Η πολυτοπική σκηνή αφορά την εγκατάσταση πολλαπλών σημείων δράσης εντός ενός ενιαίου θεατρικού χώρου, ο οποίος μπορεί να είναι κλειστός, όπως ένα εργοστάσιο, ή υπαίθριος, όπως μια πλατεία. Οι επιμέρους χώροι παραμένουν ορατοί καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Η πρακτική αυτή συνδέεται στενά με το περιβαλλοντικό θέατρο και τις περιπατητικές παραστάσεις, όπου τα όρια ανάμεσα σε επιτελεστές / επιτελέστριες και κοινό είναι ρευστά. Οι θεατές/θεάτριες δεν παραμένουν παθητικοί, αλλά κινούνται ελεύθερα, επιλέγουν την οπτική τους γωνία και αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον, ενώ οι ηθοποιοί μετακινούνται από σταθμό σε σταθμό οδηγώντας τη δράση.
Η πολυτοπική σκηνή εμφανίστηκε κατά τον Μεσαίωνα, έχοντας τις ρίζες της στο λειτουργικό δράμα του 10ου αιώνα. Εντός των ναών τοποθετούνταν υπερυψωμένες εξέδρες, οι οίκοι [loci ή mansiones], που αναπαριστούσαν βιβλικές τοποθεσίες και παρέμεναν ορατοί σε όλη τη διάρκεια του δρωμένου. Όταν το θέατρο εξήλθε στους υπαίθριους χώρους [plateae], η παράδοση συνεχίστηκε με μυστήρια και θαύματα. Στην Κεντρική Ευρώπη οι οίκοι οργανώνονταν σε γραμμική ή κυκλική διάταξη, ενώ στην Αγγλία και την Ισπανία χρησιμοποιούνταν τροχήλατες σκηνές [pageants] που μετακινούνταν ενώ το κοινό παρέμενε σταθερό.
Στη Γαλλία, η πρακτική αυτή διατηρήθηκε σε μόνιμα θέατρα, όπως το Μέγαρο της Βουργουνδίας [Hôtel de Bourgogne] και το Θέατρο του Μαραί [Théâtre du Marais], μέχρι το 1630. Γύρω από μια άδεια κεντρική σκηνή τοποθετούνταν μικρού μεγέθους οίκοι με συμβολική διακόσμηση. Οι θεατές/θεάτριες εστίαζαν την προσοχή τους στο σημείο όπου εξελισσόταν η δράση, αγνοώντας τους υπόλοιπους χώρους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα έργα Η Τρέλα του Κλινταμάν [La Folie de Clidamant] (1619) του Alexandre Hardy [Αλεξάντρ Αρντύ] και Κλειτοφών [Clitophon] (1628) του Pierre Du Ryer [Πιερ Ντυ Ρυέ]. Σταδιακά, η επικράτηση της ενότητας του χώρου και οικονομικοί παράγοντες οδήγησαν στην κυριαρχία της μονοτοπικής ιταλικής σκηνής.
Τον 19ο αιώνα, η ανάγκη για αναπαράσταση διαφορετικών επιπέδων πραγματικότητας ή ονείρων οδήγησε στην εκ νέου διάσπαση του χώρου. Ο Johann Nestroy [Γιόχαν Νέστροϋ] χρησιμοποίησε σύνθετες σκηνογραφίες με πολλαπλά δωμάτια ή επίπεδα, όπως στις κωμωδίες Στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο [Zu ebener Erde und erster Stock] (1835) και Το σπίτι των ιδιοσυγκρασιών [Das Haus der Temperamente] (1837). Κατά τον 20ό αιώνα, η πολυτοπική σκηνή υιοθετήθηκε από την πρωτοπορία για να διαφοροποιήσει το θέατρο από τον κινηματογράφο, προσφέροντας πολλαπλές οπτικές γωνίες. Η χρήση του φωτισμού επέτρεπε την εστίαση σε παράλληλες δράσεις, όπως σε σκηνές τηλεφωνικών συνδιαλέξεων. Σημαντικοί δημιουργοί πειραματίστηκαν με την οργάνωση αυτή: ο Erwin Piscator [Έρβιν Πισκάτορ] στο έργο Ζήτω, είμαστε ζωντανοί! [Hoppla, wir leben!], ο Eugene O’Neill [Γιουτζήν / Ευγένιος Ο’Νηλ] στο Άννα Κρίστι [Anna Christie] (1920) και ο Tennessee Williams [Τεννεσσή Ουίλλιαμς] στον Γυάλινο Κόσμο [The Glass Menagerie] (1944). Στην Ελλάδα, το έργο Μοναξιά (1937) του Παντελή Πρεβελάκη απαιτεί αντίστοιχα επιμερισμένη σκηνογραφία. Εμβληματική υπήρξε η παράσταση 1789 (1970) της Ariane Mnouchkine [Αριάν Μνουσκίν], όπου το κοινό περιηγούταν σε πέντε διαφορετικούς χώρους δράσης.
Στη σύγχρονη εποχή, η πολυτοπική σκηνή ενσωματώνει την ψηφιακή τεχνολογία μέσω της εικονικής και της επαυξημένης πραγματικότητας. Η συνύπαρξη φυσικών και ψηφιακών τόπων σε πραγματικό χρόνο καταργεί τους περιορισμούς του παραδοσιακού θεατρικού κτιρίου. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη διαρκή ανάγκη της θεατρικής τέχνης να επαναπροσδιορίζει τη χωρικότητα και τη σχέση της με την πραγματικότητα.