Ο όρος καμπ εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον 17ο αιώνα στη γαλλική γλώσσα (se camper, «ποζάρω» θεατρικά), αλλά απέκτησε την πιο σύγχρονη σημασία του, ως αισθητική κατηγορία, τον 20ό αιώνα. Πρώιμες εκφράσεις της αισθητικής αυτής μπορούν να ανιχνευτούν στον 19ο αιώνα και στα βικτωριανά θεάματα του μπουρλέσκ, τα οποία διακρίνονταν για την υπερβολική θεατρικότητα, τη σάτιρα και το εκκεντρικό χιούμορ. Παράλληλα, η ίδια η περσόνα του Oscar Wilde [Όσκαρ Ουάιλντ], με το ειρωνικό φιλοσοφικό πνεύμα και την έμφαση στην εξωτερική επιτήδευση, θεωρείται πρόδρομος της καμπ ευαισθησίας.
Στον 20ό αιώνα, η έννοια του καμπ ήρθε στο προσκήνιο μέσα από την ομοφυλοφιλική κουλτούρα και θεμελιώθηκε θεωρητικά από τη Susan Sontag [Σούζαν Σόνταγκ] στο εμβληματικό δοκίμιο Notes on Camp (1964). Η Sontag περιέγραψε το καμπ ως μια «αισθητική ευαισθησία» που εστιάζει στην υπερβολή, τη θεατρικότητα και την ειρωνική και απολιτική προσέγγιση της τέχνης και της ζωής. Σύγχρονοι/Σύγχρονες μελετητές/μελετήτριες, όπως ο Moe Meyer [Μόου Μάγιερ] και το Ann Pellegrini [Ανν Πελλεγκρίνι], επεσήμαναν τη σύνδεση του καμπ με τις κουήρ ταυτότητες, αναδεικνύοντας μία άλλη λειτουργία του ως στρατηγικής επιβίωσης σε εχθρικές κοινωνικές συνθήκες. Εστιάζοντας στη βαθύτερη συναισθηματική διάσταση του καμπ, το Pellegrini εισάγει την έννοια της «καμπειλικρίνειας», σύμφωνα με την οποία το καμπ δεν περιορίζεται μόνο στο στοιχείο της ειρωνείας, αλλά δύναται να εκφράσει παράλληλα αυθεντικά συναισθήματα όπως πένθος, μελαγχολία ή ακόμη και ελπίδα. Οι επιτελέσεις του John Kelly [Τζων Κέλλυ] και η ενσωμάτωσή του ως Joni Mitchell [Τζόνι Μίτσελ], αποτυπώνουν τη διάσταση αυτή.
Μία ακόμη σημαντική παράμετρος είναι η σύνδεση του καμπ με τη συλλογική και αρχειακή μνήμη. Όπως προτείνει το Pellegrini, το καμπ μέσω της «αρχειακής ντραγκ» [archival drag] λειτουργεί ως μέσο ανάκτησης στιγμών και εμπειριών που παραμένουν αόρατες στη δημόσια ιστορία, κυρίως στις κουήρ κοινότητες.
Ως αισθητική προσέγγιση, το καμπ δεν εντάσσεται αποκλειστικά σε συγκεκριμένο είδος τέχνης· αποποιείται τις παραδοσιακές έννοιες του υψηλού και σοβαρού, αγκαλιάζοντας το δραματικά υπερφορτωμένο, το «κακόγουστο», το επιτηδευμένο και το θεατρικό. Χαρακτηρίζεται από ειρωνική στάση απέναντι στην κυρίαρχη κουλτούρα, μετατρέποντας στοιχεία που θεωρούνται κιτς σε συνειδητές καλλιτεχνικές επιλογές.
Στις παραστατικές τέχνες, το καμπ εκδηλώνεται μέσα από υπερβολικές ερμηνείες, εξεζητημένα κοστούμια και σκηνικά, και συχνά μέσω του στοιχείου της παρενδυσίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα θεάματα του βερολινέζικου καμπαρέ στα χρόνια του Μεσοπολέμου, το κίνημα του θεάτρου της γελοιότητας, η επιτελέστρια Divine [Ντιβάιν] και η ομάδα The Cockettes, το μιούζικαλ Rocky Horror Show (1975) του Richard O'Brien [Ρίτσαρντ Ο'Μπράιαν]σε σκηνοθεσία Jim Sharman [Τζιμ Σάρμαν], που έχει γίνει σύμβολο της καμπ κουλτούρας, τα θεάματα μπουρλέσκ και ειδικά τα νεο-μπουρλέσκ που συνδυάζουν τη νοσταλγία με τον ερωτισμό και την αυτοαναφορική ειρωνεία.
Στη μουσική, καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες όπως η Cher [Σερ], ο Elton John [Έλτον Τζων], ο David Bowie [Ντέιβιντ Μπόουι], οι Queen και η Madonna [Μαντόννα] ενσωμάτωσαν καμπ στοιχεία στις περσόνες και στα σόου τους. Η θεατρικότητα, τα εντυπωσιακά κοστούμια και η σκηνική παρουσία τους, αντανακλούν βασικά χαρακτηριστικά του καμπ.