Ο όρος βερισμός [verismo· από το vero = αληθινό] χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην ιταλική λογοτεχνία για να χαρακτηρίσει το αισθητικό κίνημα του οποίου ηγήθηκε ο Giovanni Verga [Τζοβάννι Βέργκα]. Μεταξύ των χαρακτηριστικών του λογοτεχνικού βερισμού είναι η αναφορά σε καθημερινά θέματα και χαρακτήρες, δυσάρεστες κοινωνικές καταστάσεις και προβληματικές προσωπικότητες, η χρήση τοπικών διαλέκτων, ο πεσιμισμός, κ.ά.
Ο βερισμός στην όπερα, που είχε ως αφετηρία τη δεκαετία του 1890, εγκολπώθηκε εν πολλοίς τα στοιχεία αυτά, αφορμώμενος από τη διάθεση απομάκρυνσης από την παράδοση της ρομαντικής όπερας, από το βαγκνερικό μουσικό δράμα, καθώς και από τις οπερατικές συμβάσεις που υπηρετούσαν την παραδοσιακή επίδειξη της φωνητικής δεξιοτεχνίας των πρωταγωνιστών. Η βεριστική αισθητική, αντίθετα, προώθησε, τουλάχιστον αρχικά, την αποφόρτιση των εκφραστικών μέσων και την ψυχολογική προσέγγιση των δραματικών χαρακτήρων, οι οποίοι, κατά κανόνα, ανήκουν στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (άνθρωποι του μόχθου, φτωχοί φοιτητές, εκδιδόμενες, νομάδες, παρίες και επαίτες) ή ακόμη και στον υπόκοσμο, καθοδηγούνται από τα πάθη τους (λαγνεία, ζήλια, μίσος, εκδικητικότητα) και την παράφορη κλιμάκωσή τους. Τα λιμπρέτα της όπερας του βερισμού αναφέρονται στον σύγχρονο απάνθρωπο περίγυρο της πόλης ή στα καταπιεστικά ήθη της υπαίθρου, στα στοιχεία της κληρονομικότητας, της τυχαιότητας και της προκαθορισμένης μοίρας, στην ενστικτώδη και βίαιη πλευρά της ανθρώπινης φύσης, και στα δεινά που σχετίζονται με τη νοσηρότητα της σύγχρονης ζωής (αλκοολισμός, εγκλήματα πάθους, τυχερά παίγνια, πορνεία, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και υπαρξιακό κενό). Επιπλέον, το ποιητικό κείμενο αίρει τους συμβατικούς στιχουργικούς κανόνες, και εγκαταλείπει τον έμμετρο χαρακτήρα του, με τη ρίμα να μετατρέπεται σε πεζό και ενίοτε το ρετσιτατίβο να εκφέρεται ως πρόζα.
Πέραν των ρεαλιστικών τόνων του ποιητικού κειμένου, στον οπερατικό βερισμό η μουσική αποδεσμεύεται από τις δομικές συμβάσεις της παραδοσιακής ιταλικής όπερας (απομάκρυνση από την παραδοσιακή άρια και το λυρισμό του μπελκάντο) και επιστρατεύεται ως αποτελεσματικό μέσο για την απόδοση των συναισθηματικών και νοηματικών αποχρώσεων του λιμπρέτου. Ως εκ τούτου, η άρια δεν αποτελεί πλέον το κέντρο βάρους της όπερας, αφού διαμορφώνεται μια πιο δυναμική μορφή με συνεκτικές και ευέλικτες μεταβάσεις μεταξύ των δομικών στοιχείων του έργου. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της βεριστικής όπερας είναι η έμφαση στη δημιουργία αληθοφανούς ατμόσφαιρας «μιλιέ» με τη χρήση εξωμουσικών ήχων (π.χ. καμπάνες, πυροβολισμοί και κανονιοβολισμοί, μηχανικοί θόρυβοι, οχλοβοή) και εξωσκηνικών μουσικών. Πολύ συχνά ενσωματώνονται στα έργα αυτούσια δημοφιλή τραγούδια, αστικολαϊκοί χοροί, εκκλησιαστικοί ύμνοι ή ακόμη και ολόκληρα νούμερα καμπαρέ. Παράλληλα, σταδιακά, και στο πλαίσιο της αναζήτησης νέων δραματικών μέσων, διευρύνεται η χρήση της παραδοσιακής αρμονίας και της ενορχήστρωσης, ενώ προκρίνεται και η τεχνική των εξαγγελτικών μοτίβων.
Ως πρόδρομοι του οπερατικού βερισμού θεωρούνται τρεις όπερες με έντονα ρεαλιστικά στοιχεία: η Παραστρατημένη [La Traviata] του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι], η οποία θεωρείται η πρώτη ρεαλιστική όπερα, η Κάρμεν [Carmen] του Georges Bizet [Ζωρζ Μπιζέ] και η επίσης προ-βεριστική Τζοκόντα [La Gioconda] του Amilcare Ponchielli [Αμιλκάρε Πονκιέλλι].
Ο βερισμός στην ακμή του εκπροσωπείται από τους συνθέτες της «giovane scuola», στην οποία συγκαταλέγεται ο Pietro Mascagni [Πιέτρο Μασκάνι], συνθέτης της μονόπρακτης όπερας Χωριάτικος ιπποτισμός [Cavalleria rusticana], ο Ruggero Leoncavallo [Ρουτζέρο Λεονκαβάλλο], που υπογράφει τη δίπρακτη όπερα Οι παλιάτσοι [I Pagliacci] —αμφότερα θεωρούνται τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του είδους—, ο Umberto Giordano [Ουμπέρτο Τζορντάνο], ο Francesco Cilèa [Φραντσέσκο Τσιλέα] και ο Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι], ιδίως σε ό,τι αφορά τις όπερες Η μποέμικη ζωή [La bohème], Το κορίτσι της Δύσης [La fanciulla del West] και Ο μανδύας [Il Tabarro], έργα τα οποία θεωρούνται ακραιφνώς βεριστικά. Οι δημοφιλείς όπερες του Puccini Μανόν Λεσκώ [Manon Lescaut], Τόσκα [Tosca], Μαντάμ Μπάτερφλαϊ [Madama Butterfly] και Τουραντώ [Turandot], παρότι δεν αναφέρονται στη ζωή των πληβείων, αντλούν από το οπλοστάσιο του βερισμού στοιχεία όπως η ανατομία της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και των παθών που την παρασύρουν, η ιστορική ακρίβεια και η αυθεντικότητα, η λεπτομερής τοποθέτηση σε συγκεκριμένο χωρόχρονο, η οπτική (δολοφονίες, εκτελέσεις, αυτοκτονίες) και ηχητική (βασανιστήρια) απόδοση βίαιων σκηνών.
Μεταξύ των εκπροσώπων του βερισμού κατατάσσεται επίσης και ο Κερκυραίος συνθέτης Σπυρίδων Σαμάρας [Spyridon Samaras], στο έργο του οποίου ανιχνεύονται προ-βεριστικά (στην μεγάλη του διεθνή επιτυχία Flora Mirabilis) και βεριστικά γνωρίσματα, ιδίως στις όπερες Λιονέλλα [Lionella] και Η Μάρτυς [La Martire].