [...]

Απόσπασμα από τον Πλοῦτο του Αριστοφάνη (στ. 1063-1065), μέσω του οποίου σατιρίζεται η παραπλανητική φύση του ψιμυθίου, που αποκρύπτει την πραγματική, φθαρμένη όψη του προσώπου.

Αριστοφάνης. (2015). Πλούτος (Κ. Βάρναλης, Μτφ.). ΚΕΓ.

Quote Icon

«Αὐτὸς ποὺ πέφτει δῆθεν πέφτει δῆθεν πνίγεται δῆθεν τὸ αἷμα του εἶναι αἷμα

φτηνὸ ψιμύθιο γιὰ τὴν παράσταση, τίποτε παραπάνω [ ]

σ' αὐτό το φῶς τὸ ἀμφίβολο τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας... »


Μελισσάνθη

Η Μελισσάνθη (ψευδ. της Ήβης Κούγια-Σκανδαλάκη) αξιοποιεί τον όρο ψιμύθιο μεταφορικά, ταυτίζοντας τη σκηνική βαφή με το ψεύτικο αίμα της παράστασης: ό,τι φαίνεται αληθινό επί σκηνής είναι «φτηνὸ ψιμύθιο», δηλαδή τέχνασμα, υλικό μεταμφίεσης. Η μεταφορά αναδεικνύει τη διαχρονική σύνδεση του ψιμυθίου με την έννοια της σκηνικής απάτης και ψευδαίσθησης.

Αποστολίδης, Η. Ρ. (1983) (επιμ.). Ανθολογία της νεοελληνικής γραμματείας: η ποίηση λόγια και δημοτική από τον μεσαίωνα ως τις μέρες μας. Αθήνα: Νέα Ελληνικα, σ. 185.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Οι Ατρείδες [Les Atrides]: Μνημειώδης τετραλογία (Ιφιγένεια εν Αυλίδι, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες

Τα υλικά του ψιμμυθίου στην Όπερα του Πεκίνου [Peking Opera], στο επεισόδιο Vintage Chic [Vintage…

Τα βασικά υλικά του ψιμμυθίου στο θέατρο Καμπούκι (μέρος α΄). Η λευκή βάση oshiroi, απλωμένη…

Λεπτομέρεια της χρωματικής ζωγραφικής κουμαντόρι [kumadori] στο θέατρο Καμπούκι (μέρος β΄). Πάνω στην παχιά λευκή…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Λεκανίδα με διαμορφωμένα δισκία ψιμυθίου από λευκό μόλυβδο, που χρησιμοποιούνταν ως καλλυντικές ουσίες (τέλη 5ου…

Ο Luciano Pavarotti [Λουτσάνο Παβαρόττι] ως Κάνιο στην όπερα Οι Παλιάτσοι [I Pagliacci]…

Ο Marilyn Manson [Μαίριλυν Μάνσον] σε ζωντανή εμφάνιση με χαρακτηριστική λευκή βαφή προσώπου. Η χρήση…

Ηθοποιοί του θεάτρου Καμπούκι [Kabuki] με το χαρακτηριστικό μακιγιάζ κουμαντόρι [kumadori], το οποίο χαρακτηρίζεται από…

βασική

Beck, L., Caffy, I., Delqué-Količ, E., Moreau, C., Dumoulin, J.-P., Perron, M., Guichard, H., & Jeammet, V. (2018). Absolute Dating of lead carbonates in Ancient Cosmetics by Radiocarbon. Communications Chemistry, 1(1), 1–7.

Karim-Cooper, F. (2006). Cosmetics in Shakespearean and Renaissance Drama. Edinburgh University Press.

Katsaros, T., Liritzis, I., & Laskaris, N. (2010). Identification of Theophrastus’ Pigments Egyptios Yanos and Psimythion from Archaeological Excavations. ArcheoSciences. Revue d’archéométrie, 34, Article 34.

Lee, M. M. (2015). Body, Dress, and Identity in Ancient Greece. Cambridge University Press.

Messager, C., Beck, L., Germain, T., Degrigny, C., Serneels, V., Cano, D., Cardoso, G., & Équipe LMC14. (2021). Datation par la méthode du radiocarbone du blanc de plomb: Du psimythion des cosmétiques antiques au pigment des peintures murales médiévales. Technè. La science au service de l’histoire de l’art et de la préservation des biens culturels, 52, Article 52.

Olson, K. (2009). Cosmetics in Roman Antiquity: Substance, Remedy, Poison. The Classical World, 102(3), 291–310.

Palmer, C. (2008). Brazen Cheek: Face-Painters in Late Eighteenth-Century England. Oxford Art Journal, 31(2), 195–213.

Photos-Jones, E., Bots, P., Oikonomou, E., Hamilton, A., & Knapp, C. W. (2020). On Metal and ‘Spoiled’ Wine: Analysing Psimythion (Synthetic Cerussite) Pellets (5th–3rd Centuries BCE) and Hypothesising Gas-Metal Reactions Over a Fermenting Liquid Within a Greek Pot. Archaeological and Anthropological Sciences, 12(10), 243.

Welcomme, E., Walter, P., van Elslande, E., & Tsoucaris, G. (2006). Investigation of White Pigments Used as Make-Up During the Greco-Roman Period. Applied Physics A, 83(4), 551–556.

Δήμου-Χωνιανάκη, Ε. (2020). Οι χρήσεις των λίθων στην Αρχαιότητα. Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων.

Νικολάου, Μ. (2005). Ορυκτά, πετρώματα και πολιτισμός. Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας.

συμπληρωματική

Adrymi, V., Nikolaou, E., Alexandrou, S., Kravaritou, S., Walter, P., Welcomme, E., Van Elslande, E., & Tsoucaris, G. (2018). Les flacons à fard à l’époque hellénistique. Exemples de la région de Thessalie. Στο P. Jockey (Επιμ.), Les arts de la couleur en Grèce ancienne… et ailleurs (σσ. 241–261). École française d’Athènes.

Glazebrook, A. (2009). Cosmetics and Sôphrosunê: Ischomachos’ Wife in Xenophon’s Oikonomikos. The Classical World, 102(3), 233–248.

Gunn, F. (1973). The Artificial Face: A History of Cosmetics. Newton Abbot: David & Charles.

Han, B., Zhang, B., Chong, J., Sun, Z., & Yang, Y. (2022). Beauty and Chemistry: The Independent Origins of Synthetic Lead White in East and West Eurasia. Humanities and Social Sciences Communications, 9(1), 1–12.

Kyo, C. (2012). The Search for the Beautiful Woman: A Cultural History of Japanese and Chinese Beauty. Lanham: Rowman & Littlefield Publishers.

Lanoë, C. (2008). La poudre et le fard. Une histoire des cosmétiques de la Renaissance aux Lumières. Seyssel: Champ Vallon.

Levine, E. S., & Green, W. (1980). The Cosmetic Mystique of Old Japan. Impressions, 4.

McMullen, R. L., & Dell’Acqua, G. (2023). History of Natural Ingredients in Cosmetics. Cosmetics, 10(3), Article 3.

Piqueux, A. (2022). The Comic Body in Ancient Greek Theatre and Art, 440-320 BCE. Oxford University Press.

Retief, F. P., & Cilliers, L. (2005). Lead Poisoning in Ancient Rome. Acta Theologica, 7, Article 7.

Walter, P., Martinetto, P., Tsoucaris, G., Brniaux, R., Lefebvre, M. A., Richard, G., Talabot, J., & Dooryhee, E. (1999). Making Make-up in Ancient Egypt. Nature, 397(6719), 483–484.

Wang, B., Su, Y., Tian, L., Peng, S., & Ji, R. (2020). Heavy Metals in Face Paints: Assessment of the Health Risks to Chinese Opera Actors. Science of The Total Environment, 724, 138163.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. ψιμύθιο. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/ψιμύθιο

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «ψιμύθιο». Ανακτήθηκε 14 August 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/ψιμύθιο.

MLA

«ψιμύθιο». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 14 August 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/ψιμύθιο.

1733