Η μεταγλώττιση συνιστά μορφή διαγλωσσικής οπτικοακουστικής μετάφρασης και εφαρμόζεται σε κινηματογραφικά έργα, τηλεοπτικές παραγωγές, ντοκιμαντέρ, κινούμενα σχέδια, βιντεοπαιχνίδια και διαφημίσεις. Η στενή σύνδεσή της με τις παραστατικές τέχνες εδράζεται στον καθοριστικό ρόλο του/της ηθοποιού φωνής και του/της σκηνοθέτη / σκηνοθέτριας μεταγλωττίσεων. Ειδικότερα, η φωνητική υποκριτική αποτελεί απαιτητικό και εξειδικευμένο πεδίο της υποκριτικής τέχνης, το οποίο υπερβαίνει την απλή εκφώνηση κειμένου. Στόχος της μεταγλώττισης είναι να δημιουργηθεί η ψευδαίσθηση της φυσικής ομιλίας των χαρακτήρων στη γλώσσα-στόχο. Ο/Η ηθοποιός καλείται να αποδώσει τον ρόλο αποκλειστικά μέσω του οργάνου της φωνής, αναπαράγοντας το συναίσθημα, τον ρυθμό και την ένταση της πρωτότυπης ερμηνείας, και ταυτόχρονα να ανταποκριθεί στους αυστηρούς τεχνικούς περιορισμούς του χειλικού συγχρονισμού. Η σωματοποίηση του ρόλου, εντός των περιοριστικών συνθηκών του στούντιο, είναι κομβική, καθώς η φυσικότητα της φωνής προϋποθέτει τη συνολική σωματική εγρήγορση του ερμηνευτή / της ερμηνεύτριας. Οι απαιτούμενες δεξιότητες περιλαμβάνουν την ορθοφωνία, τον έλεγχο της αναπνοής, την ικανότητα αυτοσχεδιασμού, την προσαρμοστικότητα σε διαφορετικά δραματικά είδη, καθώς και την τεχνική ακρίβεια κατά τη χρήση του μικροφώνου.
Ο όρος μεταγλώττιση έχει μακρά διαδρομή στην ελληνική γλώσσα, προγενέστερη της οπτικοακουστικής του σημασίας. Το ρήμα μεταγλωττίζω μαρτυρείται ήδη στην αρχαιότητα με τη σημασία «μεταφράζω, αποδίδω σε άλλη γλώσσα», ενώ το ουσιαστικό μεταγλώττισις απαντά στους μεσαιωνικούς χρόνους δηλώνοντας τη μετάφραση ή την απόδοση κειμένου από μια γλωσσική μορφή σε άλλη. Η εξειδικευμένη σύγχρονη σημασία, δηλαδή η αντικατάσταση των φωνών ενός οπτικοακουστικού έργου, αποτελεί σημασιολογική μετατόπιση του 20ού αιώνα, συνδεδεμένη με την ανάγκη απόδοσης ξενόγλωσσων ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων στο εγχώριο κοινό.
Η ιστορική εξέλιξη της πρακτικής συνδέεται άρρηκτα με την άφιξη του ομιλούντος κινηματογράφου στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Η ενσωμάτωση του ήχου κατάργησε την οικουμενικότητα του βωβού κινηματογράφου και δημιούργησε νέα γλωσσικά εμπόδια, καθιστώντας τη μετάφραση των διαλόγων άμεση εμπορική αναγκαιότητα για την ευρωπαϊκή αγορά. Αρχικά, οι εταιρείες παραγωγής κατέφυγαν στη δαπανηρή λύση της εκ νέου κινηματογράφησης των ταινιών σε διαφορετικές γλώσσες [Multiple-Language Versions - MLVs], χρησιμοποιώντας τους ίδιους ή διαφορετικούς ηθοποιούς. Σύντομα, η μεταγλώττιση επικράτησε ως η πλέον αποδοτική, από οικονομική και τεχνική άποψη, μέθοδος προσέγγισης του διεθνούς κοινού. Κατά τη δεκαετία του 1930, αυταρχικά καθεστώτα, όπως η Ιταλία υπό τον Benito Mussolini [Μπενίτο Μουσσολίνι] και η Ισπανία υπό τον Francisco Franco [Φρανθίσκο Φράνκο], χρησιμοποίησαν εκτενώς τη μεταγλώττιση ως θεσμικό εργαλείο λογοκρισίας, ιδεολογικού ελέγχου και προστασίας της εθνικής γλώσσας από εξωτερικές επιρροές, αλλοιώνοντας συστηματικά τους διαλόγους που κρίνονταν μη αποδεκτοί. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η πλήρης επικράτηση του ομιλούντος κινηματογράφου, η τεχνολογική εξέλιξη της μίξης του ήχου και η ραγδαία εξάπλωση της τηλεόρασης εδραίωσαν τη μεταγλώττιση ως διακριτή τέχνη, με χώρες όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Γαλλία να αναπτύσσουν στιβαρές εθνικές βιομηχανίες.
Στην Ελλάδα η μεταγλώττιση εμφανίστηκε στον κινηματογράφο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1940, με πρωιμότερο τεκμηριωμένο δείγμα την ταινία Τα Πάθη του Ιησού [Jesús de Nazareth] (1946, Studio Alfa), ενώ κατά τη δεκαετία του 1950 εφαρμόστηκε σε περαιτέρω ξένες παραγωγές ζωντανής δράσης, κυρίως θρησκευτικού περιεχομένου. Για την τηλεόραση αναπτύχθηκε μετά την έναρξη των τακτικών τηλεοπτικών εκπομπών το 1966. Η πρώτη μεταγλωττισμένη ταινία κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους που προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες υπήρξε Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι [Snow White and the Seven Dwarfs] το 1974, με τη συμμετοχή καταξιωμένων ηθοποιών της εποχής. Η μεγάλη άνθηση της τηλεοπτικής μεταγλώττισης σημειώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και κατά τη δεκαετία του 1980, όταν η κρατική ραδιοτηλεόραση προμηθεύθηκε πλήθος ξένων παιδικών σειρών και κινουμένων σχεδίων. Έκτοτε, και σε αντίθεση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες, η Ελλάδα διατήρησε διαχρονικά τον υποτιτλισμό για το ενήλικο και εφηβικό κοινό, περιορίζοντας τη μεταγλώττιση σχεδόν αποκλειστικά στο παιδικό περιεχόμενο και σπανιότερα σε τηλενουβέλες. Στη σύγχρονη εποχή, οι παγκόσμιες ψηφιακές πλατφόρμες συνεχούς ροής αυξάνουν κατακόρυφα τη ζήτηση για υψηλής ποιότητας μεταγλωττίσεις σε πολλές γλώσσες ταυτόχρονα, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται δυναμικά στον τομέα, παρέχοντας λογισμικά που προσομοιώνουν την ανθρώπινη φωνή και αυτοματοποιούν τμήματα της τεχνικής διαδικασίας, εγείροντας νέα αισθητικά και δεοντολογικά ζητήματα για το μέλλον του επαγγέλματος.
Στην ελληνική πρακτική, η επιλογή των ερμηνευτών/ερμηνευτριών κινείται σε δύο άξονες. Άλλοτε αξιοποιούνται καταξιωμένοι ηθοποιοί με άμεσα αναγνωρίσιμη φωνή, όπως η Βάσια Τριφύλλη και ο Γιάννης Φέρτης, των οποίων η φωνητική ταυτότητα λειτουργεί ως πόλος έλξης για το κοινό. Άλλοτε προκρίνονται εξειδικευμένοι ηθοποιοί φωνής, λιγότερο γνωστοί στο τηλεοπτικό κοινό αλλά με ιδιαίτερο φωνητικό χρώμα και τεχνική κατάρτιση, όπως η Ματίνα Καρρά, ο Σοφοκλής Πέππας και ο Αλέξης Σταυράκης. Η διάκριση αυτή αναδεικνύει τη μεταγλώττιση ως αυτόνομο πεδίο της υποκριτικής, με δικά του κριτήρια αξιολόγησης και δική του γενιά εξειδικευμένων καλλιτεχνών.
Η διαδικασία υλοποίησης αρθρώνεται σε τέσσερα βασικά στάδια. Αρχικά, πραγματοποιείται η μετάφραση και η πολιτισμική προσαρμογή του σεναρίου, με γνώμονα τον χρονικό συγχρονισμό των λέξεων με τις κινήσεις των χειλιών στην οθόνη. Ακολουθεί η επιλογή των κατάλληλων ηθοποιών. Στη συνέχεια, λαμβάνει χώρα η ηχογράφηση στο στούντιο, όπου οι ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους χαρακτήρες συγχρονίζοντας τη φωνή τους με την εικόνα. Τέλος, το ηχητικό υλικό υποβάλλεται σε επεξεργασία και μίξη, προκειμένου οι νέοι διάλογοι να ενσωματωθούν αρμονικά με τη μουσική και τα ηχητικά εφέ του πρωτότυπου έργου. Η μέθοδος διακρίνεται σαφώς από τον υποτιτλισμό, καθώς και από την αφήγηση-εκφώνηση, όπου η νέα φωνή απλώς επικαλύπτει την πρωτότυπη. Σε θεωρητικό επίπεδο, η προτίμηση της μεταγλώττισης αντανακλά την τάση για πολιτισμική οικειοποίηση του ξένου περιεχομένου. Ταυτόχρονα, εξασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση στον πολιτισμό για όλες τις πληθυσμιακές ομάδες, εξαλείφοντας τα αναγνωστικά εμπόδια.