Το θέατρο εικόνων αποτελεί μια παραστασιακή μορφή που αντιτίθεται στη συμβατικά λογοκεντρική και κειμενοκεντρική σκηνοθετική προσέγγιση. Ο όρος Theatre of Images καθιερώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν Michel Guy [Μισέλ Γκυ] και έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από το θεωρητικό και κριτικό έργο της Bonnie Marranca [Μπόννι Μαράνκα], συνιδρύτριας και εκδότριας του PAJ: A Journal of Performance and Art.
Στο θέατρο εικόνων, η σύνθεση και η επιτέλεση του θεάματος δεν αρθρώνουν το νόημα πρωτίστως μέσω του λόγου ούτε ακολουθούν απαραίτητα μια γραμμική αφηγηματική δομή αιτίου–αιτιατού ή μια ρεαλιστική και ψυχολογική αναπαράσταση χαρακτήρων και σχέσεων. Αντίθετα, η προσεκτικά δομημένη μορφή και η εικαστική οργάνωση της σκηνής λειτουργούν συνειρμικά, ενεργοποιώντας τον θεατή / την θεάτρια ως συνδημιουργό του νοήματος. Οι σκηνικές εικόνες προσλαμβάνονται υποκειμενικά, με τρόπο ανοιχτό και πολυσημικό. Για τον σκοπό αυτό αξιοποιούνται ισότιμα όλα τα εκφραστικά μέσα της σκηνής: ο σκηνικός χώρος, το φως, τα κοστούμια, τα σώματα των ερμηνευτών / τριών, τα αντικείμενα, η κίνηση, ο ήχος και η μουσική, καθώς και —όταν υπάρχουν— αποσπασματικές λέξεις ή κείμενα, όχι ως φορείς αφήγησης, αλλά ως εικαστικά και ηχητικά στοιχεία.
Το θέατρο εικόνων αποτελεί προϊόν των πρωτοποριακών θεατρικών και παραστασιακών πρακτικών του 20ού αιώνα, αναδυόμενο ως αντίδραση στις παραδοσιακές μορφές θεάτρου. Αντλεί επιρροές από καλλιτεχνικά κινήματα και πρακτικές όπως ο σουρεαλισμός, το Μπάουχαους, το ιαπωνικό θέατρο Νο, η τέχνη της επιτέλεσης και το σωματικό θέατρο. Ο πειραματισμός με νέα εικαστικά και τεχνολογικά μέσα, η αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του κειμένου και του / της συγγραφέα, καθώς και η αποδόμηση της γραμμικής αφήγησης, οδήγησαν στην ανάδυση νέων τρόπων σκηνικής σύνθεσης, με κυρίαρχο τον οπτικό και σωματικό λόγο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα δημιουργού θεάτρου εικόνων αποτελεί ο σκηνοθέτης Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον]. Με πολυσχιδή καλλιτεχνική ταυτότητα —εικαστικός, αρχιτέκτονας, σκηνογράφος, συγγραφέας, χορογράφος και σκηνοθέτης— δημιουργεί παραστάσεις όπου η εικόνα συγκροτεί τον βασικό δραματουργικό άξονα. Στο έργο του κυριαρχούν η αυστηρή χρήση του φωτός και της σκιάς, τα έντονα χρώματα, η συμβολική ενδυματολογία και σκηνογραφία, η μινιμαλιστική κινησιολογία, η επαναληπτικότητα και η ιδιαίτερη διαχείριση του χρόνου. Εμβληματικό παράδειγμα αποτελεί η πειραματική όπερα Ο Αϊνστάιν στην παραλία [Einstein on the Beach] (1976), σε συνεργασία με τον συνθέτη Philip Glass [Φίλιπ Γκλας] και τη χορογράφο Lucinda Childs [Λουσίντα Τσάιλντς], ένα εικαστικό θέαμα χωρίς γραμμική αφήγηση, ανοιχτό στην ερμηνεία και διάρκειας σχεδόν πέντε ωρών, που επαναπροσδιόρισε ριζικά τη μορφή της όπερας.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του σκηνοθέτη Tadeusz Kantor [Ταντέους Κάντορ], του οποίου το έργο επηρεάστηκε έντονα από τον ντανταϊσμό, τον κονστρουκτιβισμό και τις εικαστικές πρωτοπορίες. Οι παραστάσεις του συνδύαζαν τις παραστατικές με τις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τα αντικείμενα ως φορείς μνήμης και συμβολισμού, καθώς και τη χρήση μαριονετών. Στην εμβληματική παράσταση Η νεκρή τάξη, [Umarła klasa, 1975], ο Kantor εισάγει στη σκηνή κούκλες φυσικού μεγέθους, τις οποίες διευθύνει ο ίδιος, δημιουργώντας μια υποβλητική, πολυεπίπεδη εικονοποιητική σύνθεση γύρω από το τραύμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Παράλληλα, το έργο του Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι] συγκροτείται μέσα από μία ακραίας έντασης διαδικασία εικονοπλασίας, όπως στην παράσταση Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού [On the Concept of the Face, regarding the Son of God, 2011], όπου το σώμα, ο ήχος και η σκηνική εικόνα λειτουργούν ως αυτόνομα δραματουργικά στοιχεία, παράγοντας ένα βαθιά αισθητηριακό και φιλοσοφικό θέατρο που υπερβαίνει τον λόγο και προκαλεί τον / την θεατή / θεάτρια να αντιμετωπίσει την εικόνα ως εμπειρία και όχι ως αφήγηση.
Στον ελληνικό χώρο, έντονα εικονοποιητικό έργο έχει αναπτύξει ο σκηνοθέτης και χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou], αρχικά με την Ομάδα Εδάφους [Edafos Dance Theatre] και στη συνέχεια ως ανεξάρτητος δημιουργός. Στις σκηνοθεσίες-χορογραφίες του, η εικονοποιία λειτουργεί ως αφετηρία και βασικός μηχανισμός της δραματουργίας. Η αφήγηση δεν προκύπτει από μια γραμμική ιστορία, αλλά από τη σύνθεση εικόνων και συμβόλων, σε μια πυκνή οπτική γραφή που παραπέμπει σε πρακτικές του χοροθεάτρου, όπως εκείνες της Pina Bausch [Πίνα Μπάους]. Η σκηνογραφική αντίληψη του χώρου, τα συμβολικά αντικείμενα και ο ιδιαίτερος κινησιολογικός κώδικας συνιστούν τα βασικά μέσα της εικονοποιητικής του αφήγησης. Ένα ακόμη παράδειγμα σύγχρονου θεάτρου εικόνων αποτελεί ο σκηνοθέτης και ερμηνευτής Ευριπίδης Λασκαρίδης [Euripides Laskaridis]. Σε συνεργασία με την ομάδα OSMOSIS, που ίδρυσε το 2009, δημιουργεί παραστάσεις με έντονο γκροτέσκο και εικονοπλαστικό χαρακτήρα, όπου συνυπάρχουν οι εικαστικές τέχνες, ο χορός και το θέατρο. Στο πεδίο της τέχνης της επιτέλεσης, η Λήδα Παπακωνσταντίνου [Leda Papaconstantinou] έχει επίσης προτείνει έργα που κινούνται ανάμεσα στη θεατρική δράση και την εικαστική πράξη, τα οποία συχνά εντάσσονται στο πεδίο του θεάτρου εικόνων.