Thymele Logo
Search

διακειμενικότητα [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Ιδιότητα κάθε κειμένου να συγκροτεί το νόημά του μέσω αναφορών, παραθεμάτων και μετασχηματισμών άλλων κειμένων, η οποία στις παραστατικές τέχνες εκτείνεται πέραν του γραπτού λόγου σε σκηνικές, σωματικές, κινητικές και ηχητικές αναφορές.

Ανάπτυξη

Η διακειμενικότητα εισήχθη ως όρος από την Julia Kristeva [Τζούλια Κρίστεβα] το 1967, με αφετηρία τη θεωρία της διαλογικότητας του Μιχαήλ Μπαχτίν [Mikhail Bakhtin], σύμφωνα με την οποία κάθε εκφώνηση φέρει εντός της ίχνη προγενέστερων εκφωνήσεων. Η Kristeva διατύπωσε τη θέση ότι κάθε κείμενο συνιστά «μωσαϊκό παραθεμάτων», δηλαδή απορρόφηση και μετασχηματισμό άλλων κειμένων. Ο Roland Barthes [Ρολάν Μπαρτ], στο δοκίμιο La mort de l'auteur [Ο θάνατος του συγγραφέα] (1967), αποδέσμευσε το νόημα του έργου από την πρόθεση του / της δημιουργού και το μετατόπισε στη διαδικασία της ανάγνωσης. Ο Gérard Genette [Ζεράρ Ζενέτ] συστηματοποίησε τις διαφορετικές μορφές διακειμενικής σχέσης οι οποίες συνδέουν ένα υπο-κείμενο [hypotexte] με ένα υπερ-κείμενο [hypertexte] και εμπίπτουν στην ευρύτερη λογοτεχνική διεργασία της υπερκειμενικότητας [hypertextualité], μορφές οι οποίες διερευνήθηκαν ακολούθως και κατ’ αναλογίαν στην ανάλυση θεατρικών, μουσικών και χορευτικών έργων.


Στο θέατρο, η διακειμενικότητα αποτελεί δομική αρχή, καθώς η δραματουργία τρέφεται διαρκώς από και αφομοιώνει εντός της προγενέστερα κείμενα, αρχής γενομένης από το αρχαίο ελληνικό θέατρο. Ο Tom Stoppard [Τομ Στόππαρντ], στο Rosencrantz and Guildenstern Are Dead [Ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί] (1966), ανέστρεψε την οπτική γωνία του σαιξπηρικού Άμλετ [Hamlet], μεταθέτοντας δύο δευτερεύοντες χαρακτήρες στο κέντρο της δράσης και αναδεικνύοντας τη διακειμενική σχέση ως μηχανισμό παραγωγής νέου νοήματος. Ο Bertolt Brecht [Μπέρτολτ Μπρεχτ], στην Όπερα της Πεντάρας [Die Dreigroschenoper] (1928), αναδιαμόρφωσε το The Beggar's Opera [Η όπερα του ζητιάνου] (1728) του John Gay [Τζων Γκέυ], μετατρέποντας μία αγγλική όπερα-μπαλάντα σε μαρξιστική σάτιρα. Ο Heiner Müller [Χάινερ Μύλλερ], στο Die Hamletmaschine [Η Άμλετομηχανή] (1977), αποσυναρμολόγησε το σαιξπηρικό κείμενο και το ανασύνθεσε ως πολιτικό κολλάζ, ενώ ο Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι], στην Orestea (una commedia organica?) [Ορέστεια (μια οργανική κωμωδία;)] (1995) της Socìetas Raffaello Sanzio, ώθησε τη θεατρική διακειμενικότητα στο ακραίο της σημείο: αντιμετώπισε την αισχύλεια τριλογία ως «πολιτισμικό παλίμψηστο» και ύφανε ένα πυκνότατο δίκτυο αναφορών στον Lewis Carroll [Λιούις Κάρολ], στον Antonin Artaud [Αντονέν Αρτώ], και σε εικαστικά έργα όπως η Guernica του Pablo Picasso [Πάμπλο Πικάσσο], μετατρέποντας τα διακείμενα από λογοτεχνικές παραπομπές σε εικαστικά, σωματικά και οργανικά σκηνικά στρώματα.


Στη μουσική η διακειμενικότητα λειτουργεί μέσω παραθεμάτων, στρωματοποιημένων αναφορών και σημασιολογικής πολυφωνίας. Ο Luciano Berio [Λουτσάνο Μπέριο], στο τρίτο μέρος της Sinfonia [Συμφωνία] (1968-1969), ύφανε ένα πυκνότατο ηχητικό παλίμψηστο: η Δεύτερη Συμφωνία του Gustav Mahler [Γκούσταφ Μάλερ] λειτούργησε ως υπο-κείμενο πάνω στο οποίο στρωματοποιήθηκαν δεκάδες μουσικά παραθέματα (Claude Debussy [Κλωντ Ντεμπυσσύ], Maurice Ravel [Μωρίς Ραβέλ], Arnold Schönberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ] κ.ά.), ενώ ταυτοχρόνως φωνητικά αποσπάσματα από το The Unnamable [Ο Ακατονόμαστος] του Samuel Beckett [Σάμιουελ Μπέκετ] διέτρεχαν τον μουσικό ιστό. Η μουσική παράθεση [musical quotation] αποτέλεσε εργαλείο ρητής διακειμενικότητας και στην περίπτωση του Dmitri Shostakovich [Ντμίτρι Σοστακόβιτς], ο οποίος στη Δέκατη πέμπτη συμφωνία (1971), ενσωμάτωσε παραθέματα από τον Gioachino Rossini [Τζοακίνο Ροσσίνι] και τον Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ], φορτίζοντας τη σύνθεσή του με πολλαπλά σημασιολογικά στρώματα. Στον χορό, η διακειμενικότητα εκδηλώθηκε μέσω της επαναδιαπραγμάτευσης χορογραφικών κειμένων: η Λίμνη των κύκνων του Matthew Bourne [Μάθιου Μπορν] ανέτρεψε τις συμβάσεις του ρομαντικού μπαλέτου, η ομότιτλη εκδοχή του Mats Ek [Ματς Εκ] ενσωμάτωσε ψυχαναλυτικά διακείμενα, ενώ η Dada Masilo [Ντάντα Μασίλο] συνέθεσε νοτιοαφρικανικές πολιτισμικές πρακτικές με τη δυτική χορευτική παράδοση.


Η διακειμενικότητα στις παραστατικές τέχνες διαθέτει εγγενώς συμμετοχικό χαρακτήρα: τόσο οι καλλιτέχνες / καλλιτέχνιδες όσο και το κοινό ανακαλούν και ενεργοποιούν –είτε συνειδητά είτε, ενίοτε, ανεπίγνωστα– τις διακειμενικές σχέσεις μέσω της πολιτισμικής εμπειρίας και του εγκυκλοπαιδικού εξοπλισμού τους, αποκωδικοποιώντας (όχι απαραιτήτως τις ίδιες και όχι απαραιτήτως όλες τις υπάρχουσες και δυνατές) εγγεγραμμένες αναφορές που διαμορφώνουν το νόημα κάθε παράστασης σε μια σύνθετη διαδικασία πρόσληψης. Στο θέατρο, η ενεργοποίηση εκ μέρους των καλλιτεχνών και η αναγνώριση εκ μέρους των θεατών των υποκείμενων δικτύων και συνάψεων εμπλουτίζουν την παραγωγή και την πρόσληψη· στη μουσική, η εισαγωγή εκ μέρους των δημιουργών ή, αντίστοιχα, η ανίχνευση εκ μέρους του ακροατηρίου ενός παραθέματος ανοίγει νέα ερμηνευτικά πεδία· στον χορό, η ενσώματη μνήμη [embodied memory] επιτρέπει στο σώμα του χορευτή / της χορεύτριας να φέρει ίχνη προγενέστερων κινητικών πρακτικών, τα οποία (προσ)καλείται το κοινό να αντιληφθεί και να απολαύσει συσχετικά και συνθετικά. Η διακειμενικότητα καθιστά κάθε παραστατικό έργο κόμβο σε ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτισμικών, ιστορικών και καλλιτεχνικών αναφορών.

Αγγλικά
intertextuality
Γαλλικά
intertextualité, la
Γερμανικά
Intertextualität, die
Ιταλικά
intertestualità, l'[a]

Σχετικοί όροι

παστίς, παρατραγωδία, παρωδία, δομισμός, αποδόμηση, διακαλλιτεχνικότητα, διαμεσικότητα

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"Il me semble aujourd'hui (13 octobre 1981) percevoir cinq types de relations transtextuelles, que j'énumérerai dans un ordre approximativement croissant d'abstraction, d'implicitation et de globalité. Le premier a été, voici quelques années, exploré par Julia Krist eva, sous le nom d'intertextualité, et cette nomination nous fournit évidemment notre paradigme terminologique. Je le définis pour ma part, d'une manière sans doute restrictive, par une relation de coprésence entre deux ou plusieurs textes, c'est-à-dire, eidétiquement et le plus souvent, par la présence effective d'un texte dans un autre. Sous sa forme la plus explicite et la plus littérale, c'est la pratique traditionnelle de la citation (avec guillemets, avec ou sans référence précise) ; sous une forme moins explicite et moins canonique, celle du plagiat (chez Lautréamont, par exemple), qui est un emprunt non déclaré, mais encore littéral ; sous forme encore moins explicite et moins littérale, celle de l'allusion, c'est-à-dire d'un énoncé dont la pleine intelligence suppose la perception d'un rapport entre lui et un autre auquel renvoie nécessairement telle ou telle de ses inflexions, autrement non recevable."


«Μου φαίνεται σήμερα (13 Οκτωβρίου 1981) ότι διακρίνω πέντε τύπους διακειμενικών σχέσεων, τους οποίους θα απαριθμήσω με σειρά κατά προσέγγιση αυξανόμενης αφαίρεσης, υπόρρησης και καθολικότητας. Ο πρώτος διερευνήθηκε πριν από μερικά χρόνια από την Julia Kristeva, υπό την ονομασία διακειμενικότητα, και η ονομασία αυτή μας παρέχει προφανώς το ορολογικό μας παράδειγμα. Τον ορίζω από τη δική μου πλευρά, κατά τρόπο αναμφίβολα περιοριστικό, ως σχέση συμπαρουσίας ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κείμενα, δηλαδή, ειδητικά και συνηθέστερα, ως πραγματική παρουσία ενός κειμένου μέσα σε ένα άλλο. Υπό την πλέον ρητή και κατά γράμμα μορφή της, πρόκειται για την παραδοσιακή πρακτική του παραθέματος (με εισαγωγικά, με ή χωρίς ακριβή παραπομπή). Υπό μορφή λιγότερο ρητή και λιγότερο κανονική, πρόκειται για τη λογοκλοπή (στον Lautréamont, λόγου χάρη), η οποία συνιστά δάνειο αδήλωτο, αλλά και πάλι κατά γράμμα. Υπό μορφή ακόμη λιγότερο ρητή και λιγότερο κατά γράμμα, πρόκειται για τον υπαινιγμό, δηλαδή για μια εκφορά της οποίας η πλήρης κατανόη ση προϋποθέτει την αντίληψη μιας σχέσης ανάμεσα σε αυτήν και σε κάποια άλλη, στην οποία παραπέμπει κατ' ανάγκην τούτη ή εκείνη η απόχρωσή της, αλλιώς μη αποδεκτή».

Ο Gérard Genette ορίζει τη διακειμενικότητα ως σχέση συμπαρουσίας δύο ή περισσοτέρων κειμένων, δηλαδή ως πραγματική παρουσία ενός κειμένου μέσα σε ένα άλλο, και την εντάσσει ως πρώτο από τους πέντε τύπους διακειμενικών σχέσεων στο ευρύτερο πεδίο που ονομάζει διακειμενικότητα υπό ευρεία έννοια. Αναγνωρίζει ρητά την πατρότητα του όρου στην Julia Kristeva, περιορίζοντας ωστόσο το εύρος του. Διακρίνει τρεις βαθμίδες φανερότητας της σχέσης: το παράθεμα, τη λογοκλοπή και τον υπαινιγμό.

Genette, G. (1982). Palimpsestes: La littérature au second degré. Paris: Seuil, σ. 8.

Quote Icon

«Χάρη στο διακείμενο ο αναγνώστης πέφτει στην παγίδα που του στήνει το κείμενο: είναι υποχρεωμένος να πάρει μέρος στη διαδικασία της παραγωγής του κειμένου. Έτσι συνειδητοποιεί το γεγονός ότι δεν πρόκειται για απλή γραφή, αλλά για δεύτερη ή και πολλαπλή γραφή κειμένου, που η διαδικασία της συντελείται από τον ίδιο. Ενώ διαβάζει το κείμενο, ανακαλύπτει συστήματα γραφής και, καθώς τα αναγνωρίζει, τα χρησιμοποιεί για να ερμηνεύσει ακόμη και τη μικρότερη λεπτομέρεια».

Η Ζωή Σαμαρά περιγράφει τη διακειμενικότητα ως μηχανισμό που εμπλέκει ενεργά τον αναγνώστη στην παραγωγή του νοήματος. Το διακείμενο λειτουργεί ως παγίδα: υποχρεώνει τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τα συστήματα γραφής που το κείμενο ενσωματώνει και να τα αξιοποιήσει ερμηνευτικά. Η ανάγνωση μετατρέπεται έτσι σε δεύτερη ή πολλαπλή γραφή.

Σαμαρά, Ζ. (1987). Προοπτικές του Κειμένου. Θεσσαλονίκη: Κώδικας (επανέκδ. 2000), σ. 23.

Quote Icon

«Η μακρά θεατρική ιστορία του βασικού αρχαίου χώρου διεξαγωγής θεατρικών παραστάσεων μεταγράφτηκε με διαφορετικούς τρόπους στην κειμενική δομή των έντεκα σωζόμενων αριστοφανικών κωμωδιών, που αποτέλεσαν πεδίο σαφούς και πολύμορφης εκδήλωσης διακειμενικότητας, προνομιακό χώρο ανάπτυξης της οποίας αποτελεί ούτως ή άλλως το θέατρο. Και είναι μάλλον βέβαιο ότι κατά την επί σκηνής μεταφορά των αριστοφανικών δραμάτων ενεργοποιούνταν –εκτός από τις διακειμενικές αναφορές σε οικείους μύθους, έτοιμες δομές, γνωστούς γλωσσικούς τύπους, προγενέστερα κείμενα κ.ά. – πολλαπλά διαπαραστασιακά συστήματα σημείων, με την έννοια ότι ο αρχαίος θεατής καλούνταν συχνά και επανειλημμένα μέσω της σκηνικής πράξης να αναχθεί σε προηγούμενα χωρο-χρονικά παραδειγματικά μεγέθη που εισέρχονταν στο νοηματικό πεδίο, καλώντας τον να διασυνδέσει αυτόματα τον ολικό θεατρικό λόγο μιας συγκεκριμένης αριστοφανικής παράστασης με έναν προγενέστερο λόγο, ο οποίος έδινε την εντύπωση ότι αποτελεί συνέχεια του παρόντος».

Η Καίτη Διαμαντάκου ανιχνεύει τη διακειμενικότητα στο αρχαίο ελληνικό θέατρο, με αφετηρία τις έντεκα σωζόμενες αριστοφανικές κωμωδίες. Η ανάλυση δείχνει ότι το θέατρο αποτελεί προνομιακό πεδίο διακειμενικών σχέσεων, εφόσον ο αρχαίος θεατής ανακαλούσε κατά την παράσταση προγενέστερα κείμενα, μύθους και σκη νικές συμβάσεις. Η μεταφορά της έννοιας από το κείμενο στη σκηνική πράξη έχει οδηγήσει στην ελληνόγλωσση χρήση του παράγωγου όρου διαπαραστασιακότητα.

Διαμαντάκου, Κ. (2007). Στην αρχαία κωμική ενδοχώρα: Εισαγωγή στη σημειολογία του χώρου και του χρόνου στο θέατρο του Αριστοφάνη. Αθήνα: Καρδαμίτσα, σ. 94.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Δοκιμιακό βίντεο του Evan Puschak [Έβαν Πούσακ] για τη λειτουργία της διακειμενικότητας στη σύγχρονη κινηματογραφική…

Η σκηνή της διαμάχης από τη χορ ευτική εκδοχή της όπερας Dido and Aeneas [

Το ορατόριο Die Hamletmaschine [Η Αμλετομηχανή] του Γιώργου Απέργη [Georges Aperghis] για πέντε…

Απόσπασμα από την παράσταση χορού Μιντάτι σε χορογραφία της Τζένης Αργυρίου. Η σύνθεση αναδεικνύει τη…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Codex Ephraemi Rescriptus [Κώδικας του Εφραίμ, ο επαναγεγραμμένος], φ. 60r, Bibliothèque nationale de…

Αφίσα της παράστασης Swan Lake [Η λίμνη των κύκνων] σε χορογραφία Matthew Bourne…

Στιγμιότυπο από την Orestea (una commedia organica?) [Ορέστεια (μια οργανική κωμωδία;)] σε σκηνοθεσία…

Μήδεια, σκηνοθεσία Frank Castorf [Φρανκ Καστόρφ], παγκόσμια πρώτη, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου,…

βασική

Allen, G. (2000). Intertextuality. London and New York: Routledge.

Bakhtin, M. M. (1981). The Dialogic Imagination: Four Essays (M. Holquist, Επιμ.· C. Emerson & M. Holquist, Μετ.). Austin: University of Texas Press.

Barthes, R. (1970). S/Z. Paris: Seuil.

Barthes, R. (1977). Image, Music, Text (S. Heath, Μεταφρ.). London: Fontana Press.

Culler, J. (1975). Structuralist Poetics: Structuralism, Linguistics and the Study of Literature. London: Routledge and Kegan Paul.

Culler, J. (2006). Αποδόμηση: Θεωρία και κριτική μετά τον δομισμό (Α. Λαμπρόπουλος, Μετ.). Αθήνα: Μεταίχμιο.

Genette, G. (1982). Palimpsestes: La littérature au second degré. Paris: Seuil. Αγγλική έκδοση: (1997). Palimpsests: Literature in the Second Degree (C. Newman & C. Doubinsky, Μετ.). Lincoln: University of Nebraska Press.

Kristeva, J. (1969). Séméiôtiké: Recherches pour une sémanalyse. Paris: Seuil. Αγγλική έκδοση: (1980). Desire in Language: A Semiotic Approach to Literature and Art (T. Gora, A. Jardine & L. S. Roudiez, Μετ.· L. S. Roudiez, Επιμ.). New York: Columbia University Press.

Lansdale, J. (2008). Intertextual narratives in dance analysis. Στο J. Lansdale (Επιμ.), Decentring Dancing Texts: The Challenge of Interpretation (σσ. 1-19). Basingstoke: Palgrave Macmillan.

Riffaterre, M. (1971). Essais de stylistique structurale. Paris: Flammarion.

Riffaterre, M. (1978). Semiotics of Poetry. Bloomington: Indiana University Press.

Riffaterre, M. (1979). La Production du texte. Paris: Seuil.

Worton, M., & Still, J. (Επιμ.). (1990). Intertextuality: Theories and Practices. Manchester and New York: Manchester University Press.

συμπληρωματική

Adshead-Lansdale, J. (Επιμ.). (1999). Dancing Texts: Intertextuality in Interpretation. London: Dance Books.

Aston, E., & Savona, G. (1991). Theatre as Sign-System: A Semiotics of Text and Performance. London and New York: Routledge.

Bryant, S. (2018). Intertextuality and dance: An approach to understanding embodied performance of gender in dance discourses. Journal of Dance Education, 19(1), 1-9.

De Marinis, M. (1993). The Semiotics of Performance (Á. O'Healy, Μεταφρ.). Bloomington: Indiana University Press.

Derrida, J. (2006). Θέσεις (Τ. Μπετζέλος, Μεταφρ.). Αθήνα: Πλέθρον.

Fischer-Lichte, E. (2008). The Transformative Power of Performance: A New Aesthetics (S. I. Jain, Μετ.). London and New York: Routledge.

Foster, S. L. (1986). Reading Dancing: Bodies and Subjects in Contemporary American Dance. Berkeley: University of California Press.

Foster, S. L. (2002). Walking and other choreographic tactics: Danced inventions of theatricality and performativity. SubStance, 31(2/3), 125-146.

Lehmann, H.-T. (2006). Postdramatic Theatre (K. Jürs-Munby, Μετ.). London and New York: Routledge.

Midgelow, V. L. (2007). Reworking the Ballet: Counter Narratives and Alternative Bodies. London and New York: Routledge.

Papalexiou, E., & Xepapadakou, A. (2023). Sur les traces de l'Orestie (une comédie organique ?) de Romeo Castellucci: De sa conception (1995) à sa reprise (2015). Στο S. Lucet & A.-C. Santos (Επιμ.), Parcours de génétique théâtrale: Brouillons, variations et transpositions (σσ. 99-128). Paris: Le Manuscrit.

Reinelt, J., & Roach, J. (Επιμ.). (1992). Critical Theory and Performance. Ann Arbor: University of Michigan Press.

Roesner, D. (2014). Musicality in Theatre: Music as Model, Method and Metaphor in Theatre-Making. Farnham: Ashgate.

Saussure, F. de (1979). Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας. Αθήνα: Παπαζήσης.

Sturrock, J. (1993). Structuralism (2η έκδ.). Oxford: Blackwell.

Wright, M. (2024). Intertextuality, 'cf.', and fragmentary drama. Στο A. Kelly & H. Spelman (Επιμ.), Texts and Intertexts in Archaic and Classical Greece (σσ. 169-190). Cambridge: Cambridge University Press.

Θωμαδάκη, Μ. (1993). Σημειωτική του ολικού θεατρικού λόγου. Αθήνα: Δόμος (επανέκδ. Liberal Books, 2018).

Ξεπαπαδάκου, Α. (2006). «"What cannot be spoken": Το έργο του Samuel Beckett και η μουσική». Παράβασις, 8, 215-226.

Πεφάνης, Γ. Π. (2012). Το θέατρο και τα σύμβολα: Διαδικασίες συμβόλισης του θεατρικού λόγου. Αθήνα: Παπαζήσης.

Σαμαρά, Ζ. (1987). Προοπτικές του κειμένου. Θεσσαλονίκη: Κώδικας (επανέκδ. 2000).

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. διακειμενικότητα. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/διακειμενικότητα

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «διακειμενικότητα». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/διακειμενικότητα.

MLA

«διακειμενικότητα». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/διακειμενικότητα.

1326