Thymele Logo
Search

θεωρία ομιλιακών πράξεων [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Θεωρία της φιλοσοφίας της γλώσσας, διατυπωμένη από τον John L. Austin [Τζων Λ. Ώστιν], σύμφωνα με την οποία η εκφορά ορισμένων τύπων εκφωνημάτων δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά συνιστά η ίδια πράξη, δηλαδή τελεί μια ενέργεια διά του λόγου.

Ανάπτυξη

Η θεωρία των ομιλιακών πράξεων [speech act theory] διατυπώθηκε από τον Βρετανό φιλόσοφο της γλώσσας John L. Austin στη σειρά διαλέξεων William James Lectures (Χάρβαρντ, 1955), που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του ως How to Do Things with Words [Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις] (1962). Ο Austin αμφισβήτησε την κυρίαρχη αντίληψη ότι η γλώσσα απλώς περιγράφει την πραγματικότητα μέσω προτάσεων αληθών ή ψευδών, τις οποίες ονόμασε «διαπιστωτικές» [constatives]. Σε αντιδιαστολή, απομόνωσε τα «επιτελεστικά εκφωνήματα» [performative utterances], όπως «υπόσχομαι», «σε ονομάζω» ή το «δέχομαι» της γαμήλιας τελετής, όπου ο ίδιος ο ομιλητής, εκφέροντας το εκφώνημα, τελεί την πράξη που αυτή δηλώνει. Τα εκφωνήματα αυτά δεν κρίνονται ως αληθή ή ψευδή, αλλά ως πετυχημένα ή άστοχα, ανάλογα με το αν πληρούνται οι «συνθήκες επιτυχίας» [felicity conditions], δηλαδή το κατάλληλο θεσμικό και περιστασιακό πλαίσιο.


Στην πορεία ο Austin εγκατέλειψε την αυστηρή διάκριση διαπιστωτικών και επιτελεστικών, υποστηρίζοντας ότι κάθε εκφώνημα ενέχει ταυτόχρονα τρεις διαστάσεις:

  • Η λεκτική πράξη [locutionary act] είναι η καθαυτό εκφορά μιας πρότασης με ορισμένο νόημα και αναφορά (π.χ. «έξω βρέχει»).
  • Η ενδολεκτική πράξη [illocutionary act] είναι η ενέργεια που τελείται διά της εκφοράς και φέρει την επικοινωνιακή πρόθεση του ομιλητή (μια προειδοποίηση, μια απαγόρευση, μια διαταγή, η δήλωση «κηρύσσω την έναρξη»).
  • Η περιλεκτική πράξη [perlocutionary act] αφορά τα αποτελέσματα που προκαλεί το εκφώνημα στον/στην ακροατή/τρια, όπως η πειθώ, ο φόβος ή η παρόρμηση σε δράση.


Τον στοχασμό του Austin συνέχισε ο John Searle [Τζων Σερλ], ο οποίος συστηματοποίησε τη θεωρία στο θεωρητικό έργο Speech Acts (1969), προτείνοντας ταξινομία των ενδολεκτικών πράξεων.


Καθοριστική για τις παραστατικές τέχνες υπήρξε μια ρήση του ίδιου του Austin: απέκλεισε ρητά τον θεατρικό λόγο, θεωρώντας «κενά» ή «παρασιτικά» τα εκφωνήματα που εκφέρονται επί σκηνής, αφού ο ηθοποιός που λέει «υπόσχομαι» δεν δεσμεύεται πραγματικά. Τη ρήση αυτή αντέστρεψε ο Jacques Derrida [Ζακ Ντερριντά], ο οποίος υποστήριξε ότι η δυνατότητα επανάληψης και μίμησης (η «επαναληψιμότητα») δεν είναι εξαίρεση, αλλά συστατικό γνώρισμα κάθε ομιλιακής πράξης. Η αντιπαράθεση αυτή, μαζί με το έργο των Erving Goffman [Έρβινγκ Γκόφμαν] και Milton Singer [Μίλτον Σίνγκερ], τροφοδότησε την «επιτελεστική στροφή» των ανθρωπιστικών επιστημών κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970 και τη θεμελίωση των Σπουδών Επιτέλεσης [Performance Studies].


Στο θέατρο, η θεωρία επέτρεψε να ιδωθεί ο σκηνικός λόγος όχι ως περιγραφή, αλλά ως δράση: η δραματική σύγκρουση μετατοπίστηκε από τη φυσική πράξη στο ίδιο το εκφώνημα, καθώς το να απειλεί, να υπόσχεται ή να καταριέται ένα πρόσωπο συνιστά τη σκηνική ενέργεια. Στο μεταδραματικό θέατρο η περιλεκτική λειτουργία στρέφεται ευθέως προς το κοινό. Υπόδειγμα αποτελεί το έργο Publikumsbeschimpfung [Βρίζοντας το κοινό] (1966) του Peter Handke [Πέτερ Χάντκε], στο οποίο, χωρίς πλοκή ή χαρακτήρες, οι ερμηνευτές/τριες απευθύνουν στους θεατές εκφωνήματα (προσφωνήσεις, προσβολές) που δρουν πάνω τους αντί να τους αφηγούνται μια ιστορία. Στο Rosencrantz and Guildenstern are Dead [Ο Ρόζενκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί] (1966) του Tom Stoppard [Τομ Στόππαρντ] τα πρόσωπα υπάρχουν μόνο μέσα από τα γλωσσικά τους παιχνίδια, με τη διάσημη «κόντρα ερωτήσεων» να αναδεικνύει την ομιλία σε μοναδική δράση, ενώ στη Die Hamletmaschine [Η Αμλετομηχανή] (1977) του Heiner Müller [Χάινερ Μύλλερ] ο κατακερματισμένος μονολογικός λόγος καταργεί τον χαρακτήρα και μετατρέπει την εκφορά σε καθαρή επιτελεστική πράξη. Στην τέχνη της επιτέλεσης [performance art], τέλος, ο λόγος και η σωματική παρουσία λειτουργούν ως άμεση ενέργεια, καταργώντας το όριο ανάμεσα στην αναπαράσταση και το πραγματικό συμβάν.

Αγγλικά
Speech Acts Theory
Γαλλικά
Théorie des actes de langage, la
Γερμανικά
Sprechakttheorie, die
Ιταλικά
Teoria degli atti linguistici, la

Συνώνυμα

θεωρία γλωσσικών πράξεων

Σχετικοί όροι

μεταμοντερνισμός

Μη προτεινόμενοι όροι

θεωρία γλωσσικών πράξεων, θεωρία λεκτικών πράξεων

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Εφαρμοσμένα είδη

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"Speaking a language is performing speech acts, acts such as making statements, giving commands, asking questions, making promises, and so on; and more abstractly, acts such as referring and predicating; and, secondly, that these acts are in general made possible by and are performed in accordance with certain rules for the use of linguistic elements. The reason for concentrating on the study of speech acts is simply this: all linguistic communication involves linguistic acts. The unit of linguistic communication is not, as has generally been supposed, the symbol, word or sentence, or even the token of the symbol, word or sentence, but rather the production or issuance of the symbol or word or sentence in the performance of the speech act. To take the token as a message is to take it as a produced or issued token. More precisely, the production or issuance of a sentence token under certain conditions is a speech act, and speech acts (of certain kinds to be explained later) are the basic or minimal units of linguistic communication."


«Το να μιλάει κανείς μια γλώσσα συνίσταται στην επιτέλεση ομιλιακών πράξεων, πράξεων όπως το να προβαίνει σε δηλώσεις, να δίνει εντολές, να θέτει ερωτήματα, να δίνει υποσχέσεις κ.ο.κ.· και, σε πιο αφηρημένο επίπεδο, πράξεων όπως η αναφορά και η κατηγόρηση· και, δεύτερον, ότι οι πράξεις αυτές καθίστανται εν γένει δυνατές και επιτελούνται σύμφωνα με ορισμένους κανόνες που διέπουν τη χρήση των γλωσσικών στοιχείων. Ο λόγος για τον οποίο εστιάζω στη μελέτη των ομιλιακών πράξεων είναι απλώς ο εξής: κάθε γλωσσική επικοινωνία εμπεριέχει γλωσσικές πράξεις. Η μονάδα της γλωσσικής επικοινωνίας δεν είναι, όπως έχει γενικά υποτεθεί, το σύμβολο, η λέξη ή η πρόταση, ούτε καν το επιμέρους δείγμα του συμβόλου, της λέξης ή της πρότασης, αλλά μάλλον η παραγωγή ή εκφορά του συμβόλου, της λέξης ή της πρότασης κατά την επιτέλεση της ομιλιακής πράξης. Το να εκλάβουμε ένα δείγμα ως μήνυμα σημαίνει να το εκλάβουμε ως δείγμα που έχει παραχθεί ή εκφερθεί. Ακριβέστερα, η παραγωγή ή εκφορά ενός δείγματος πρότασης υπό ορισμένες συνθήκες συνιστά ομιλιακή πράξη, και οι ομιλιακές πράξεις (ορισμένων τύπων, που θα εξηγηθούν παρακάτω) αποτελούν τις βασικές ή στοιχειώδεις μονάδες της γλωσσικής επικοινωνίας.»

Ο John Searle [Τζων Σερλ] υποστηρίζει εδώ ότι η θεμελιώδης μονάδα της γλωσσικής επικοινωνίας δεν είναι η αφηρημένη πρόταση, αλλά η ομιλιακή πράξη, δηλαδή η συγκεκριμένη εκφορά μιας πρότασης από έναν ομιλητή μέσα σε ορισμένες συνθήκες. Η διάκριση στηρίζεται στο ζεύγος τύπος / δείγμα [type / token]: η ίδια πρόταση (τύπος) μπορεί να εκφερθεί σε αναρίθμητες υλικές πραγματώσεις (δείγματα), και μόνο η πραγματωμένη αυτή εκφορά, ως πράξη, φέρει επικοινωνιακή ισχύ. Έτσι ο Searle μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη γλώσσα ως αφηρημένο σύστημα προς τη γλώσσα ως επιτέλεση, θέση καθοριστική για τη σύνδεση της θεωρίας των ομιλιακών πράξεων με τις παραστατικές τέχνες.

Searle, John R. (1969), Speech Acts: An Essay in the Philosophy of Language. Cambridge: Cambridge University Press, σ. 16.

Quote Icon

Παραδείγματα:

Π. α) «Δέχομαι (αυτήν τη γυναίκα ως νόμιμη σύζυγό μου» - όπως εκφέρεται κατά τη διαδικασία της γαμήλιας τελετής.

Π. β) «Ονομάζω αυτό το πλοίο Βασίλισσα Ελισάβετ» - όπως εκφέρεται καθώς κάποιος σπάει το μπουκάλι στην πλώρη του πλοίου.

Π. γ) «Δίνω και κληροδοτώ το ρολόι μου στον αδερφό μου» - όπως λέγεται σε μια διαθήκη.

Π. δ) «Σου βάζω στοίχημα έξι πέννες ότι αύριο θα βρέξει».

Σε αυτά τα παραδείγματα φαίνεται ξεκάθαρα ότι το να εκφέρω την πρόταση (κάτω από τις κατάλληλες περιστάσεις βέβαια) δεν είναι να περιγράψω ότι κάνω αυτό που θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι κάνω μέσω της συγκεκριμένης εκφοράς, ούτε είναι να δηλώσω ότι το κάνω: Είναι να το κάνω. Καμιά από τις εκφορές που παρέθεσα δεν είναι αληθής ή ψευδής … Το να βαφτίσεις το πλοίο είναι το να πεις (κάτω από τις κατάλληλες περιστάσεις) τις λέξεις «ονομάζω αυτό το πλοίο κ.λπ.». Όταν λέω «δέχομαι» μπροστά στο ληξίαρχο ή στην Αγία Τράπεζα κ.λπ., δεν καταγράφω ένα γάμο: Παραδίνομαι σε αυτόν.

Πώς μπορούμε να ονομάσουμε μια πρόταση ή μια εκφορά αυτού του τύπου; Προτείνω να την ονομάσουμε επιτελεστική πρόταση ή επιτελεστική εκφορά ή, για συντομία, «επιτελεστικό» (performative). O όρος «επιτελεστικός» θα χρησιμοποιηθεί σε μια ποικιλία ομοειδών τρόπων και κατασκευών, περίπου όπως χρησιμοποιείται και ο όρος «προστακτικός». Ο όρος προέρχεται βέβαια από το συνηθισμένο ρήμα «επιτελώ» (perform) και το ουσιαστικό «δράση» (action): Υποδεικνύει ότι η διατύπωση της εκφοράς είναι η επιτέλεση μιας πράξης.

Ο Ώστιν δίνει παραδείγματα και ορίζει την «επιτελεστική πρόταση», η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της θεωρίας των ομιλιακών πράξεων.

Ώστιν, Τζ. Λ. (2003). Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις (Α. Μπίστης, Μετ.) Αθήνα: Εστία, σσ. 24-26.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η τελική σκηνή από την ιστορική πρώτη παράσταση του Publikumsbeschimpfung [Βρίζοντας το κοινό] (1966) του…

Ο φιλόσοφος John L. Austin σε διάλεξη για τα επιτελεστικά εκφωνήματα, που δόθηκε στη Σουηδία…

Εκπαιδευτικό βίντεο του καναλιού The Nature of Writing αφιερωμένο στο How to Do Things with…

Σύγχρονες καλλιτεχνικές πρακτικές, όπως το "Language is a Virus" (1986) της Laurie Anderson [Λώρη Άντερσον]

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Φωτογραφία του John Langshaw Austin [Τζων Λάνγκσω Ώστιν]

Τεκμήριο από την παράσταση Cenno [Νεύμα] (1980), την πρώτη δημιουργία της ιταλικής ομάδας…

Ο Αμερικανός φιλόσοφος John Searle [Τζων Σερλ] (1932-2025), ο οποίος συστηματοποίησε τη θεωρία των ομιλιακών…

Στιγμιότυπο από την ιταλική εκδοχή της Die Hamletmaschine [Η Αμλετομηχανή] (1977) του Heiner…

βασική

Levinson, S., C. (1983). Pragmatics. Cambridge: Cambridge University Press.

Searle, J., R. (1969), Speech Acts: An Essay in the Philosophy of Language. Cambridge: Cambridge University Press.

Searle, J., R. (1971), The Philosophy of Language. Oxford: Oxford University Press.

Searle, J., R. (1985), Expression and Meaning: Studies in the Theory of Speech Acts. Cambridge: Cambridge University Press.

Tsohatzidis, S. L. (Επιμ.) (1994). Foundations of Speech Act Theory: Philosophical and Linguistic Perspectives. London: Routledge.

Κανάκης, Κ. (2007). Εισαγωγή στην πραγματολογία: γνωστικές και κοινωνικές όψεις της γλωσσικής χρήσης. Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.

Ώστιν, Τζ. Λ. (2003). Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις (A. Μπίστης, Mετ.) Αθήνα: Εστία.

Lycan William. 2007. Φιλοσοφία της γλώσσας. (Γ. Μαραγκός, Μετ.). Αθήνα: Gutenberg.

συμπληρωματική

Fischer-Lichte, E., & Torsten, J., & Saskya Iris Jain (Επιμ.) (2020), Theatrical Speech Acts: Performing Language. Politics, Translations, Embodiments. London: Routledge.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. θεωρία ομιλιακών πράξεων. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/θεωρία-ομιλιακών-πράξεων

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «θεωρία ομιλιακών πράξεων». Ανακτήθηκε 14 August 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/θεωρία-ομιλιακών-πράξεων.

MLA

«θεωρία ομιλιακών πράξεων». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 14 August 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/θεωρία-ομιλιακών-πράξεων.

1733