Το φλαμένκο [flamenco] αποτελεί σύζευξη τριών συνιστωσών: τραγουδιού / κάντε [cante], κιθαριστικής μουσικής / τόκε [toque] και χορού / μπάιλε [baile], με καταγωγή από την Ανδαλουσία της νότιας Ισπανίας. Η σκηνική παρουσίασή του ακολουθεί τυποποιημένες φόρμες, επιτρέποντας παράλληλα εκτεταμένο αυτοσχεδιασμό και αυθόρμητη επικοινωνία μεταξύ των ερμηνευτών/ερμηνευτριών. Η υπερβατική διάσταση της ερμηνείας αποδίδεται με τον όρο ντουέντε [duende], τον οποίο ο Federico García Lorca [Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα] ανέλυσε στο δοκίμιο Juego y teoría del duende [Παιχνίδι και θεωρία του ντουέντε] (1933), ως κατάσταση ακραίας εκφραστικής έντασης κατά την οποία ο/η ερμηνευτής/ερμηνεύτρια υπερβαίνει την τεχνική δεξιότητα. Το 2010, η UNESCO αναγνώρισε το φλαμένκο ως Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά της Ανθρωπότητας.
Η γένεση του φλαμένκο συνδέεται με τις κοινότητες των Ρομά [gitanos / χιτάνος] στην Ανδαλουσία και τη μακραίωνη συνύπαρξη ισλαμικών, χριστιανικών και εβραϊκών πολιτισμικών στοιχείων στη νότια Ιβηρική. Αρχικά χορευόταν μόνο με τη συνοδεία τραγουδιού και χτυπημάτων των χεριών. Στις οικογένειες των Ρομά η πρώιμη αυτή φωνητική παράδοση ήταν α καπέλλα: περιλάμβανε εορταστικά άσματα και εργατικά τραγούδια, όπως το martinete [μαρτινέτε], το τραγούδι των σιδεράδων, του οποίου ο ρυθμός σημαδευόταν από τα χτυπήματα του σφυριού στο αμόνι. Η μετέπειτα εμφάνιση της κιθάρας από ξύλο κυπαρισσιού, με τον λαμπρότερο ήχο της, εναρμόνισε και μετρίασε το τραγούδι και ευνόησε τη γέννηση των πρώτων μορφών φλαμένκο, μεταξύ των οποίων η siguiriya [σιγκιρίγια]. Αργότερα προστέθηκαν και οι καστανιέτες. Το φλαμένκο φέρει βαθιά σύνδεση με την πολιτισμική ταυτότητα των Ρομά, ενώ από τον 20ό αιώνα αποτέλεσε και σύμβολο της ισπανικής εθνικής ταυτότητας. Η παράδοση μεταδιδόταν αρχικά προφορικά σε κοινοτικά και ιδιωτικά περιβάλλοντα (ταβέρνες, οικογενειακά γλέντια), πριν εισέλθει στην επαγγελματική σκηνή τον 19ο αιώνα μέσω των καφέ καντάντε [cafés cantantes]. Η περίοδος 1869-1910 περίπου θεωρείται ο «χρυσός αιώνας» [edad de oro] του είδους, κατά την οποία κωδικοποιήθηκαν οι κύριες φόρμες και αναδείχθηκαν οι πρώτοι επαγγελματίες ερμηνευτές/ερμηνεύτριες. Οι βασικοί χοροί του φλαμένκο είναι οι: alegria [αλεγρία], soleá [σολεά], buleria [μπουλερία] και farruca [φαρούκα]. Από τα μέσα του 20ού αιώνα, ο θεσμός του ταμπλάο [tablao, από το tablado, το ξύλινο σανίδωμα που λειτουργεί ως ηχείο], της επαγγελματικής σκηνής φλαμένκο με σταθερό θίασο, κατέστη ο κυρίαρχος χώρος σκηνικής παρουσίασης. Κατά τη δικτατορία του Francisco Franco [Φρανθίσκο Φράνκο], το φλαμένκο προβλήθηκε διεθνώς ως εθνική «λαϊκή» τέχνη, γεγονός που συσκότισε τις μειονοτικές και εθνοτοπικές ρίζες του.
Ρυθμικά και μελωδικά, το φλαμένκο οργανώνεται σε φόρμες [palos / πάλος] (siguiriyas, soleares, bulerías, alegrías, fandango / φαντάνγκο κ.ά.), καθεμία με ιδιαίτερα ρυθμικά μοτίβα, ύφος και θεματολογία. Το τραγούδι, πυρήνας της παράδοσης, διακρίνεται σε cante jondo [κάντε χόντο] (βαθύ, δραματικό) και cante chico [κάντε τσίκο] (ελαφρύτερο, χορευτικό) και εκφράζει πόνο, χαρά, έρωτα ή υπαρξιακή αγωνία. Η κιθάρα παρέχει ρυθμική και αρμονική δομή, μελωδικές φράσεις και αυτοσχεδιαστικά μέρη [falsetas / φαλσέτας], ενώ τα χειροκροτήματα [palmas / πάλμας] και οι φωνητικές παροτρύνσεις [jaleo / χαλέο] συμπληρώνουν τη ρυθμική υφή. Ο χορός εκτελείται με έμφαση στα κρουστικά χτυπήματα των ποδιών [zapateado / θαπατεάδο], τις κινήσεις χεριών και κορμού και την εκφραστικότητα του προσώπου· ο/η χορευτής/χορεύτρια λειτουργεί σε διαρκή διάλογο με τον/τη μουσικό και τον/την τραγουδιστή/τραγουδίστρια.
Το φλαμένκο δεν διαθέτει καθιερωμένη ενδυμασία. Στην πρώιμη πρακτική οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες εμφανίζονταν με τα καθημερινά αστικά ρούχα της εποχής τους, ενώ η σκηνική περιβολή διαμορφώθηκε από τις ανάγκες της κίνησης: η μπάτα δε κόλα [bata de cola], το φόρεμα με μακριά ουρά, και το μαντόν δε Μανίλα [mantón de Manila], το κεντητό σάλι, λειτουργούν ως χορευτικά όργανα που χειραγωγούνται με το πόδι και τους ώμους, ενώ τα υποδήματα με τακούνια λειτουργούν ως κρουστά. Ο λεγόμενος τράχε δε φλαμένκα [traje de flamenca], με τους φραμπαλάδες, την πεϊνέτα και το άνθος, δεν συνιστά κοστούμι της παράστασης: προέρχεται από την εορταστική αμφίεση της Φέριας της Σεβίλλης, κωδικοποιήθηκε ως ανδαλουσιανή «στολή» στις αρχές του 20ού αιώνα και καθιερώθηκε διεθνώς ως τουριστικό στερεότυπο κατά τη φρανκική περίοδο.
Μεταξύ των σημαντικότερων δημιουργών, ο κιθαρίστας Paco de Lucía [Πάκο ντε Λουθία] ανανέωσε ριζικά την τεχνική του τόκε και ο τραγουδιστής Camarón de la Isla [Καμαρόν ντε λα Ίσλα] μετασχημάτισε το κάντε χόντο. Στον χορό, η Carmen Amaya [Κάρμεν Αμάγια] επέβαλε μια ριζοσπαστική σκηνική παρουσία με πρωτοφανή ένταση, ενώ ο Israel Galván [Ισραέλ Γκαλβάν] αποδόμησε τις συμβάσεις του μπάιλε σε σύνδεση με τον σύγχρονο χορό. Στη σύνθεση, ο Manuel de Falla [Μανουέλ ντε Φάγια] ενσωμάτωσε στοιχεία φλαμένκο στο μπαλέτο El amor brujo [Ο μάγος έρωτας] (1915), γεφυρώνοντας τη λαϊκή παράδοση με τη σύγχρονη μουσική. Στον κινηματογράφο, ο σκηνοθέτης Carlos Saura [Κάρλος Σάουρα], σε συνεργασία με τον χορογράφο Antonio Gades [Αντόνιο Γκάντες], ανέδειξε το φλαμένκο μέσω ταινιών όπως η Carmen [Κάρμεν] (1983) και το ντοκιμαντέρ Flamenco (1995), ενώ η Cristina Hoyos [Κριστίνα Όγιος] ερμήνευσε τον κεντρικό χορευτικό ρόλο στον Μάγο έρωτα (1986) του Saura.
Το κλασσικό μπαλέτο επέδειξε διαχρονικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ισπανικό χορό. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το El sombrero de tres picos [Το τρίκωχο καπέλο], χορογραφία του Λεονίντ Μασίν [Leonid Massine] για τα Ρωσικά Μπαλέτα [Ballets Russes] του Σεργκέι Ντιάγκιλεφ [Sergei Diaghilev] (πρώτη παράσταση στο Λονδίνο, 1919), σε μουσική Manuel de Falla [Μανουέλ ντε Φάγια] και σκηνικά και κοστούμια Pablo Picasso [Πάμπλο Πικάσσο]. Στο έργο ο ίδιος ο χορογράφος ερμήνευσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του μυλωνά, χορεύοντας μια farruca και άλλους ισπανικούς χορούς, τους οποίους είχε διδαχθεί από τον χορευτή φλαμένκο Félix Fernández García [Φέλιξ Φερνάντεθ Γαρθία] κατά την παρα μονή του στην Ισπανία στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σήμερα, το φλαμένκο διασταυρώνεται με τζαζ, σύγχρονο χορό και άλλα μουσικά είδη, δημιουργώντας υβριδικές μορφές, όπως το νέο φλαμένκο [flamenco nuevo / φλαμένκο νουέβο]. Θεσμοί όπως η Μπιεννάλε Φλαμένκο της Σεβίλλης [Bienal de Flamenco de Sevilla], που από το 1980 διοργανώνεται ανά διετία, και το Φεστιβάλ του Χερέθ [Festival de Jerez] λειτουργούν ως πεδία ανάθεσης νέων έργων και ανάδειξης νέων ερμηνευτών/ερμηνευτριών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Rocío Molina [Ροθίο Μολίνα], η οποία συνδυάζει την παραδοσιακή τεχνική του μπάιλε με τη χορογραφική έρευνα. Παράλληλα η παραδοσιακή πρακτική διατηρεί τη ζωτικότητά της στα ταμπλάο, στις χουέργκας και στα κοινοτικά περιβάλλοντα, όπου η μετάδοση παραμένει προφορική.