Πρόκειται για όρο δάνειο από την ιταλική γλώσσα. Η πάρτα λειτουργεί ως επιμέρους τμήμα της παρτιτούρας, καθώς περιλαμβάνει το ξεχωριστό μέρος το οποίο καλείται να ερμηνεύσει ο/η μουσικός. Οι πάρτες χρησιμοποιούνται από τους/τις μουσικούς μεγάλων και μικρότερων συνόλων που ερμηνεύουν είτε συμφωνική μουσική, είτε μουσική γραμμένη για την όπερα, το μουσικό θέατρο, το θέατρο, είτε για τα δημοφιλή, λαϊκά, παραθεατρικά και εφαρμοσμένα είδη, είτε τον χορό.
Η κάθε πάρτα αντιστοιχεί σε μία ομάδα φωνών/οργάνων (π.χ. πάρτα των βιολοντσέλων, πάρτα των χάλκινων πνευστών, πάρτα των υψιφώνων), ενώ στην περίπτωση που ένα έργο περιέχει σολιστικά μέρη, υπάρχουν πάρτες για τους/τις σολίστες ή τους/τις αοιδούς. Εάν κάποιος/κάποια μουσικός καλείται να αλλάξει όργανο (π.χ. μεταξύ όμποε και αγγλικού κόρνου), η αλλαγή συμπεριλαμβάνεται στην πάρτα, ενώ κατά τον περαιτέρω επιμερισμό μιας οργανικής ομάδας [divisi] (π.χ. βιολοντσέλα) οι ερμηνευτές/-τριες διαβάζουν αντιστοίχως την ψηλότερη ή χαμηλότερη μελωδική γραμμή.
Οι πάρτες ακολουθούν την ίδια αρίθμηση με το πλήρες μουσικό κείμενο, την παρτιτούρα. Περιέχουν σημεία πρόβας [rehearsal marks] ή και αριθμημένα μέτρα, κατά περίπτωση. Πάντοτε αναγράφονται τα βασικά στοιχεία της σύνθεσης (τίτλος, τέμπο, αριθμός μέρους, συνθέτης/συνθέτρια καθώς και η αντιστοίχιση της πάρτας, π.χ. άλτο).
Η πρακτική επιμερισμού των διαφόρων φωνητικών-οργανικών μουσικών κειμένων μιας σύνθεσης για μουσικό σύνολο αποτελεί εξέλιξη μίας παλαιότερης αντίστοιχης πρακτικής. Την περίοδο της Αναγέννησης και του πρώιμου Μπαρόκ, οι πολυφωνικές συνθέσεις κυκλοφορούσαν σε χωριστές πάρτες-βιβλία [partbooks] και όχι ως ενιαίο μουσικό κείμενο, όπου εμφανίζονταν όλες οι φωνές ταυτόχρονα [παρτιτούρα].
Η χρήση της επιμέρους πάρτας προσφέρει στους/στις μουσικούς τη δυνατότητα να επικεντρωθούν στο μέρος που καλούνται να ερμηνεύσουν, χωρίς να επιβαρύνονται οπτικά με τα υπόλοιπα μέρη που εκτελούνται ταυτόχρονα, διευκολύνοντας την αναγνωσιμότητα του μουσικού κειμένου.