Η φιγούρα της ενζενύ [ingénue] έχει τις ρίζες της στη γαλλική κωμωδία του 17ου αιώνα, με πρώιμη αφηγηματική αποτύπωση του τύπου στη νουβέλα του Paul Scarron [Πωλ Σκαρρόν] La Precaution inutile [Η ανώφελη προφύλαξη] (1655). Ωστόσο, η πρώτη καθιερωμένη σκηνική της ενσάρκωση θεωρείται η Agnès από Το Σχολείο των Γυναικών [L'École des femmes] (1662) του Μολιέρου Molière]. Η ηρωίδα του Μολιέρου δεν είναι απλώς ένα αθώο θύμα, αλλά εξελίσσεται από αφελή νέα σε ένα συνειδητοποιημένο, αυτόνομο γυναικείο χαρακτήρα. Αυτή η διττή φύση του χαρακτήρα αποτέλεσε πρότυπο για τους δραματουργούς του 18ου αιώνα.
Καθοριστικός σταθμός στη διαμόρφωση του τύπου της ενζενύ υπήρξε η σκηνική σχέση του Pierre de Marivaux [Πιερ ντε Μαριβώ] με την ιταλικής καταγωγής ηθοποιό Zanetta Rosa Benozzi [Τζανέττα Ρόζα Μπενότσι] (1701-1758), γνωστή στη σκηνή απλώς ως Silvia [Σύλβια], πρωταγωνίστρια του θεάτρου της Ιταλικής Κωμωδίας [Comédie-Italienne υπό τη διεύθυνση του Luigi Riccoboni [Λουίτζι Ρικκομπόνι]. Η Benozzi, η οποία ενσάρκωσε επί σχεδόν είκοσι χρόνια την «première amoureuse» στις κωμωδίες του Marivaux, ανάμεσά τους τη Silvia του Le Jeu de l'amour et du hasard [Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης, 1730], κατέληξε να ταυτιστεί τόσο πλήρως με τον ρόλο, ώστε το σκηνικό της όνομα να συγχωνευθεί με τον ίδιο τον τύπο της νεαρής, ευφυούς και ερωτικά αφυπνιζόμενης ηρωίδας. Ο Marivaux συνέθετε τα έργα του εκ των προτέρων για το ταμπεραμέντο και τη φωνή της, διαμορφώνοντας μέσα από αυτή τη συγχώνευση συγγραφέα-ερμηνεύτριας τη λεγόμενη marivaudage [μαριβωντάζ], τη λεπτή ρητορική του ερωτικού αυτοστοχασμού που σημάδεψε τη γαλλική δραματουργία του Διαφωτισμού.
Σε θεωρητικό επίπεδο, ο Denis Diderot [Ντενί Ντιντερό], με την ανάλυσή του «περί αγνότητας» στην Εγκυκλοπαίδεια (1766), συνέβαλε καθοριστικά στην πρόσληψη της Agnès ως προτύπου. Η ενζενύ συχνά αντιπαρατίθεται σε πιο κυνικούς ή έμπειρους χαρακτήρες και η δραματουργική της λειτουργία βασίζεται στην ειλικρίνεια, την ηθική καθαρότητα και τη συναισθηματική της διαφάνεια. Αν και σπάνιο, ο τύπος αποδίδεται και σε ανδρικά πρόσωπα, με εμβληματικό παράδειγμα τον «Αγαθούλη» / Καντίντ στο φιλοσοφικό μυθιστόρημα -που διασκευάστηκε πολλάκις για το θέατρο και το μουσικό θέατρο- Candide ou l'optimisme [Καντίντ ή Η ασιοδοξία] (1759) του Βολταίρου.
Κατά τον 19ο αιώνα, ο όρος έπαψε να δηλώνει αποκλειστικά έναν δραματουργικό τύπο και καθιερώθηκε ως διακριτή επαγγελματική κατηγορία ηθοποιού [emploi], εντασσόμενη στο σύστημα των παγιωμένων ρόλων που διέπει την οργάνωση των μεγάλων ευρωπαϊκών θιάσων. Στη γαλλική σκηνή, η Comédie-Française κωδικοποίησε τη διάκριση ανάμεσα στην ingénue dramatique και την ingénue comique, ενώ ανάλογες ειδικεύσεις υιοθέτησαν τα κατά τόπους θέατρα του Λονδίνου, του Βερολίνου και της Βιέννης, καθορίζοντας μισθολογικές κλίμακες, συμβατικές υποχρεώσεις και ρεπερτοριακή κατανομή με βάση τον τύπο. Η ηθοποιός που υπέγραφε ως ενζενύ αναλάμβανε εκ των προτέρων ένα σύνολο ρόλων νεαρών, αθώων και ερωτικά διαθέσιμων ηρωίδων, διαμορφώνοντας τη σκηνική της περσόνα γύρω από τη φυσική χάρη, τη φωνητική διαύγεια και την εκφραστική αμεσότητα.
Στις σκηνές της βικτωριανής Αγγλίας και της Γαλλίας της Β΄ Αυτοκρατορίας και της Γ΄ Δημοκρατίας, οι ενζενύ κυριάρχησαν ως ρομαντικές ηρωίδες του μελοδράματος, της κωμωδίας ηθών και του ευποίητου έργου, αντικείμενα ταυτόχρονα του ερωτικού πόθου και της ηθικής εξιδανίκευσης του αστικού κοινού. Εμβληματικές μορφές της εποχής υπήρξαν η Madge Robertson [Μαντζ Ρόμπερτσον] (αργότερα κυρία Kendal) και η Mary Anderson [Μαίρη Άντερσον] στη βρετανική σκηνή, η Ada Rehan [Έιντα Ρίαν] στην αμερικανική, καθώς και η νεαρή Sarah Bernhardt [Σάρα Μπερνάρ] στις απαρχές της σταδιοδρομίας της στο Odéon, πριν στραφεί στους τραγικούς ρόλους. Παράλληλα, η ενζενύ διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο σύστημα ένδυσης (λευκά φορέματα, ανθοστόλιστα καπέλα), εικονογραφικής αναπαράστασης (καρτ-ποστάλ, λιθογραφίες της σειράς Galerie dramatique) και κοινωνικής μυθολογίας, που τη μετέτρεψε σε πρώιμη μορφή σταρ του εμπορικού θεάτρου.
Η ίδια η επιτυχία και η στερεοτυπική παγίωση του τύπου προκάλεσαν φαινόμενα παρωδίας και αυτοαναφορικής αμφισβήτησης, τα οποία ευδοκίμησαν ιδιαίτερα στο μιούζικ χωλ, το βιεννέζικο Volkstheater και τα γαλλικά καφέ-σαντάν. Άνδρες κωμικοί σε γυναικεία αμφίεση [en travesti] υποδύονταν υπερβολικές ενζενύ, αξιοποιώντας το comique de répétition και την αντίθεση ανάμεσα στη φυσική τους εμφάνιση και τη συμβατική θηλυκότητα του ρόλου. Παράλληλα, στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, η σταδιακή είσοδος των πραγματικών εφήβων ηθοποιών στη σκηνή, η εμπορευματοποίηση της παιδικής αθωότητας και η αύξηση των κανονιστικών παρεμβάσεων για την προστασία ανηλίκων διαμόρφωσαν ένα πεδίο έντονης συζήτησης γύρω από τα ηλικιακά και ηθικά όρια του τύπου, προοιωνίζοντας τη ριζική του αμφισβήτηση από τον ψυχολογικό ρεαλισμό και το νατουραλισμό στις αρχές του 20ού αιώνα.
Στη στροφή από τον 19ο στον 20ό αιώνα η παλιότερη κατανομή των ρόλων και των ηθοποιών σε τύπους όπως η/ο ενζενύ, ζεν πρεμιέ, η καρατερίστα, η σουμπρέτα, η ντάμα, κ.λπ. αρχίζουν να αμφισβητούνται σοβαρά από την ανάδυση τόσο του νατουραλισμού και του ψυχολογικού ρεαλισμού όσο και των υπόλοιπων μοντερνιστικών αισθητικών ρευμάτων που επεκτείνονται στο θέατρο, όπως ο συμβολισμός ή ο εξπρεσιονισμός και σύντομα τίθενται σε μερική αχρηστία. Το εμπορικό θέατρο συνέχισε να χρησιμοποιεί τους στερεότυπους αυτούς χαρακτήρες και κατά καιρούς μεγάλοι σκηνοθέτες και θεωρητικοί, όπως ο Vsevolod Meyerhold [Βσεβολόντ Μεγερχόλντ] και σε πολύ μικρότερο βαθμό ο Bertolt Brech [Μπέρτολτ Μπρεχτ], τους αξιοποίησαν. Κομβικό σημείο για την καριέρα μιας ενζενύ αποτελεί το μεταίχμιο της βιολογικής της ωρίμανσης, όταν τα πρώτα σημάδια του χρόνου την καλούν να επιλέξει αν θα περάσει σε ρόλους που συνάδουν με τα νέα ηλικιακά της δεδομένα ή αν θα συνεχίσει να υπηρετεί τον τύπο με τον οποίο καθιερώθηκε και αγαπήθηκε από το κοινό.
Ο τύπος της ενζενύ επεκτάθηκε και σε άλλες καλλιτεχνικές μορφές. Στην όπερα, ο αντίστοιχος φωνητικός και δραματουργικός τύπος είναι αυτός της λυρικής υψιφώνου [soprano lirico], η οποία ενσαρκώνει τις νεαρές, αθώες ηρωίδες (π.χ. Mimì, Gilda), σε αντιδιαστολή με τη ντάμα, την πιο ώριμη και παθιασμένη γυναίκα, που συνήθως ερμηνεύεται από μεσόφωνο [mezzo-soprano]. Παράλληλα, κατέκτησε τη ρεβύ, το βαριετέ και το μπουρλέσκ, ακόμα και την τζαζ (με τη γυναικεία μπάντα The Ingenues), αλλά κυρίως τον κινηματογράφο, μέσα από τα μιούζικαλ και εμβληματικές ηθοποιούς όπως η Mary Pickford [Μαίρη Πίκφορντ], η Audrey Hepburn [Ώντρεϋ Χέπμπορν], η Marilyn Monroe [Μέριλυν Μονρόε] και η νεότερη Winona Ryder [Ουαινόνα Ράιντερ]. Στην ελληνική θεατρική σκηνή, τον ρόλο της ενζενύ υπηρέτησαν με μεγάλη επιτυχία κορυφαίες ηθοποιοί όπως η Βάσω Μανωλίδου, η Έλλη Λαμπέτη, η Τζένη Καρέζη, η Αντιγόνη Βαλάκου, η Νόρα Βαλσάμη, καθώς και νεότερες, όπως η Πέμη Ζούνη, η Κατερίνα Λέχου και η Ιωάννα Παππά.