Η βιντεο-όπερα προκύπτει όταν με την διαμεσολάβηση του κινηματογραφικού φακού διαφοροποιείται ο τρόπος πρόσληψης της όπερας από το κοινό, εν συγκρίσει προς την ζωντανή παράσταση. Αν και η οντολογία της αποτελεί αντικείμενο θεωρητικής συζήτησης, αναγνωρίζονται ευρέως οι παρακάτω μορφές:
- Μαγνητοσκόπηση της ζωντανής παράστασης: Η καταγραφή μιας ολοκληρωμένης θεατρικής παράστασης. Αν και διατηρεί τη ροή της ζωντανής επιτέλεσης, ο ρόλος του/της σκηνοθέτη/τριας παραμένει κρίσιμος, καθώς η επιλογή του είδους των πλάνων (κοντινά, γενικά κ.λπ.) καθοδηγεί το βλέμμα του/της θεατή/τριας.
- Ζωντανή αναμετάδοση [Live streaming]: Διαφέρει από τη μαγνητοσκόπηση ως προς τον παράγοντα του χρόνου. Πρόκειται για την απευθείας μετάδοση μιας παράστασης τη στιγμή που συμβαίνει, διατηρώντας την αίσθηση του ζωντανού γεγονότος.
- Ταινία όπερας: Η αυτόνομη κινηματογραφική μορφή του έργου της όπερας. Εδώ, η μουσική είναι συνήθως προ-ηχογραφημένη και ο/η σκηνοθέτης/τρια έχει απόλυτη ελευθερία στα κινηματογραφικά εργαλεία: τον ρυθμό της αφήγησης, την επιλογή των χώρων, τη συνάρμοση/μοντάζ, το χρώμα.
Οι ρίζες του είδους εντοπίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα, με τις πρώτες ζωντανές ραδιοφωνικές μεταδόσεις από τη Metropolitan Opera (1910) και τις προβολές όπερας στον βουβό κινηματογράφο, με ζωντανή μουσική συνοδεία. Η ανάπτυξη του ομιλούντος κινηματογράφου προσέφερε νέες δυνατότητες εξέλιξης του είδους ως προς τη δομή και τη λειτουργία της μουσικής. Η έλευση της τηλεόρασης μεταπολεμικά κατέστησε την όπερα ένα προϊόν οικιακής κατανάλωσης, συχνά με την υποστήριξη κρατικών επιχορηγήσεων για την αισθητική καλλιέργεια των πολιτών. Η δεκαετία του 1970 και κυρίως εκείνη του 1980 υπήρξαν καθοριστικές για την εδραίωση της ταινίας όπερας ως αυτόνομου κινηματογραφικού είδους. Ο Ingmar Bergman [Ίνγκμαρ Μπέργκμαν] άνοιξε τον δρόμο με τον Μαγικό Αυλό (Trollflöjten, 1975), μια τηλεοπτική διασκευή του μοτσαρτικού έργου που ανέδειξε τη θεατρικότητα της οπερατικής σύμβασης μέσω της κάμερας. Ο Joseph Losey [Τζόζεφ Λόουζυ] σκηνοθέτησε τον Δον Τζοβάννι (Don Giovanni, 1979), γυρισμένο στις παλλαδιανές βίλες του Βένετο, όπου η αρχιτεκτονική τοπιογραφία λειτούργησε ως δραματουργικός συντελεστής. Ο Franco Zeffirelli [Φράνκο Τζεφφιρέλλι], με υπόβαθρο σκηνοθέτη όπερας στην Scala και στο Covent Garden, μετέφερε στη μεγάλη οθόνη την Τραβιάτα (La Traviata, 1982) με την Teresa Stratas [Τερέζα Στράτας] και τον Plácido Domingo [Πλάθιδο Ντομίνγκο], καθώς και τον Οθέλλο (Otello, 1986), σε μια αισθητική μεγαλοπρεπούς ρεαλισμού με έμφαση στη λεπτομέρεια του κοστουμιού και του σκηνικού. Ο Francesco Rosi [Φραντσέσκο Ρόζι], εκκινώντας από την παράδοση του ιταλικού πολιτικού κινηματογράφου, υπέγραψε την Κάρμεν (Carmen, 1984) με γυρίσματα σε φυσικά τοπία της Ανδαλουσίας, προσδίδοντας στο έργο του Bizet [Μπιζέ] μια εθνογραφική και σχεδόν νεορεαλιστική διάσταση.
Στον ελληνικό χώρο, αξιοσημείωτη είναι η διπλή κινηματογραφική μεταφορά της οπερέττας Οι Απάχηδες των Αθηνών, τόσο ως βουβή ταινία (1930) όσο και ως ομιλούσα (1950). Επιπλέον, η κουήρ [queer] βιντεο-όπερα Orfeas2021 της ομάδας ** ΦΥΤΑ** αποτελεί ένα έργο-σταθμό, καθώς δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου ως ψηφιακό έργο, κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.