Με τον όρο σκευή δηλώνεται η θεατρική ενδυμασία, η οποία απαρτίζεται από το προσωπείο, το κοστούμι, τα υποδήματα, τα παρελκόμενα εξαρτήματα / αξεσουάρ και, σε κάποιες περιπτώσεις, τα σκηνικά στοιχεία που συνδέονται άμεσα με την αμφίεση των υποκριτών και των ορχηστών μιας αρχαίας παράστασης. Συνακόλουθα, σκευοποιός είναι εκείνος που κατασκευάζει τα κοστούμια μιας παράστασης, αλλά και τα προσωπεία, γι’ αυτό ονομάζεται, σύμφωνα με τον Ιούλιο Πολυδεύκη [Julius Pollux] (4.116) και προσωποποιός.
Στο αρχαίο θέατρο, λόγω του τεράστιου μεγέθους του κοίλου και της μεγάλης απόστασης που μεσολαβούσε μεταξύ υποκριτών και θεατών/θεατριών, η σκευή ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο, καθώς μετέφερε άμεσα στους/στις θεατές/θεάτριες πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή, την κοινωνική τάξη, το φύλο, την ιδιότητα και την ηλικία των δραματικών προσώπων. Επίσης, τόνιζε τις καταστάσεις που παρουσιάζονταν στη σκηνή και αποτελούσε σημαντικό στοιχείο αναγνώρισης. Το θεατρικό κοστούμι έμοιαζε σε γενικές γραμμές με το καθημερινό αρχαιοελληνικό ένδυμα, μόνο που είχε περισσότερα διακοσμητικά μοτίβα και πιο έντονα χρώματα. Οι μη Έλληνες εμφανίζονταν επί σκηνής με τη βαρβαρική τους ενδυμασία, π.χ. οι Πέρσες φορούσαν ανατολίτικες αναξυρίδες (παντελόνια), χειριδωτό χιτώνα και ένα κάλυμμα επί της κεφαλής που ονομαζόταν κίδαρις.
Κανένα πρωτότυπο προσωπείο ή κοστούμι του αρχαιοελληνικού θεάτρου δεν έχει σωθεί στις μέρες μας λόγω της φθαρτής φύσης των υλικών κατασκευής τους. Ωστόσο, χάρη σε έμμεσες αρχαιολογικές μαρτυρίες (αγγειογραφίες, πήλινα ειδώλια υποκριτών, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες κ.ά.) είμαστε σήμερα σε θέση να ανασυνθέσουμε σε ικανοποιητικό βαθμό τη μορφή τους. Βάσει αυτών γνωρίζουμε ότι κάθε δραματικό είδος είχε έναν συγκεκριμένο τύπο σκευής: οι τραγικοί ήρωες φορούσαν πολυποίκιλτους και μεγαλοπρεπείς ποδήρεις χιτώνες με εφαρμοστά μακριά μανίκια· τα τελευταία ήταν ξένα στην αρχαία ελληνική ενδυμασία, όμως υιοθετήθηκαν στο θέατρο από το βαρβαρικό ένδυμα, αφενός επειδή ζέσταιναν τους υποκριτές και αφετέρου επειδή έκρυβαν την τριχοφυΐα των βραχιόνων τους, επιτρέποντάς τους να υποδυθούν πειστικότερα τους γυναικείους ρόλους. Τραγικό κοστούμι φορούσαν και ο πρωταγωνιστής και ο δευτεραγωνιστής του σατυρικού δράματος, ενώ αντίθετα ο Παπποσιληνός και ο Χορός των σατύρων ενδύονταν σατυρικό κοστούμι: ο μεν πατέρας των σατύρων φορούσε τον επονομαζόμενο μαλλωτό ή χορταίο ή δασύ χιτώνα (Πολυδ. 4.118), ένα είδος ολόσωμης εφαρμοστής φόρμας με λευκό τρίχωμα, οι δε γιοι του φορούσαν το λεγόμενο περίζωμα, το οποίο έμοιαζε με σορτς, ήταν ιθυφαλλικό και στερέωνε την αλογίσια ουρά των σατύρων.
Το κοστούμι της Παλαιάς και Μέσης Κωμωδίας ήταν φαλλικό και αποτελούνταν από πολλές επάλληλες στρώσεις. Αρχικά, ο κωμικός υποκριτής ενδυόταν μια ολόσωμη φόρμα που υποδήλωνε το δέρμα [dramatic skin] του ήρωα, παραγεμίσματα και ένα κορμάκι, στο οποίο ήταν ραμμένος ένας υπερμεγέθης, δερμάτινος τεχνητός φαλλός. Άνωθεν αυτών, ο υποκριτής φορούσε το κοστούμι του ρόλου: έναν ποδήρη χιτώνα και ιμάτιο, όταν υποδυόταν γυναίκα, και έναν χιτωνίσκο ή εξωμίδα και ιμάτιο, όταν υποδυόταν άνδρα, τα οποία ήταν πολύ κοντά για να φαίνεται ο σκηνικός φαλλός που προκαλούσε γέλιο στους/στις θεατές/θεάτριες. Στη Νέα Κωμωδία, το φαλλικό στοιχείο και τα παραγεμίσματα διατηρήθηκαν μόνο στο κοστούμι του δούλου, ενώ οι υπόλοιποι χαρακτήρες ενδύονταν με ρεαλιστικά κοστούμια που έμοιαζαν με τα καθημερινά ενδύματα της εποχής.
Τα προσωπεία και των τριών ειδών του δράματος διέθεταν ενσωματωμένη φενάκη και είχαν την όψη προσωπείου-κράνους. Ακολουθώντας μια θεατρική σύμβαση, τα γυναικεία προσωπεία έφεραν λευκό χρώμα για να αποδώσουν την επιδερμίδα των γυναικών που ήταν χλωμή λόγω του εγκλεισμού τους στο σπίτι, ενώ τα ανδρικά έφεραν ερυθρωπή βαφή που υποδήλωνε την ηλιοκαμένη τους επιδερμίδα, απόρροια της ενασχόλησής τους με εξωτερικές εργασίες (γεωργία, παλαίστρα, πόλεμοι). Το Ὀνομαστικόν του Πολυδεύκη (2ος αιώνας μ.Χ.) παραδίδει 76 τύπους θεατρικών προσωπείων, 28 εκ των οποίων ανήκαν στην τραγωδία, 4 στα σατυρικό δράμα και 44 στην κωμωδία (4.133-154), όπως επίσης και έναν συνοπτικό κατάλογο θεατρικών κοστουμιών (4.115-120).