Ο όρος εκτεταμένη πραγματικότητα δεν δηλώνει μια διακριτή τεχνολογία αλλά ένα συνεχές φυσικών και ψηφιακών στοιχείων. Το θεωρητικό του υπόβαθρο ανάγεται στο σχήμα του «Συνεχούς Πραγματικότητας-Εικονικότητας» [Reality-Virtuality Continuum], που διατύπωσαν το 1994 οι Paul Milgram [Πωλ Μίλγκραμ] και Φούμιο Κισίνο [Fumio Kishino]. Στο ένα άκρο του φάσματος βρίσκεται το φυσικό περιβάλλον, στο άλλο το πλήρως συνθετικό, και ανάμεσά τους αναπτύσσονται οι ενδιάμεσες βαθμίδες. Οι κύριοι τύποι —επαυξημένη, εικονική και μικτή πραγματικότητα— διαφοροποιούνται ως προς τον βαθμό εμβύθισης, την ένταση της διάδρασης και τον βαθμό στον οποίο τα ψηφιακά στοιχεία αναγνωρίζουν τον φυσικό χώρο και αποκρίνονται σε αυτόν.
Το αρκτικόλεξο XR διαδόθηκε ευρέως από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 στον χώρο της τεχνολογίας, με το X να λειτουργεί ως μεταβλητή που καλύπτει κάθε ενδιάμεση εκδοχή. Οι εμπειρίες καθίστανται προσβάσιμες μέσω φορητών συσκευών, όπως τηλέφωνα και ταμπλέτες, και φορετής τεχνολογίας, όπως γυαλιά επαυξημένης πραγματικότητας και συσκευές κεφαλής [HMD]. Στη σκηνική παραγωγή η υλική υποδομή περιλαμβάνει επιπλέον μηχανές γραφικών πραγματικού χρόνου, συστήματα σύλληψης κίνησης, παρακολούθηση κάμερας, τοίχους οθονών LED και χαρτογραφημένη προβολή. Το αποτέλεσμα εντάσσεται στο πεδίο της τεχνολογικής και της ψηφιακής σκηνογραφίας, με τον φυσικό χώρο του θεάτρου να επεκτείνεται οπτικά και ακουστικά πέρα από τα αρχιτεκτονικά του όρια.
Στο πεδίο των παραστατικών τεχνών, η εκτεταμένη πραγματικότητα παρέχει εργαλεία δραματουργικής οργάνωσης του βλέμματος και της κίνησης του κοινού. Ο/η θεατής/θεάτρια μετατοπίζονται από τη θέση της παρακολούθησης στη θέση του ενεργοποιημένου, συμμετοχικού κοινού: τοποθετούνται μέσα στη δράση, επιλέγουν διαδρομές, αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ή με τους/τις ερμηνευτές/ερμηνεύτριες. Έτσι παράγονται εμβυθιστικές παραστάσεις με διακλαδιζόμενες αφηγήσεις, όπου η συν-δημιουργία αποκτά δομικό χαρακτήρα, καθώς και τοποσυναφείς περιπλανήσεις στον αστικό χώρο. Η σύλληψη κίνησης επιτρέπει την εμφάνιση των επιτελεστών ως άβαταρ, ενώ η απομακρυσμένη μετάδοση διευρύνει την προσβασιμότητα και επιτρέπει την ταυτόχρονη παρουσίαση σε πολλές πόλεις.
Η εκτεταμένη πραγματικότητα υλοποιήθηκε σε έργα που κατανέμονται σε όλο το εύρος του φάσματος. Η ελβετική Cie Gilles Jobin [Ζιλ Ζομπέν], σε συνεργασία με το ερευνητικό κέντρο Artanim, στράφηκε από το 2016 στη σύλληψη της κίνησης και ανέπτυξε σειρά χορευτικών έργων, από την πλήρη εμβύθιση έως την υπέρθεση εικονικών χορευτών και χορευτριών στον φυσικό χώρο. Στο Cosmogony [Κοσμογονία] (2021) η κίνηση συλλαμβανόταν στο στούντιο της Γενεύης και ανασυνθέτονταν σε πραγματικό χρόνο ως χαρτογραφημένη προβολή στην πρόσοψη του θεάτρου Odeon του Βουκουρεστίου. Στο The Roaming [Η Περιπλάνηση] (2023) του Mathieu Pradat [Ματιέ Πραντά] το κοινό αλληλεπιδρούσε σε ανοιχτή σκηνή με πραγματικά και εικονικά αντικείμενα, με την εξέλιξη της ιστορίας να εξαρτάται από τις ατομικές και τις ομαδικές επιλογές. Η πολωνική κολλεκτίβα Dream Adoption Society, που ίδρυσε το 2017 ο Krzysztof Garbaczewski [Κριστόφ Γκαρμπατσέφσκι], και η βελγική ομάδα CREW ενέταξαν συστηματικά τις τεχνολογίες του φάσματος στη σκηνική τους πρακτική, η πρώτη σε παραστάσεις κλασσικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, η δεύτερη σε πολυαισθητηριακές εγκαταστάσεις εμβύθισης.
Σημείο καμπής για τον κλάδο αποτέλεσε η πανδημία COVID-19. Η αναστολή των ζωντανών θεαμάτων επέβαλε εναλλακτικούς τρόπους παρουσίασης και επιτάχυνε την απομακρυσμένη σύνδεση καλλιτεχνών και κοινού. Ακολούθησε θεσμική επένδυση σε υποδομές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το East Kowloon Cultural Centre στο Χονγκ Κονγκ. Το πεδίο παραμένει απαιτητικό: υψηλό κόστος, ανάγκη τεχνικής κατάρτισης, ταχεία απαξίωση λογισμικού και εξοπλισμού, καθώς και το ανοικτό θεωρητικό ερώτημα της ζωντανότητας και της συμπαρουσίας.