Το ζίνγκσπιλ [Singspiel] αποτελεί τη γερμανική εκδοχή των ελαφρών οπερατικών ειδών που άνθησαν στην Ευρώπη κατά το δεύτερο μισό του 18ου και το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως η ιταλική όπερα μπούφα [opera buffa], η γαλλική οπερά-κωμίκ [opéra comique] και η βρετανική όπερα-μπαλάντα [ballad opera]. Οι ρίζες του εντοπίζονται στο προγενέστερο λαϊκό και θρησκευτικό θέατρο, όπου ο λόγος εναλλασσόταν συστηματικά με το τραγούδι. Μετά τη λήξη του Επταετούς Πολέμου (1756-1763), η σταδιακή πρόσβαση της ανερχόμενης αστικής τάξης στα θέατρα δημιούργησε την ανάγκη για μια ψυχαγωγία πιο προσιτή, στη μητρική της γλώσσα, μακριά από τη σοβαρότητα και τη γλωσσική ανοικειότητα της ιταλικής όπερα σέρια [opera seria].
Κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, οι διανοούμενοι του γερμανόφωνου χώρου αντιμετώπισαν το θέατρο ως μέσο ηθικής και πολιτισμικής διάπλασης των πολιτών. Σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, ο Joseph II [Ιωσήφ Β΄, Αυτοκράτωρ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας] αποφάσισε το 1777 να εδραιώσει το γερμανικό ζίνγκσπιλ στο Burgtheater της Βιέννης, ιδρύοντας το «Εθνικό Ζίνγκσπιλ» [National-Singspiel]. Παρότι το συγκεκριμένο θεσμικό εγχείρημα διήρκεσε μόνο μέχρι το 1783, υπήρξε καθοριστικό για την καλλιτεχνική νομιμοποίηση του είδους και ενέπνευσε πολλούς ηγεμόνες να υποστηρίξουν αντίστοιχες γερμανόφωνες παραγωγές. Σημαντικοί δημιουργοί που συνέβαλαν στη διαμόρφωση του είδους υπήρξαν ο Johann Adam Hiller [Γιόχαν Άνταμ Χίλλερ] και ο Johann Friedrich Reichardt [Γιόχαν Φρήντριχ Ράιχαρντ].
Η κορύφωση του ζίνγκσπιλ ταυτίζεται με το έργο του Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ], ο οποίος το εξύψωσε σε κορυφαία καλλιτεχνική μορφή. Ο Mozart συνέθεσε αντιπροσωπευτικά έργα του είδους που παραμένουν κεντρικά στο παγκόσμιο ρεπερτόριο, όπως τα: Bastien und Bastienne [Βαστιανός και Βαστιανή], Zaide [Ζαΐδα], Die Entführung aus dem Serail [Η αρπαγή από το σεράι], Der Schauspieldirektor [Ο Ιμπρεσάριος] και το εμβληματικό Die Zauberflöte [Ο Μαγικός Αυλός]. Ειδικότερα στη Βιέννη, η σύζευξη της ιταλικής τεχνοτροπίας με τη βιεννέζικη λαϊκή κωμωδία οδήγησε σε μια παραλλαγή του είδους με έντονο το παραμυθικό και φανταστικό στοιχείο. Άλλος σημαντικός εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης υπήρξε ο Carl Ditters von Dittersdorf [Καρλ Ντίτερς φον Ντίτερσντορφ] με την όπερα Doktor und Apotheker [Ιατρός και Φαρμακοποιός].
Στις αρχές του 19ου αιώνα, το ζίνγκσπιλ λειτούργησε ως η βάση για τη γέννηση της γερμανικής ρομαντικής όπερας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον [Der Freischütz] Ελεύθερο Σκοπευτή του Carl Maria von Weber [Καρλ Μαρία φον Βέμπερ]. Παράλληλα, η δομή του, που βασιζόταν στην εναλλαγή πρόζας και μουσικής, αποτέλεσε το θεμέλιο για την ανάπτυξη της βιεννέζικης οπερέτας, η οποία κυριάρχησε στη λαϊκή ψυχαγωγία μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Το ζίνγκσπιλ παραμένει ιστορικά σημαντικό, καθώς υπήρξε ο καταλύτης για την καθιέρωση της γερμανικής γλώσσας στη λυρική σκηνή και τη δημιουργία μιας εθνικής οπερατικής ταυτότητας που συνομιλούσε άμεσα με το ευρύ κοινό.