Ο όρος είναι αντιδάνειο από την ιταλική λέξη "caratterista" και σχετίζεται σημασιολογικά με την έννοια του «χαρακτήρα». Ο/η καρατερίστας/καρατερίστα (ή, κατά την ιστορική απόδοση του όρου στην ελληνική, ο/η χαρακτηριστής/χαρακτηρίστρια) ενσαρκώνει ιδιαίτερους, χαρακτηριστικούς ρόλους, κωμικούς ή δραματικούς, οι οποίοι συνήθως είναι δεύτεροι/υποστηρικτικοί –καθοριστικοί, ωστόσο, για τη δραματική πλοκή– καταλήγοντας, ενίοτε, να είναι ακόμα και διαχρονικά εμβληματικοί και αξιομνημόνευτοι από καλλιτεχνική άποψη. Ένας/μία καρατερίστας/καρατερίστα διαθέτει αξιοπρόσεκτη μεταμορφωτική ικανότητα, γι' αυτό συχνά τέτοιου είδους ερμηνευτές/ερμηνεύτριες χαρακτηρίζονται ως «χαμαιλέοντες». Οι καρατερίστες κατασκευάζουν έναν προσωπικό κωμικό ή δραματικό κώδικα, υπερτονίζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (σωματικά, ηλικιακά, γλωσσικά, φωνητικά, εξωλεκτικά, ιδιοσυγκρασιακά), με αποτέλεσμα να ερμηνεύουν τον ρόλο με μια συγκεκριμένη υποκριτική μανιέρα. Ιδιαίτερα συνυφασμένος παραμένει ο όρος με ρόλους γηραιών χαρακτήρων, που μπορεί να ερμηνεύονται, όχι μόνο από καλλιτέχνες/καλλιτέχνιδες αντίστοιχης, αλλά και νεαρότερης ηλικίας. Σε τέτοιου είδους καρατερίστικους ρόλους στρέφονται συχνά προς το τέλος της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας τους και ηθοποιοί που δεν έχουν εξαρχής εξειδικευτεί σε αυτούς, έχοντας πρότερα αναλάβει πρωταγωνιστικούς ρόλους (όπως ζεν πρεμιέ, ενζενύ), τους οποίους αδυνατούν να υποστηρίξουν πλέον από ηλικιακή άποψη. Συχνό είναι και το φαινόμενο της τυποποίησης μεγάλης μερίδας καρατεριστών σε συγκεκριμένους ρόλους στο πλαίσιο της περαιτέρω εμπορευματοποίησης της προηγούμενης επιτυχίας τους σε αυτούς, με αποτέλεσμα την ώθησή τους στην επαναλαμβανόμενη υπόδυση παρόμοιων ρόλων.
Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος συνδέεται κυρίως με τον χώρο του κινηματογράφου και, πιο πρόσφατα, και της τηλεόρασης. Σε επίπεδο σκηνικής πρακτικής, σχετίζεται περισσότερο με συμβατικές κατηγοριοποιήσεις ρόλων (π.χ. ρολίστας, τυπίστας, ζεν πρεμιέ, ντάμα, ενζενύ, σουμπρέτα) που αντιστοιχούν σε προκαθορισμένες θέσεις στη σύνθεση –κυρίως επαγγελματικών– θιάσων και αφορούν σε θεατρικές ή μουσικοθεατρικές παραστάσεις, οι οποίες απαντώνται σε παλαιότερες καλλιτεχνικές περιόδους, κυρίως του 20ού αιώνα, στην Ελλάδα και ευρύτερα την Ευρώπη.
Γενικώς, οι καρατερίστες υπολείπονται της λάμψης που κυρίως χαρακτηρίζει τους/τις συναδέλφους τους εκείνους/εκείνες που έχουν κατεξοχήν διαπρέψει ως πρωταγωνιστές/πρωταγωνίστριες και συγκριτικά με αυτούς/αυτές είναι πιο ασυνήθης η αναγωγή τους σε «αστέρες». Παράλληλα, γεγονός είναι πως εφάμιλλη –ή άλλοτε ακόμα και υπέρτερη εκείνων– έχει αποδειχτεί η αξιόλογη και σπουδαία σταδιοδρομία που έχει διαγράψει μια πλειάδα ηθοποιών ή τραγουδιστών/τραγουδιστριών ως καρατεριστών, αποσπώντας, ανάλογα, και οι ίδιοι/ίδιες υψηλές τιμητικές διακρίσεις και κερδίζοντας ευρεία δημοφιλία και διασημότητα. Ήδη από τον 19ο αιώνα ο Ευάγγελος Παντόπουλος και ο Αντώνιος Λάνδης, και στον 20ό, η Αγγέλα Γαβριηλίδου, η Ελένη Ξαβερίου-Χέλμη, η Αθανασία Μουστάκα, η Μαρίκα Νέζερ, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, η Γεωργία Βασιλειάδου, η Ηρώ Κυριακάκη, η Ντίνα Κώνστα, ο Αθηνόδωρος Προύσαλης, ο Γιώργος Μοσχίδης στην Ελλάδα· και οι Maude Eburne [Μωντ Ήμπερν], Tina Pica [Τίνα Πίκα], Judith Anderson [Τζούντιθ Άντερσον], Agnes Moorehead [Άγκνες Μούρχεντ], Thelma Ritter [Θέλμα Ρίττερ], Peter Lorre [Πήτερ Λόρρε], Mario Carotenuto [Μάριο Καροτενούτο], Louis de Funès [Λουί ντε Φυνές], Margo Martidale [Μάργκο Μάρτιντεϊλ] και Philip Seymour Hoffman [Φίλιπ Σέιμουρ Χόφφμαν] στο εξωτερικό συνιστούν επιτυχημένους/επιτυχημένες και διακεκριμένους/διακεκριμένες καρατερίστες.