In Freud's work, masochism was labeled primary or secondary according to its position relative to sadism. Primary masochism described the will to make oneself endure pain, even to the extent of risking death. It was termed primary because it had greater force than the will to cause another person pain, pain that might even include homicide (or so Freud began to claim after his 1920 publication of "Beyond the Pleasure Principle"). Freud linked primary masochism to the death drive, whereas primary sadism had more to do with the survival instinct—the desire, enacted literally or metaphorically, to kill rather than be killed.
Στο έργο του Φρόυντ, ο μαζοχισμός χαρακτηριζόταν ως πρωτογενής ή δευτερογενής ανάλογα με τη θέση του σε σχέση με τον σαδισμό. Ο πρωτογενής μαζοχισμός περιέγραφε τη βούληση να υπομείνει κανείς πόνο, ακόμη και σε βαθμό που να διακινδυνεύει τη ζωή του. Ονομάστηκε πρωτογενής επειδή είχε μεγαλύτερη δύναμη από τη βούληση να προκαλέσει κανείς πόνο σε ένα άλλο άτομο, πόνο που θα μπορούσε ακόμη και να οδηγήσει σε ανθρωποκτονία (ή τουλάχιστον έτσι άρχισε να υποστηρίζει ο Φρόυντ μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του «Πέρα από την Αρχή της Ηδονής» το 1920). Ο Φρόυντ συνέδεσε τον πρωτογενή μαζοχισμό με την ενόρμηση θανάτου, ενώ ο πρωτογενής σαδισμός σχετιζόταν περισσότερο με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης — την επιθυμία, που επιτελείται κυριολεκτικά ή μεταφορικά, να σκοτώνεις αντί να σε σκοτώνουν.
Το παράθεμα τοποθετεί τις σαδομαζοχιστικές πρακτικές στο φροϋδικό πλαίσιο, όπου ο πρωτογενής μαζοχισμός συνδέεται με την ενόρμηση θανάτου και ο πρωτογενής σαδισμός με την αυτοσυντήρηση. Η θεωρητική αυτή αφετηρία φωτίζει τη λογική της εκούσιας ανάληψης του πόνου, η οποία διακρίνει τις σαδομαζοχιστικές πρακτικές από κάθε μορφή επιβεβλημένης βίας. Στην επιτέλεση η διάκριση αποκτά σκηνική υπόσταση, αφού το σώμα του επιτελεστή και της επιτελέστριας γίνεται ο τόπος όπου η ενόρμηση δοκιμάζεται υπό συνθήκες συναίνεσης.
O'Dell, K. (1998). Contract with the Skin: Masochism, Performance Art, and the 1970s. Minneapolis & London: University of Minnesota Press, σ. 24.