Η μουσική διεύθυνση αποτελεί τη διαδικασία καθοδήγησης μουσικών συνόλων με σκοπό την επίτευξη ερμηνευτικής συνοχής, ρυθμικού συντονισμού και εκφραστικής ομοιογένειας κατά τη δημόσια παρουσίαση μουσικών έργων. Ως συστηματική πρακτική, απαιτεί έναν/μία αρχιμουσικό, δηλαδή ένα πρόσωπο υπεύθυνο για τις ερμηνευτικές αποφάσεις και τη διαχείριση τόσο των δοκιμών, όσο και των ζωντανών παρουσιάσεων. Η μουσική διεύθυνση πραγματοποιείται μέσω κωδικοποιημένων νευμάτων και χειρονομιών που διαβιβάζουν τις προθέσεις του/της αρχιμουσικού σχετικά με στοιχεία όπως το τέμπο, οι δυναμικές και η μουσική φράση. Η κινησιολογία αυτή διαφοροποιείται ανάλογα με τη σχολή, το ρεπερτόριο, το είδος της μουσικής και το προσωπικό ύφος του/της αρχιμουσικού. Συχνά επιτελείται με τη χρήση μιας μικρής ράβδου, της μπαγκέτας, ωστόσο πολλές παραδόσεις και ορισμένα σύνολα χρησιμοποιούν αποκλειστικά χειρονομίες και σωματική έκφραση.
Κατά την αρχαιότητα, τα μέλη των διθυραμβικών και δραματικών Χορών ακολουθούσαν τις οπτικές και ακουστικές υποδείξεις του κορυφαίου. Στα νεότερα χρόνια, σε παραδοσιακά και αστικολαϊκά καλλιτεχνικά σχήματα της Ελλάδας, της Μεσογείου και άλλων περιοχών, η μουσική διεύθυνση παρέμεινε συχνά άτυπη: ένας/μία μουσικός με ηγετική δυνατότητα ή οργανωτική εμπειρία αναλάμβανε εκ των πραγμάτων τον συντονισμό, δίνοντας τον ρυθμό, διαμορφώνοντας τις εισόδους και καθορίζοντας τη ροή της μουσικής εκτέλεσης. Στη λειτουργική μουσική της Ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, ο πρωτοψάλτης ή ο λαμπαδάριος καθοδηγεί τον ψαλτικό Χορό μέσω ακουστικών σημάτων, νευμάτων και εκφράσεων, ενώ ο εξάρχων ψάλλει πρώτος ως υπόδειγμα ένα μέρος που επαναλαμβάνεται από τον Χορό. Παρόμοιες πρακτικές φαίνεται να ίσχυαν στα φωνητικά σύνολα του μεσαιωνικού Δυτικού κόσμου.
Κατά την Αναγέννηση, ο συντονισμός των συνόλων επιτυγχανόταν με κτύπημα μιας ράβδου στο έδαφος από τον κορυφαίο. Στη μουσική του Μπαρόκ, τη μουσική καθοδήγηση αναλάμβανε είτε ο κορυφαίος του συνόλου (πρώτο βιολί), είτε ο μουσικός που απέδιδε το συνεχές βάσιμο [basso continuo] από κάποιο πληκτροφόρο όργανο, όπως το τσέμπαλο ή το εκκλησιαστικό όργανο, με κινήσεις και νεύματα. Η μουσική διεύθυνση καθιερώθηκε ως αυτόνομη τέχνη κατά την εποχή του ρομαντισμού, όταν αυξήθηκε το μέγεθος των ορχηστρών και η πολυπλοκότητα των μουσικών έργων. Ανάλογη σημασία απέκτησε η μουσική διεύθυνση στον χώρο της όπερας και του μουσικού θεάτρου.
Στη σύγχρονη εποχή, η μουσική διεύθυνση εκτείνεται σε ποικίλες μορφές συνόλων. Στις στρατιωτικές και πολιτικές μπάντες, κατά τις τελετουργικές πομπές, εφαρμόζονται τυποποιημένες χειρονομίες με έμφαση στον ρυθμικό συγχρονισμό και τη χωρική κίνηση, ενώ στις συναυλίες τέτοιων συνόλων ακολουθούνται πρακτικές παράλληλες προς αυτές της συμφωνικής ορχήστρας. Στις μεγάλες μπάντες [big band] τζαζ ο/η αρχηγός [bandleader] διαχειρίζεται όχι μόνο τον ρυθμικό και αρμονικό συντονισμό, αλλά και τις αυτοσχεδιαστικές επιλογές. Σε σύνολα που συνδυάζουν τη συμφωνική ορχήστρα με ηλεκτρονική μουσική, ή/και άλλα είδη σύγχρονης μουσικής, απαιτείται ο χρονικός συντονισμός ηχογραφημένων ή ζωντανών πολυμέσων (προβολών, φωτισμών, προγραμματισμένων παρεμβάσεων), τα οποία προϋποθέτουν εξειδικευμένες τεχνικές και χρήση ακουστικών ή ενδοακουστικών ή χρονικών σηματοδοτών [click tracks].
Οι σπουδές διεύθυνσης ορχήστρας, χορωδίας και μουσικών συνόλων στις Μουσικές Ακαδημίες απαιτούν υψηλού επιπέδου ακουστικές ικανότητες και θεωρητικό υπόβαθρο, καθώς και τη δυνατότητα κατανόησης της δομής και των προθέσεων ενός έργου στην ολότητά του. Η γνώση ενός σολιστικού οργάνου, όπως του πιάνου, παρέχει στον/στην αρχιμουσικό τη βέλτιστη εποπτεία της παρτιτούρας, συμβάλλοντας σημαντικά στη μελέτη και ερμηνεία ενός μουσικού έργου.