Ο όρος σόου μαν διαμορφώθηκε στον αγγλόφωνο κόσμο κατά τον 18ο αιώνα και δήλωσε αρχικά τον επιχειρηματία ή ιμπρεσάριο του θεάματος: εκείνον που επινοούσε, οργάνωνε και διαφήμιζε δημόσια θεάματα, συνθέτοντας ελκυστικά νούμερα και αναδεικνύοντας καλλιτεχνικές περσόνες. Η σημασία αυτή παγιώθηκε τον 19ο αιώνα, παράλληλα με την εμπορευματοποίηση της ψυχαγωγίας και τη συγκρότηση της σόου μπίζνες, ενώ ο χώρος παρέμεινε κατά βάση ανδροκρατούμενος, καθώς οι κοινωνικές συμβάσεις περιόριζαν τη γυναικεία επιχειρηματικότητα. Κεντρική μορφή υπήρξε ο Phineas Taylor Barnum [Φινέας Τέιλορ Μπάρνουμ], ο οποίος λειτούργησε από το 1841 το American Museum της Νέας Υόρκης με σπάνια ζώα και θεάματα ετερόμορφων, επεξέτεινε το 1871 τη δραστηριότητά του στο περιοδεύον τσίρκο και συνεργάστηκε το 1881 με τον James Anthony Bailey [Τζέιμς Άντονυ Μπέιλυ], δημιουργώντας το σχήμα που έμεινε γνωστό ως Barnum & Bailey Circus και διαφημίστηκε ως «The Greatest Show on Earth» [Το μεγαλύτερο σόου της γης]. Ο Μπάρνουμ δεν εφηύρε το περιοδεύον τσίρκο, το οποίο ανάγεται στο Λονδίνο του 1768 και στον Philip Astley [Φίλιπ Άστλεϋ], εισήγαγε όμως πρωτοφανή κλίμακα, σιδηροδρομική περιοδεία και συστηματική μεθοδολογία δημοσιότητας.
Σταδιακά η έννοια επεκτάθηκε από τον οργανωτή στον ίδιο τον ερμηνευτή που κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο William Frederick Cody [Ουίλλιαμ Φρέντερικ Κόντυ], γνωστός ως Buffalo Bill [Μπάφαλο / Μπούφαλο Μπιλ], μετέτρεψε τη βιογραφία του σε περιοδεύον θέαμα της Άγριας Δύσης, ενώ ο Harry Houdini [Χάρρυ Χουντίνι] ανήγαγε την τέχνη των αποδράσεων σε παγκόσμιο φαινόμενο. Προς το τέλος του 19ου αιώνα η ανδροκρατική δυναμική άρχισε να υποχωρεί. Μέσα από το αμερικανικό βωντβίλ αναδείχθηκαν πρωταγωνίστριες [headliners] ικανές να ανατρέπουν τη σύμβαση του ρόλου και να συνομιλούν απευθείας με τους θεατές, όπως οι Sophie Tucker [Σόφι Τάκερ], Blossom Seeley [Μπλόσομ Σήλεϋ] και Eva Tanguay [Εύα Τάνγκουεϋ]. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο θίασος των Whitman Sisters [Αδελφές Ουίτμαν], με επικεφαλής τη Mabel Whitman [Μέιμπελ Ουίτμαν] σε ρόλο παραγωγού, χορογράφου και σκηνοθέτριας, υπήρξε από τα δημοφιλέστερα και μακροβιότερα σχήματα του μαύρου βωντβίλ.
Η φυσιογνωμία του σόου μαν και της σόου γούμαν συγκροτείται από ορισμένες σταθερές πρακτικές. Πρωταρχική είναι η άμεση απόταση προς το κοινό, η οποία καταργεί τον «τέταρτο τοίχο» και μετατρέπει τους θεατές σε συνομιλητές. Ακολουθεί η εναλλαγή ετερογενών υλικών, δηλαδή τραγουδιών, παρλάτας, ανεκδότων, μιμήσεων και χορευτικών μερών, σε μια δραματουργία νούμερων που ελέγχει ο ίδιος ο ερμηνευτής ή η ίδια η ερμηνεύτρια. Καθοριστικά είναι επίσης ο αυτοσχεδιασμός και η ικανότητα ανάγνωσης της αίθουσας, η προσωπική περσόνα που παραμένει αναγνωρίσιμη ανεξάρτητα από το εκάστοτε υλικό, καθώς και ο ενδυματολογικός κώδικας, ο οποίος λειτουργεί ως σήμα ταυτότητας.
Κατά τον 20ό αιώνα η άνοδος της σόου μπίζνες ανέδειξε πολυάριθμες τέτοιες μορφές. Ο James Barton [Τζέιμς Μπάρτον] και ο Cab Calloway [Καμπ Κάλογουεϋ] διαμόρφωσαν μια αισθητική που επηρέασε τον Elvis Presley [Έλβις Πρίσλεϋ], τον James Brown [Τζέιμς Μπράουν] και τον Michael Jackson [Μάικλ Τζάκσον], ενώ ο Liberace [Λιμπεράτσε] μετέφερε το ίδιο πρότυπο στην αίθουσα συναυλιών και στα καζίνα του Λας Βέγκας, μετατρέποντας το πιανιστικό ρεσιτάλ σε πολυτελές θέαμα με στρας, γούνες και κηροπήγια πάνω στο πιάνο. Οι καλλιτέχνες αυτοί καθιερώθηκαν χάρη στην πληθωρική σκηνική δράση, τις καινοτόμες χορογραφίες και την εκκεντρική εμφάνιση, μετατρέποντας τις συναυλίες σε φαντασμαγορικά σόου. Αντίστοιχα, η Raffaella Carrà [Ραφαέλλα Καρρά] αποτέλεσε πρότυπο για τη Madonna [Μαντόννα] και τη Lady Gaga [Λέιντι Γκάγκα], οι οποίες στήριξαν τη σκηνική τους κυριαρχία σε εντυπωσιακές και προκλητικές εμφανίσεις.
Στον ελληνικό χώρο, η Ζωζώ Σαπουντζάκη κυριάρχησε στα νυχτερινά κέντρα της Αθήνας από τη δεκαετία του 1950, κερδίζοντας το προσωνύμιο «βασίλισσα της νύχτας». Στον χώρο της πρόζας, του τραγουδιού και της επιθεώρησης πίστας, ο Γιώργος Μαρίνος θεωρείται ο σημαντικότερος Έλληνας σόου μαν, με διάδοχο τον Τάκη Ζαχαράτο, ο οποίος συνδυάζει τη μίμηση με την κοινωνική σάτιρα. Στην ελληνική τηλεόραση, η Ρούλα Κορομηλά καθιερώθηκε ως κεντρική παρουσιάστρια μεγάλων φαντασμαγορικών προγραμμάτων, εισάγοντας τα πρότυπα των διεθνών μουσικοχορευτικών σόου στην εγχώρια παραγωγή.