Το μεσαιωνικό θέατρο αναπτύχθηκε σε έναν κόσμο που είχε απολέσει τις προϋποθέσεις της οργανωμένης θεατρικής ζωής. Με τη διάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους κατέρρευσε ο αστικός τρόπος ζωής και η λειτουργία της πόλης, η κοινωνία μετατοπίστηκε σε αγροτικές και κοινοτικές μορφές οργάνωσης και εξέλιπε η δομή που στήριζε το θέατρο ως θεσμό: τα μόνιμα θεατρικά οικοδομήματα, οι επαγγελματικοί θίασοι και η δημόσια χορηγία. Έως τον 7ο αιώνα η θεατρική τέχνη είχε παρακμάσει, εξαιτίας της γενικευμένης αστάθειας από τις επιδρομές των γερμανικών φύλων και τις επιδημίες, καθώς και της σφοδρής αντίδρασης της Εκκλησίας, η οποία, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, απέκλειε με διατάγματα τους/τις ηθοποιούς από τη θρησκευτική ζωή ως αμαρτωλά και περιθωριακά πρόσωπα. Επιβίωσαν το μιμοθέατρο και απλούστερες μορφές διαλογικού δράματος. Η ανάγνωση αποτέλεσε επίσης δίοδο επιβίωσης της δραματικής παράδοσης: τα χειρόγραφα του Τερεντίου αντιγράφονταν στα μοναστήρια και η Βενεδικτίνη μοναχή Hrotsvit von Gandersheim [Ροσβίτα του Γκάντερσχαϊμ] συνέγραψε τον 10ο αιώνα έξι λατινικά δράματα χριστιανικού και ηθικοπλαστικού χαρακτήρα κατά το πρότυπο του Τερεντίου, προορισμένα κατά πάσα πιθανότητα για ανάγνωση και όχι για σκηνική παράσταση.
Παράλληλα, ήδη από την πρώιμη μεσαιωνική περίοδο καταγράφονται λαϊκά θεάματα από πλανόδιους διασκεδαστές κάθε είδους: μίμους, ηθοποιούς [histriones], ζογκλέρ, μενεστρέλους, τροβαδούρους, οργανοπαίκτες και τραγουδιστές. Στην πλειονότητά τους ήταν γελωτοποιοί που έπαιζαν μουσική, τραγουδούσαν, εκτελούσαν ακροβατικά και ταχυδακτυλουργικά νούμερα ή παρουσίαζαν σύντομα κωμικά και σατιρικά δρώμενα, ενώ στη Γαλλία και στην Ιταλία δίνονταν και παραστάσεις κουκλοθεάτρου και μαριονέτας. Η κοινωνική αποδοχή τους ενισχύθηκε με την ανάπτυξη της αυλικής ζωής από τον 12ο αιώνα. Οι περιοδείες των πλανόδιων θιάσων σε ολόκληρη την Ευρώπη, στους οποίους συγκαταλέγονταν και καλλιτέχνες από την Ανατολή, όπως οι Ρομά με τα κωμικά θεάματα και τα νούμερα με ζώα, συνέβαλαν στη διάδοση των παραστατικών πρακτικών.
Τον καθοριστικό ρόλο στη γένεση του μεσαιωνικού θεάτρου διαδραμάτισε η Εκκλησία. Έως τον 9ο αιώνα οι Γραφές μεταδίδονταν στο αναλφάβητο εκκλησίασμα μέσω των συμβολικών τελετουργιών της λατρείας. Από τα τέλη του 9ου αιώνα οι μοναχοί των βενεδικτίνων μονών πρόσθεσαν στον όρθρο του Πάσχα και των Χριστουγέννων μελωδικές και κειμενικές επεκτάσεις, τους τρόπους [tropi], στις οποίες ενσωματώθηκαν σταδιακά λατινικοί διάλογοι ψαλλόμενοι από μέλη του κλήρου. Έτσι γεννήθηκε το λειτουργικό δράμα, σύντομη δραματοποίηση των ιερών κειμένων προς εκλαΐκευσή τους. Το παλαιότερο σωζόμενο δείγμα είναι ο τετράστιχος τρόπος Τίνα ζητείτε; [Quem quaeritis?] από τη μονή του Αγίου Γάλλου στην Ελβετία (περ. 925), με θέμα την αναγγελία της Ανάστασης στις Μυροφόρες, ενώ η πρώτη πλήρης σκηνική καταγραφή του, με οδηγίες για κίνηση και ενδυμασία, περιέχεται στη Regularis Concordia [Μοναστική Συμφωνία] του Ουίντσεστερ (περ. 970). Τα πρώτα λειτουργικά δράματα περιορίζονταν στο ιερό και στον πρόναο· από τον 12ο αιώνα επεκτάθηκαν σε όλο τον ναό, όπου εκατέρωθεν του κεντρικού κλίτους τοποθετούνταν υπερυψωμένες ξύλινες εξέδρες με στοιχειώδη σκηνογραφία, οι λεγόμενοι οίκοι [loci, mansiones], διαμορφώνοντας πολυτοπική σκηνή. Οι παραστάσεις περιλάμβαναν δραματοποιημένο λόγο, χώρο δράσης, σκηνικά, ηχητικά εφέ και κοστούμια, και το εκκλησίασμα μετακινούνταν από οίκο σε οίκο ακολουθώντας τη δράση.
Από τις αρχές του 13ου αιώνα τα θρησκευτικά δρώμενα εξήλθαν των ναών, αρχικά στα προαύλια και κατόπιν στους δρόμους και τις πλατείες, όπου πέρασαν στη δημώδη γλώσσα, διευρύνθηκαν σε έκταση, ενσωμάτωσαν λαϊκά και κωμικά στοιχεία και εξελίχθηκαν στα μυστήρια, ανεξάρτητες πλέον παραγωγές, οργανωμένες από συντεχνίες και θρησκευτικές αδελφότητες. Από τον 14ο έως τα τέλη του 16ου αιώνα αποτέλεσαν την κυρίαρχη θεατρική μορφή της Ευρώπης, με χαρακτηριστικά δείγματα τους αγγλικούς κύκλους της Υόρκης και του Τσέστερ, που παίζονταν σε τροχήλατες σκηνές [pageant wagons]. Παράλληλα αναπτύχθηκαν τα θαύματα (11ος – 14ος αιώνας), με θέματα από τον βίο και το μαρτύριο αγίων και τις θαυματουργές παρεμβάσεις της Παναγίας, όπως Το θαύμα του Θεοφίλου [Le Miracle de Théophile] (περ. 1261) του Rutebeuf [Ρυτμπέφ]. Σε πολλές πόλεις επιβίωναν επίσης σατιρικά και κωμικά δρώμενα προχριστιανικής καταγωγής και αγροτικές εορτές, οι οποίες προσαρμόστηκαν σταδιακά στη χριστιανική κουλτούρα.
Παράλληλα με το θρησκευτικό δράμα αναπτύχθηκαν κοσμικά κωμικά είδη, οι φάρσες και οι μωρίες [sotties], που παίζονταν σε υπαίθριες εξέδρες, συχνά ως συμπλήρωμα των μυστηρίων, για τη διασκέδαση και την αποφόρτιση του κοινού. Οι φάρσες (κυρίως 15ος – 16ος αιώνας) ήταν σύντομα κωμικά έργα με απλή πλοκή, στερεότυπους χαρακτήρες και καυστική σάτιρα των ηθών, με αντιπροσωπευτικότερο δείγμα την ανώνυμη γαλλική Φάρσα του δικηγόρου Πατελέν [La Farce de maître Pierre Pathelin] (περ. 1464). Οι μωρίες ήταν σύντομα σατιρικά έργα στα οποία όλα τα πρόσωπα ήταν «μωροί» [sots], με το χαρακτηριστικό ένδυμα του τρελλού, την κουκούλα με τα αυτιά γαϊδάρου και τα κουδουνάκια. Παίζονταν από τις «εύθυμες συντεχνίες» [sociétés joyeuses] των γαλλικών πόλεων, όπως οι Enfants-sans-Souci [Ανέμελα Παιδιά] του Παρισιού, και, υπό το πρόσχημα της τρέλλας, ασκούσαν κριτική στην Εκκλησία, στην εξουσία και στις κοινωνικές τάξεις· χαρακτηριστικό δείγμα είναι το Παίγνιο του Πρίγκιπα των Μωρών [Le Jeu du Prince des Sots] (1512) του Pierre Gringore [Πιερ Γκρενγκόρ], γραμμένο κατά παραγγελία του Λουδοβίκου ΙΒ΄ εναντίον του πάπα Ιουλίου Β΄. Το είδος συνδέεται με τη Γιορτή των Μωρών [Fête des Fous], κατά την οποία ο κατώτερος κλήρος αντέστρεφε παρωδιακά την εκκλησιαστική ιεραρχία.
Από το 1400 έως το 1550 άκμασαν οι ηθολογίες, αλληγορικά έργα κατηχητικού χαρακτήρα, στα οποία τα δραματικά πρόσωπα ήταν προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών (Αρετές, Αμαρτίες, Θάνατος) και ο κεντρικός ήρωας εκπροσωπούσε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Παρουσιάζονταν σε δημόσιους χώρους από επαγγελματικούς θιάσους, με γνωστότερο δείγμα το ολλανδικό Elckerlijc [Ο καθένας] (περ. 1495) και την αγγλική εκδοχή του Everyman.
Η παρακμή του μεσαιωνικού θεάτρου συνδέθηκε με τη Μεταρρύθμιση και τον ουμανισμό. Στη Γαλλία το Παρλαμέντο των Παρισίων απαγόρευσε το 1548 στην Confrérie de la Passion [Αδελφότητα του Πάθους] την παράσταση θρησκευτικών μυστηρίων, ενώ στην Αγγλία οι κύκλοι καταστάληκαν επί Ελισάβετ Α΄ κατά τις δεκαετίες 1560 – 1570. Θρησκευτικές παραστάσεις διατηρήθηκαν σποραδικά έως τον 18ο αιώνα, κυρίως στην Ιβηρική χερσόνησο και στον καθολικό γερμανόφωνο χώρο.
Στην Ανατολή, στο Βυζάντιο, δεν αναπτύχθηκε παράδοση λειτουργικού δράματος αντίστοιχη με τη δυτική. Μετά την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο εν Τρούλλω (691 – 692), η οποία απαγόρευσε τα θεατρικά θεάματα με ποινή καθαίρεσης για τους κληρικούς και αφορισμού για τους λαϊκούς, η οργανωμένη θεατρική δραστηριότητα ατόνησε. Επιβίωσαν τα θεάματα του ιπποδρόμου, οι μίμοι και τα δρώμενα των εορτών, ενώ η λόγια παράδοση παρήγαγε δραματικά κείμενα για ανάγνωση, όπως τον Χριστό Πάσχοντα (12ος αιώνας).