«Λένε ότι η αγαπημένη φράση των κριτικών θεάτρου υπήρξε ανέκαθεν: «90 λεπτά χωρίς διάλειμμα». Βασικός λόγος για αυτή την κάπως κυνική διαπίστωση είναι ότι, όπως κάθε εργαζόμενος, έτσι και οι κριτικοί επιθυμούν να κάνουν τη δουλειά τους και να επιστρέψουν στο σπίτι τους μια λογική ώρα.
Παραδοσιακά, τόσο τα θεατρικά έργα όσο και τα μιούζικαλ διαρκούσαν περίπου δυόμισι ώρες με το διάλειμμα. Ωστόσο, την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον, αυτό το όριο αποδείχθηκε καταπιεστικό και για τους συγγραφείς θεατρικών έργων και για τους σκηνοθέτες. Οι παραστάσεις μεγάλωσαν και αν εξαιρέσουμε ό,τι θεωρείται θέαμα για όλη την οικογένεια και επίσης τα έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό –σε αντιδιαστολή με το πειραματικό, πιο εναλλακτικό σύγχρονο θέατρο και εκείνους που αναγνωρίζουμε ως «ιδιοσυγκρασιακούς» σκηνοθέτες, συχνά η σύμβαση καταστρατηγείται. Ενώ λοιπόν στη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι θεατές μπορούσαν σχεδόν να ρυθμίσουν τα ρολόγια τους χάρη στην ακρίβεια με την οποία ολοκληρωνόταν η πρώτη θεατρική πράξη για να ακολουθήσει η δεύτερη, το κοινό του 21ου αιώνα διαθέτει εμπειρίες επικών θεατρικών μαραθωνίων, εικοσιτετράωρων θεαμάτων και ολονυχτιών, που όταν ολοκληρώνονται, ηθοποιοί και κοινό χειροκροτούνται αμοιβαία για την αντοχή τους.»
Το απόσπασμα φωτίζει το διάλειμμα ως θεσμοθετημένη σύμβαση που ρύθμιζε επί δεκαετίες τη χρονική αρχιτεκτονική της παράστασης: η παραδοσιακή δίωρη και ημίωρη διάρκεια «με το διάλειμμα» όριζε τόσο τις προσδοκίες του κοινού όσο και τη συγγραφική και σκηνοθετική πρακτική. Η σύγχρονη υπέρβασή της, με τους θεατρικούς μαραθωνίους και τις ολονυχτίες, αναδεικνύει το διάλειμμα όχι ως ουδέτερη παύση αλλά ως πεδίο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στη σωματική αντοχή, τις θεσμικές συμβάσεις και την καλλιτεχνική φιλοδοξία. Έτσι η ίδια η παρουσία ή απουσία του διαλείμματος καθίσταται δηλωτική των αισθητικών και κοινωνικών μετατοπίσεων του σύγχρονου θεάτρου.
Βασιλειάδου, Μ. (2019). Πόση ώρα διαρκεί η παράσταση; Η Καθημερινή, 30.01.2019. www.kathimerini.gr...