Η γκραντ-οπερά αναδείχθηκε ως το αντιπροσωπευτικότερο είδος γαλλικής όπερας του 19ου αιώνα και υπήρξε η κυρίαρχη παραστατική μορφή της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830–1848), αντανακλώντας τις πολιτικές, αισθητικές και ιδεολογικές αξιώσεις της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι ρίζες της ανιχνεύονται στη γαλλική λυρική τραγωδία [tragédie lyrique] του Jean-Baptiste Lully [Ζαν-Μπατίστ Λυλλύ] και στη μεταρρυθμιστική όπερα του Christoph Willibald Gluck [Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ], ενώ άμεσοι πρόδρομοί της στάθηκαν τα οπερατικά έργα της Ναπολεόντειας περιόδου και ιδίως οι συνθέσεις των Jean-François Le Sueur [Ζαν-Φρανσουά Λε Συέρ] και Gaspare Spontini [Γκασπάρε Σποντίνι], από τα οποία κληρονόμησε την προτίμηση στην εκτεταμένη δομή και τη μεγαλόπρεπη σκηνική εικόνα.
Μορφολογικά, η γκραντ-οπερά αρθρώνεται σε τέσσερις ή πέντε πράξεις και αντλούσε τη θεματολογία της από ιστορικά γεγονότα του Μεσαίωνα, της Αναγέννησης και των χρόνων του Μπαρόκ, με έμφαση στο ηρωικό, μυθολογικό και εθνικό στοιχείο. Στο επίκεντρο της πλοκής τοποθετείται εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις, θρησκευτικές αντιπαραθέσεις και εξεγέρσεις κατά της εξουσίας, ενώ η δράση εξελίσσεται μέσα από την εναλλαγή εκτεταμένων σκηνών χορωδιακού πλήθους και επεισοδίων ιδιωτικής ζωής, με αιφνίδιες ανατροπές που οδηγούν συχνά σε τραγική κάθαρση. Οι κεντρικοί χαρακτήρες, ηρωικά εξιδανικευμένοι, προέρχονται κατά κανόνα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, αποτυπώνοντας τη μεταεπαναστατική ευαισθησία της εποχής. Σημαντικότερος λιμπρετίστας του είδους υπήρξε ο Eugène Scribe [Ευγένιος Σκριμπ], ο οποίος καθιέρωσε τη δραματουργική φόρμουλα της γκραντ-οπερά σε συνεργασία με τους κορυφαίους συνθέτες της εποχής.
Οι παραστάσεις φιλοξενούνταν στην Académie Royale de Musique, ευρύτερα γνωστή ως Grand Opéra των Παρισίων, και διακρίνονταν για τη μεγαλοπρέπεια και τη φαντασμαγορία τους: οπτικά εφέ, ζωντανοί πίνακες, περίτεχνα σκηνικά με ιστορική και γεωγραφική ακρίβεια εναλλάσσονταν σε κάθε πράξη και κορυφώνονταν σε μια θεαματική τελική σκηνή, που συχνά αναπαριστούσε φυσική καταστροφή (έκρηξη ηφαιστείου, κατακλυσμό, πυρκαγιά). Καθοριστικό ρόλο στη σκηνική υλοποίηση διαδραμάτισαν ο ζωγράφος και σκηνογράφος Pierre-Luc-Charles Cicéri [Πιερ-Λυκ-Σαρλ Σισερί], ο σκηνογράφος και πρωτοπόρος της φωτογραφίας Louis Daguerre [Λουΐ Νταγκέρ], εφευρέτης της δαγκεροτυπίας, καθώς και ο διευθυντής της Opéra Louis-Désiré Véron [Λουΐ-Ντεζιρέ Βερόν], ο οποίος μετέτρεψε τον θεσμό σε εμπορικά βιώσιμη επιχείρηση.
Μουσικά, η γκραντ-οπερά αξιοποίησε όλα τα συμβατικά μέσα του είδους, ρετσιτατίβο ακκομπανιάτο, άριες, καβατίνες, ρομάντζες, μπαλάντες και φωνητικά σύνολα, οργανώνοντάς τα σε ενιαίες σκηνές με δραματική συνοχή. Κάθε έργο απαιτούσε πληθώρα σολίστ, μεγάλη χορωδία ως ενσάρκωση του πλήθους και διευρυμένη ορχήστρα με πλούσια ενορχήστρωση, οργανικά ηχοχρώματα και ορχηστρικά εφέ, συχνά ενισχυμένη από μπάντες πνευστών επί σκηνής [banda sul palco]. Κεντρική θέση κατείχε επίσης το μπαλέτο, το οποίο εντασσόταν οργανικά στη δράση, συνήθως ως εορτασμός νίκης, χορός μεταμφιεσμένων ή σκηνή τοπικού χρώματος. Στην όπερα του Daniel-François-Esprit Auber [Ντανιέλ-Φρανσουά-Εσπρί Ωμπέρ] La Muette de Portici [Η Βουβή των Πορτίκων, 1828], η βουβή ηρωίδα Fenella [Φενέλλα] ερμηνεύθηκε αποκλειστικά από χορεύτρια, γεγονός που κατέδειξε την ιστορική σύνδεση της γκραντ-οπερά με τη χορευτική τέχνη ως συνέχεια της παράδοσης του Lully, σύνδεση που καθιερώθηκε ως σύμβολο πολιτισμικής υπεροχής.
Ως κορυφαίοι συνθέτες του είδους αναγνωρίστηκαν οι Giacomo Meyerbeer [Τζάκομο Μάγιερμπερ], Fromental Halévy [Φρομαντάλ Αλεβύ], Daniel-François-Esprit Auber, Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ] και ο Ιταλός Gioachino Rossini [Τζοακίνο Ροσσίνι] με το Guillaume Tell [Γουλιέλμος Τέλλος, 1829]. Η επίδραση της γκραντ-οπερά υπήρξε καθοριστική καθ' όλο τον 19ο αλλά και τον 20ό αιώνα, με συνθέτες όπως ο Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι] (Les Vêpres siciliennes, Don Carlos) και ο Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] (Rienzi) να ανταποκρίνονται δημιουργικά με τις συμβάσεις της.
Στον ελληνικό χώρο, χαρακτηριστικές απόπειρες πρόσληψης και προσαρμογής του είδους συνιστούν δύο έργα του Επτανησίου συνθέτη Παύλου Καρρέρ [Pavlos/Paolo Carrer]: η νεανική La Rediviva [Η Νεκραναστημένη, 1855-1856], η οποία ανέβηκε ως υπερπαραγωγή στο μιλανέζικο θέατρο Carcano και χαρακτηρίστηκε ήδη από τους συγχρόνους ως grand opéra, και η όψιμη τετραπράκτη Μαραθών-Σαλαμίς (1886-1888), προορισμένη για τα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών, η οποία μετέφερε την εκτεταμένη δομή, την ηρωική-ιστορική θεματολογία και τη φαντασμαγορική σκηνική σύλληψη του γαλλικού προτύπου, συνθέτοντάς τα με τη μελωδική παράδοση της ιταλικής όπερας, την ιδεολογία του ελληνικού ρομαντικού εθνικισμού και τις πρώιμες βαγκνερικές αναζητήσεις ενότητας.