Η φωτοσκίαση, γνωστή διεθνώς με τον ιταλικό όρο κιαροσκούρο (chiaro: φωτεινό, scuro: σκοτεινό, σκούρο), είναι τεχνική της ζωγραφικής, της χαρακτικής, της φωτογραφίας, του κινηματογράφου και των παραστατικών τεχνών. Βασίζεται στις διαβαθμίσεις και στις αντιθέσεις φωτός και σκιάς, μέσω των οποίων αποδίδονται ο όγκος, το βάθος, η πλαστικότητα των μορφών σε επίπεδες ή τρισδιάστατες επιφάνειες, καθώς και η τονική κλίμακα των χρωμάτων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας, της δραματικής έντασης και της αισθητικής πρόσληψης των έργων.
Στη ζωγραφική, η συστηματική χρήση της φωτοσκίασης αναπτύχθηκε κατά την Αναγέννηση από τον Leonardo da Vinci [Λεονάρντο ντα Βίντσι], ο οποίος εισήγαγε την τεχνική του σφουμάτο [sfumato], όπου τα περιγράμματα των μορφών σβήνουν απαλά το ένα μέσα στο άλλο. Η τεχνική κορυφώθηκε κατά την περίοδο του Μπαρόκ με τον Caravaggio [Καραβάτζιο], και τον τενεμπρισμό [tenebrismo], όπου οι μορφές αναδύονται από βαθύ σκοτάδι υπό την επίδραση έντονου φωτισμού. Ο Rembrandt [Ρέμπραντ] αξιοποίησε τη φωτοσκίαση για να προσδώσει ψυχολογικό βάθος στις μορφές των έργων του.
Στις παραστατικές τέχνες, οι απαρχές της φωτοσκίασης ανάγονται στην αρχαιότητα. Η τεχνική της σκιαγραφίας [skiagraphia], η ζωγραφική απόδοση του όγκου μέσω διαβαθμίσεων φωτός και σκιάς που αποδίδεται στον Απολλόδωρο τον Σκιαγράφο (5ος αι. π.Χ.), αποτέλεσε τον πρώιμο πρόγονο της φωτοσκίασης και επηρέασε και τη σκηνογραφία. Με τη χρήση τονικών διαβαθμίσεων στα ζωγραφικά σκηνικά δημιουργούνταν η αίσθηση βάθους και ανάγλυφου, ενισχύοντας την ψευδαίσθηση του χώρου.
Στον σύγχρονο σχεδιασμό φωτισμών, η φωτοσκίαση αποκτά χωρική διάσταση. Η θέση, η κατεύθυνση και η ένταση των φωτιστικών πηγών διαμορφώνουν την αντίληψη του όγκου, του χώρου και της σκηνικής ατμόσφαιρας. Θεωρητικοί και σκηνογράφοι, όπως ο Adolphe Appia [Αντόλφ Αππιά] και ο Edward Gordon Craig [Έντουαρντ Γκόρντον Κραιγκ], χρησιμοποίησαν το φως και τη σκιά ως βασικά δομικά στοιχεία της παράστασης, αντικαθιστώντας τα ζωγραφισμένα σκηνικά με τρισδιάστατες σκηνικές συνθέσεις.
Κατά τον 20ό αιώνα, το εξπρεσιονιστικό θέατρο και ο εκφραστικός χορός αξιοποίησαν τη φωτοσκίαση ως μέσο δραματικής και ψυχολογικής έκφρασης. Οι έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς λειτουργούσαν ως οπτική απόδοση των εσωτερικών συγκρούσεων και της ψυχικής έντασης των προσώπων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα έργα των Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ] και Mary Wigman [Μαίρη Βίγκμαν] αντίστοιχα. Παράλληλα, πολλοί νεότεροι και νεότερες δημιουργοί αξιοποίησαν τη φωτοσκίαση ως βασικό εκφραστικό μέσο της σκηνικής γλώσσας, όπως οι Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον], Tadeusz Kantor [Ταντέους Καντόρ], Josef Svoboda [Γιόζεφ Σβόμποντα], Martha Graham [Μάρθα Γκράχαμ], Pina Bausch [Πίνα Μπάους], William Forsythe [Γουίλιαμ Φόρσαϊθ] και Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι].
Κυρίαρχη, επίσης, είναι η χρήση της φωτοσκίασης στο παραδοσιακό θέατρο σκιών, όπου η αντίθεση ανάμεσα στη φωτεινή επιφάνεια και στις σκοτεινές φιγούρες οργανώνει ολόκληρη τη σκηνική δράση, μετατρέποντας τη σκιά από απλή απουσία φωτός σε ενεργό αφηγηματικό στοιχείο.
Στη μουσική και την όπερα, ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά για να δηλώσει τις διαβαθμίσεις του ηχοχρώματος των οργάνων, των δυναμικών και της εκφραστικής έντασης. Στα έργα του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ] και του Claude Debussy [Κλωντ Ντεμπυσσύ], η «μουσική φωτοσκίαση» επιτυγχάνεται μέσω της εναλλαγής πυκνών και διαυγών ορχηστρικών χρωμάτων. Στο κλασικό τραγούδι, τέλος, ο όρος chiaroscuro περιγράφει την ισορροπία ανάμεσα στη λαμπρότητα και στο βάθος της φωνητικής χροιάς.