"Speaking a language is performing speech acts, acts such as making statements, giving commands, asking questions, making promises, and so on; and more abstractly, acts such as referring and predicating; and, secondly, that these acts are in general made possible by and are performed in accordance with certain rules for the use of linguistic elements. The reason for concentrating on the study of speech acts is simply this: all linguistic communication involves linguistic acts. The unit of linguistic communication is not, as has generally been supposed, the symbol, word or sentence, or even the token of the symbol, word or sentence, but rather the production or issuance of the symbol or word or sentence in the performance of the speech act. To take the token as a message is to take it as a produced or issued token. More precisely, the production or issuance of a sentence token under certain conditions is a speech act, and speech acts (of certain kinds to be explained later) are the basic or minimal units of linguistic communication."
«Το να μιλάει κανείς μια γλώσσα συνίσταται στην επιτέλεση ομιλιακών πράξεων, πράξεων όπως το να προβαίνει σε δηλώσεις, να δίνει εντολές, να θέτει ερωτήματα, να δίνει υποσχέσεις κ.ο.κ.· και, σε πιο αφηρημένο επίπεδο, πράξεων όπως η αναφορά και η κατηγόρηση· και, δεύτερον, ότι οι πράξεις αυτές καθίστανται εν γένει δυνατές και επιτελούνται σύμφωνα με ορισμένους κανόνες που διέπουν τη χρήση των γλωσσικών στοιχείων. Ο λόγος για τον οποίο εστιάζω στη μελέτη των ομιλιακών πράξεων είναι απλώς ο εξής: κάθε γλωσσική επικοινωνία εμπεριέχει γλωσσικές πράξεις. Η μονάδα της γλωσσικής επικοινωνίας δεν είναι, όπως έχει γενικά υποτεθεί, το σύμβολο, η λέξη ή η πρόταση, ούτε καν το επιμέρους δείγμα του συμβόλου, της λέξης ή της πρότασης, αλλά μάλλον η παραγωγή ή εκφορά του συμβόλου, της λέξης ή της πρότασης κατά την επιτέλεση της ομιλιακής πράξης. Το να εκλάβουμε ένα δείγμα ως μήνυμα σημαίνει να το εκλάβουμε ως δείγμα που έχει παραχθεί ή εκφερθεί. Ακριβέστερα, η παραγωγή ή εκφορά ενός δείγματος πρότασης υπό ορισμένες συνθήκες συνιστά ομιλιακή πράξη, και οι ομιλιακές πράξεις (ορισμένων τύπων, που θα εξηγηθούν παρακάτω) αποτελούν τις βασικές ή στοιχειώδεις μονάδες της γλωσσικής επικοινωνίας.»
Ο John Searle [Τζων Σερλ] υποστηρίζει εδώ ότι η θεμελιώδης μονάδα της γλωσσικής επικοινωνίας δεν είναι η αφηρημένη πρόταση, αλλά η ομιλιακή πράξη, δηλαδή η συγκεκριμένη εκφορά μιας πρότασης από έναν ομιλητή μέσα σε ορισμένες συνθήκες. Η διάκριση στηρίζεται στο ζεύγος τύπος / δείγμα [type / token]: η ίδια πρόταση (τύπος) μπορεί να εκφερθεί σε αναρίθμητες υλικές πραγματώσεις (δείγματα), και μόνο η πραγματωμένη αυτή εκφορά, ως πράξη, φέρει επικοινωνιακή ισχύ. Έτσι ο Searle μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη γλώσσα ως αφηρημένο σύστημα προς τη γλώσσα ως επιτέλεση, θέση καθοριστική για τη σύνδεση της θεωρίας των ομιλιακών πράξεων με τις παραστατικές τέχνες.
Searle, John R. (1969), Speech Acts: An Essay in the Philosophy of Language. Cambridge: Cambridge University Press, σ. 16.