Οι στερεότυποι χαρακτήρες συγκροτούνται ως μονοδιάστατοι τύποι, με σταθερά γνωρίσματα, περιορισμένο ψυχολογικό βάθος. Η αναγνωρισιμότητά τους επιτρέπει στους/στις δημιουργούς να εστιάζουν στη δράση και την πλοκή, ενέχει ωστόσο τον κίνδυνο αναπαραγωγής κοινωνικών προκαταλήψεων σε ζητήματα σωματότυπου, ηλικίας, φύλου, τάξης και φυλής.
Πρώιμη τυποποίηση θεατρικών χαρακτήρων εντοπίζεται στο αρχαίο ελληνικό δράμα. Ο Ιούλιος Πολυδεύκης, στο Ὀνομαστικόν (2ος αι. μ.Χ.), καταγράφει 76 τύπους θεατρικών προσωπείων βάσει φύλου, ηλικίας και κοινωνικής θέσης. Αντίστοιχα πρότυπα εμφανίζονται στο μιμοθέατρο και τους φλύακες της Μεγάλης Ελλάδας, καθώς και στην ατελλανή φάρσα, η οποία πηρέασε τη ρωμαϊκή κωμωδία (Πλαύτος, Τερέντιος). Ενδεικτικοί τύποι: ο καυχησιάρης στρατιώτης [miles gloriosus], ο οργίλος γέρος [senex iratus], ο πανούργος υπηρέτης [servus callidus].
Η τυποποίηση κληροδοτείται σχεδόν αυτούσια στην Αναγεννησιακή λόγια κωμωδία [commedia erudita] του 16ου αιώνα και κορυφώνεται μεταξύ 17ου και 18ου αιώνα στην κομμέντια ντελλ άρτε, όπου οι τύποι καθίστανται αναγνωρίσιμοι μέσω σταθερής εικονοποιίας, γλωσσικών ιδιωμάτων, κινησιολογικού κώδικα, και μοτίβων συμπεριφοράς· οι ερμηνευτές και οι ερμηνεύτριες της κομμέντια αφιέρωναν ολόκληρη τη σταδιοδρομία τους σε έναν τύπο, π.χ. Αρλεκίνος [Arlecchino], Πανταλόνε [Pantalone], Ντοττόρε [Dottore], Καπιτάνος [Capitano], Κολομπίνα [Colombina]. Στην Αγγλία, στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Ben Jonson [Μπεν Τζόνσον] θεμελίωσε την κωμωδία χυμών [comedy of humours], αξιοποιώντας δραματουργικά την αρχαία ιατρική θεωρία των τεσσάρων χυμών (αίμα, φλέγμα, κίτρινη χολή, μαύρη χολή), η οποία αντιστοιχούσε κάθε χυμό σε έναν τύπο ιδιοσυγκρασίας, π.χ. φλεγματικός, μελαγχολικός, κ.λπ. Στα έργα Every Man in His Humour [Κάθε άνθρωπος ένας χυμός] (1598) και Volpone, or The Fox [Βολπόνε, ή Η αλεπού] (1606), κάθε δραματικό πρόσωπο κυριαρχείται από ένα μοναδικό χαρακτηριστικό (απληστία, ματαιοδοξία, ευπιστία), το οποίο καθορίζει αποκλειστικά τη συμπεριφορά του.
Ο Μολιέρος [Molière] τον 17ο αιώνα και ο Carlo Goldoni [Κάρλο Γκολντόνι] τον 18ο επαναπροσδιόρισαν τους στερεότυπους χαρακτήρες, προσδίδοντάς τους ηθική και κοινωνική διάσταση. Στην Comédie-Française [Κομεντί Φρανσαίζ], οι ηθοποιοί ταξινομούνται σε τυποποιημένες κατηγορίες ρόλων [emplois]: ζεν πρεμιέ [jeune premier], ενζενύ [ingénue], σουμπρέτα [soubrette], ντάμα [dame]. Τον 19ο αιώνα, ανάλογα στερεότυπα σχήματα εμφανίζονται στα «ευποίητα έργα» [pièces bien faites] των Eugène Scribe [Εζέν Σκριμπ] και Victorien Sardou [Βικτοριέν Σαρντού], καθώς και στις κωμωδίες βουλεβάρτου (Eugène Labiche [Εζέν Λαμπίς], Georges Feydeau [Ζωρζ Φεϊντώ]).
Στο μυθιστορηματικό δράμα ή μελόδραμα, που ακμάζει στη Γαλλία από τα τέλη του 18ου αιώνα υπό την επίδραση δημιουργών όπως ο René-Charles Guilbert de Pixérécourt [Ρενέ-Σαρλ Γκιλμπέρ ντε Πιξερεκούρ], παγιώνεται ένα τριγωνικό δραματουργικό σχήμα στερεότυπων χαρακτήρων: ο ενάρετος ήρωας, η αδικημένη ηρωίδα και ο ραδιούργος κακοποιός [traître]. Η τυπολογία αυτή μεταφέρεται στο λυρικό θέατρο, όπου συστηματοποιείται μέσω αντιστοίχισης φωνητικού τύπου και δραματουργικού ρόλου: ο οξύφωνος ως ρομαντικός ήρωας, η υψίφωνος ως αθώα ηρωίδα, ο βαρύτονος και/ή η μεσόφωνος ως αντίζηλος ή απειλή. Ήδη στην όπερα σέρια του 18ου αιώνα, ο ευγενής ήρωας ερμηνευόταν από καστράτο (αργότερα από τενόρο), ενώ στην όπερα μπούφα, ο βαθύφωνος λειτουργούσε ως κωμικός τύπος [basso buffo]. Τον 19ο αιώνα, το τριγωνικό σχήμα κυριαρχεί στο οπερατικό ρεπερτόριο· χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι όπερες του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι], Il Trovatore [Ο Τροβαδούρος] (1853) όπου οξύφωνος, υψίφωνος και βαρύτονος αντιστοιχούν σταθερά σε ήρωα, ηρωίδα και ανταγωνιστή και Aida [Αΐντα] (1871), στην οποία το σχήμα αντιστρέφεται: δύο γυναικείοι ρόλοι, η ενάρετη Αΐντα (υψίφωνος) και η αντίζηλη Άμνερις (μεσόφωνος), διεκδικούν τον ίδιο ήρωα (Ρανταμές, οξύφωνος), αναδεικνύοντας τη σταθερότητα της τυπολογίας ακόμη και όταν η κατανομή φύλου μεταβάλλεται.
Στην Ελλάδα, οι στερεότυποι χαρακτήρες αποτελούν γνώρισμα της πρώιμης νεοελληνικής δραματουργίας, ιδίως στο πλαίσιο της κωμωδίας ηθών, της ηθογραφίας και του κοινωνικού δράματος, όπου τα δραματικά πρόσωπα ενσαρκώνουν κοινωνικούς, γεωγραφικούς ή πολιτισμικούς τύπους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα: οι κωμωδίες του κρητικού θεάτρου Κατζούρμπος (1580-1600) του Γεωργίου Χορτάτση, ο Στάθης (1604) αγνώστου και Φορτουνάτος (1655) του Μάρκου Αντωνίου Φωσκόλου (οι οποίες αναπαράγουν ιταλικά αναγεννησιακά πρότυπα), ο Χάσης (1795) του Δημητρίου Γουζέλη και η Βαβυλωνία (1836) του Δημητρίου Βυζαντίου. Η παράδοση αυτή τροφοδότησε στη συνέχεια το κωμειδύλλιο και την αθηναϊκή επιθεώρηση, ενώ επιδράσεις εντοπίζονται και στην ελληνική κωμωδία του 20ού αιώνα. Ο στερεότυπος χαρακτήρας αποτελεί παράλληλα κεντρικό στοιχείο του λαϊκού θεάτρου (Καραγκιόζης, κουκλοθέατρο), όπου λειτουργεί ως αναγνωρίσιμο σύμβολο κοινωνικών τύπων και αξιών.
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, στο πλαίσιο του ρεαλιστικού θεάτρου, η παραδοσιακή τυποποίηση αναδιαμορφώνεται: τα δραματικά πρόσωπα αποκτούν ψυχολογικό βάθος και ατομικότητα. Η μέθοδος του Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] μετατοπίζει το ενδιαφέρον από τον «τύπο» στην ψυχολογικά συνεκτική προσωπικότητα, σε συμπόρευση με τη δραματουργία του φεν-ντε-σιέκλ, η οποία εμβαθύνει στη χαρακτηρολογία και την ψυχογραφία. Στο σύγχρονο θέατρο, τα στερεότυπα αξιοποιούνται συχνά ειρωνικά ή μεταθεατρικά: ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ] χρησιμοποιεί συνειδητά τυποποιημένα σχήματα στη Die Dreigroschenoper [Η όπερα της πεντάρας] (1928) και στο Der aufhaltsame Aufstieg des Arturo Ui [Η ανασχέσιμη άνοδος του Αρτούρο Ούι] (1941), μετατρέποντάς τα σε αντικείμενο ιδεολογικής κριτικής που αποκαλύπτει τους μηχανισμούς παραγωγής και διατήρησης των στερεοτύπων.