Ο όρος επινοήθηκε το 1965 από τον Peter Berg [Πήτερ Μπεργκ], μέλος της αμερικανικής ριζοσπαστικής θεατρικής ομάδας San Francisco Mime Troupe. Ο Ronald Guy Davis [Ρόναλντ Γκάι Ντέιβις], ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής της ομάδας, αποδίδει την έμπνευση για τον όρο στα γραπτά και την επαναστατική δράση του Ernesto Che Guevara [Ερνέστο Τσε Γκεβάρα], ενώ η λέξη guerrilla παραπέμπει, επίσης, και στις τεχνικές ανταρτοπολέμου που χρησιμοποιούσαν οι Βορειοβιετναμέζοι στον Πόλεμο του Βιετνάμ. Η καλλιτεχνική δράση της ομάδας, η οποία αξιοποιούσε αισθητικά την κωμική και σατιρική φόρμα της κομμέντια ντελλ άρτε, στόχευε στην έκφραση αντιπολεμικών θέσεων και στη στήριξη του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα. Στενά συνδεδεμένα με την San Francisco Mime Troupe υπήρξαν τα μέλη της ακτιβιστικής ομάδας Diggers, η οποία δραστηριοποιήθηκε την περίοδο 1966-1968, πραγματοποιώντας καλλιτεχνικές παρεμβάσεις που συνδύαζαν στοιχεία επιτέλεσης, χάπενινγκ και θεάτρου δρόμου. Παράλληλα, παρόμοιες καλλιτεχνικές πρακτικές εφάρμοζε η ομάδα Youth International Party / Yippies [Διεθνές Κόμμα Νεολαίας], η οποία ιδρύθηκε το 1967 στη Νέα Υόρκη από τον Abbie Hoffman [Άμπι Χόφμαν], καθώς και η ομάδα El Teatro Campesino [Αγροτικό Θέατρο], που ιδρύθηκε το 1965 στην Καλιφόρνια από τον Luis Valdez [Λουίς Βαλντές].
Οι ρίζες του ανταρτοπολεμικού θεάτρου εντοπίζονται στο αγωνιστικό-προπαγανδιστικό θέατρο αγκίτ-προπ, στο κίνημα του Νταντά και στις πρακτικές πολιτικού ακτιβισμού. Παράλληλα, άντλησε έμπνευση από το πολιτικό θέατρο της θεατρικής ομάδας Living Theatre των Judith Malina [Τζούντιθ Μαλίνα] και Julian Beck [Τζούλιαν Μπεκ], του Theatre Workshop της Joan Littlewood [Τζόαν Λίτλγουντ], του Roger Planchon [Ροζέ Πλανσόν] και του Berliner Ensemble [Μπερλίνερ Ανσάμπλ] των Helene Weigel [Χέλενε Βάιγγελ] και Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ].
Κύρια χαρακτηριστικά του είναι:
- η εστίαση σε θέματα κοινωνικού, πολιτικού και περιβαλλοντικού προβληματισμού,
- ο αυθόρμητος, αιφνιδιαστικός, αντισυμβατικός και αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας,
- η χρήση δημόσιων χώρων (όπως δρόμοι, πλατείες και πάρκα) ως σκηνής,
- η αξιοποίηση ευέλικτων και καθημερινών αντικειμένων ως σκηνικού εξοπλισμού,
- η ενεργή συμμετοχή και εμπλοκή του κοινού στα δρώμενα,
- η στόχευση στην ενθάρρυνση της αλληλεγγύης και της συλλογικής δράσης για κοινωνική αλλαγή.
Στο πλαίσιο της σύγχρονης τέχνης της επιτέλεσης, ο ίδιος ο όρος, αλλά και τεχνικές του ανταρτοπολεμικού θεάτρου, χρησιμοποιούνται από τη φεμινιστική καλλιτεχνική και ακτιβιστική συλλογικότητα Guerrilla Girls, η οποία ιδρύθηκε το 1985 στη Νέα Υόρκη, με σκοπό την αποκάλυψη των έμφυλων και φυλετικών ανισοτήτων στον χώρο της τέχνης και του πολιτισμού.
Στην Ελλάδα, η απόδοση του όρου “guerrilla theatre” ως «αντάρτικο θέατρο» είναι αδόκιμη και εσφαλμένως συγχέει το ανταρτοπολεμικό θέατρο με το «θέατρο του βουνού» — τη θεατρική δραστηριότητα που ανέπτυξαν οι θίασοι του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ στις ελεύθερες ορεινές περιοχές της Ηπείρου και της Θεσσαλίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι τα δύο φαινόμενα διαφέρουν ιστορικά, κοινωνικά και αισθητικά.