Thymele Logo
Search

σκευή [ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Το σύνολο της σκηνικής εμφάνισης των υποκριτών και των ορχηστών μιας παράστασης αρχαίου δράματος.

Ανάπτυξη

Με τον όρο σκευή δηλώνεται η θεατρική ενδυμασία, η οποία απαρτίζεται από το προσωπείο, το κοστούμι, τα υποδήματα, τα παρελκόμενα εξαρτήματα και, σε κάποιες περιπτώσεις, τα σκηνικά στοιχεία που συνδέονται άμεσα με την αμφίεση των υποκριτών και των ορχηστών μιας αρχαίας παράστασης. Συνακόλουθα, σκευοποιός είναι εκείνος που κατασκευάζει τα κοστούμια μιας παράστασης, αλλά και τα προσωπεία, γι’ αυτό ονομάζεται, σύμφωνα με τον Ιούλιο Πολυδεύκη [Julius Pollux] (4.116) και προσωποποιός.


Στο αρχαίο θέατρο, λόγω του τεράστιου μεγέθους του κοίλου και της μεγάλης απόστασης που μεσολαβούσε μεταξύ υποκριτών και θεατών/θεατριών, η σκευή ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο, καθώς μετέφερε άμεσα στους/στις θεατές/θεάτριες πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή, την κοινωνική τάξη, το φύλο, την ιδιότητα και την ηλικία των δραματικών προσώπων. Επίσης, τόνιζε τις καταστάσεις που παρουσιάζονταν στη σκηνή και αποτελούσε σημαντικό στοιχείο αναγνώρισης. Το θεατρικό κοστούμι έμοιαζε σε γενικές γραμμές με το καθημερινό αρχαιοελληνικό ένδυμα, μόνο που είχε περισσότερα διακοσμητικά μοτίβα και πιο έντονα χρώματα. Οι μη Έλληνες εμφανίζονταν επί σκηνής με τη βαρβαρική τους ενδυμασία, π.χ. οι Πέρσες φορούσαν ανατολίτικες αναξυρίδες (παντελόνια), χειριδωτό χιτώνα και ένα κάλυμμα επί της κεφαλής που ονομαζόταν κίδαρις.


Κανένα πρωτότυπο προσωπείο ή κοστούμι του αρχαιοελληνικού θεάτρου δεν έχει σωθεί στις μέρες μας λόγω της φθαρτής φύσης των υλικών κατασκευής τους. Ωστόσο, χάρη σε έμμεσες αρχαιολογικές μαρτυρίες (αγγειογραφίες, πήλινα ειδώλια υποκριτών, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες κ.ά.) είμαστε σήμερα σε θέση να ανασυνθέσουμε σε ικανοποιητικό βαθμό τη μορφή τους. Βάσει αυτών γνωρίζουμε ότι κάθε δραματικό είδος είχε έναν συγκεκριμένο τύπο σκευής: οι τραγικοί ήρωες φορούσαν πολυποίκιλτους και μεγαλοπρεπείς ποδήρεις χιτώνες με εφαρμοστά μακριά μανίκια· τα τελευταία ήταν ξένα στην αρχαία ελληνική ενδυμασία, όμως υιοθετήθηκαν στο θέατρο από το βαρβαρικό ένδυμα, αφενός επειδή ζέσταιναν τους υποκριτές και αφετέρου επειδή έκρυβαν την τριχοφυΐα των βραχιόνων τους, επιτρέποντάς τους να υποδυθούν πειστικότερα τους γυναικείους ρόλους. Τραγικό κοστούμι φορούσαν και ο πρωταγωνιστής και ο δευτεραγωνιστής του σατυρικού δράματος, ενώ αντίθετα ο Παπποσιληνός και ο Χορός των σατύρων ενδύονταν σατυρικό κοστούμι: ο μεν πατέρας των σατύρων φορούσε τον επονομαζόμενο μαλλωτό ή χορταίο ή δασύ χιτώνα (Πολυδ. 4.118), ένα είδος ολόσωμης εφαρμοστής φόρμας με λευκό τρίχωμα, οι δε γιοι του φορούσαν το λεγόμενο περίζωμα, το οποίο έμοιαζε με σορτς, ήταν ιθυφαλλικό και στερέωνε την αλογίσια ουρά των σατύρων.


Το κοστούμι της αρχαίας κωμωδίας (παλαιάς και μέσης) ήταν φαλλικό και αποτελούνταν από πολλές επάλληλες στρώσεις. Αρχικά, ο κωμικός υποκριτής ενδυόταν το σωμάτιον, μια ολόσωμη φόρμα που υποδήλωνε το δέρμα [dramatic skin] του ήρωα, παραγεμίσματα και ένα κορμάκι, στο οποίο ήταν ραμμένος ένας υπερμεγέθης, δερμάτινος τεχνητός φαλλός. Άνωθεν αυτών, ο υποκριτής φορούσε το κοστούμι του ρόλου: έναν ποδήρη χιτώνα και ιμάτιο, όταν υποδυόταν γυναίκα, και έναν χιτωνίσκο ή εξωμίδα και ιμάτιο, όταν υποδυόταν άνδρα, τα οποία ήταν πολύ κοντά για να φαίνεται ο σκηνικός φαλλός που προκαλούσε γέλιο στους/στις θεατές/θεάτριες. Στη Νέα Κωμωδία, τα παραγεμίσματα διατηρήθηκαν μόνο στο κοστούμι του δούλου, ενώ οι υπόλοιποι χαρακτήρες ενδύονταν με ρεαλιστικά κοστούμια που έμοιαζαν με τα καθημερινά ενδύματα της εποχής.


Τα προσωπεία και των τριών ειδών του δράματος διέθεταν ενσωματωμένη φενάκη και είχαν την όψη προσωπείου-κράνους. Ακολουθώντας μια θεατρική σύμβαση, τα γυναικεία προσωπεία έφεραν λευκό χρώμα για να αποδώσουν την επιδερμίδα των γυναικών που ήταν χλωμή λόγω του εγκλεισμού τους στο σπίτι, ενώ τα ανδρικά έφεραν ερυθρωπή βαφή που υποδήλωνε την ηλιοκαμένη τους επιδερμίδα, απόρροια της ενασχόλησής τους με εξωτερικές εργασίες (γεωργία, παλαίστρα, πόλεμοι). Το Ὀνομαστικόν του Πολυδεύκη (2ος αιώνας μ.Χ.) παραδίδει 76 τύπους θεατρικών προσωπείων, 28 εκ των οποίων ανήκαν στην τραγωδία, 4 στο σατυρικό δράμα και 44 στην νέα κωμωδία (4.133-154), όπως επίσης και έναν συνοπτικό κατάλογο θεατρικών κοστουμιών (4.115-120).

Αγγλικά
skeuê
Γαλλικά
skeuê, la
Γερμανικά
Skeuê, die
Ιταλικά
skeuê, la

Σχετικοί όροι

διθύραμβος, δραματικοί αγώνες, χορηγός, σκηνοθήκη, ενδυματολογία

Μη προτεινόμενοι όροι

στολή, φορεσιά

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«σκευὴ μὲν ἡ τῶν ὑποκριτῶν στολή· ἡ δ’ αὐτὴ καὶ σωμάτιον ἐκαλεῖτο· σκευοποιὸς δ’ ὁ προσωποποιός.»

«Η στολή των υποκριτών ονομαζόταν σκευή· η σκευή ονομαζόταν και σωμάτιον. Σκευοποιός λεγόταν ο κατασκευαστής των προσωπείων.»

Απόσπασμα από το Ὀνομαστικόν του Πολυδεύκη.

Πολυδ. Ὀνομαστικόν, 4.116-118.

Quote Icon

"On top of that foundational layer, the body, lies the clothing per se; sometimes a character adds a third layer, such as a disguise. The same Greek noun, σκευή (which includes accessories) can be used to refer to any of these three layers, and when characters speak of dressing themselves or another in some kind of disguise, they use the related verb (ἐν)σκευάζω."


«Πάνω σε αυτή τη θεμελιώδη στρώση, το σώμα, βρίσκεται το ίδιο το ένδυμα˙ μερικές φορές ένας χαρακτήρας προσθέτει μια τρίτη στρώση, όπως για παράδειγμα μια μεταμφίεση. Το ίδιο ελληνικό ουσιαστικό, η σκευή (που περιλαμβάνει και τα σκηνικά εξαρτήματα) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αναφερθεί σε οποιαδήποτε από αυτές τις τρεις στρώσεις, και όταν οι χαρακτήρες μιλούν για την ένδυση του εαυτού τους ή κάποιου άλλου με κάποια μορφή μεταμφίεσης, χρησιμοποιούν το συγγενές ρήμα (ἐν)σκευάζω.»

Η Gwendolyn Compton-Engle [Γκέιλ Κόμπτον-Ένγκλ] αναδεικνύει τη σημασιολογική ευρύτητα του αρχαιοελληνικού όρου σκευή, ο οποίος κάλυπτε ταυτοχρόνως τρία επίπεδα σκηνικής εμφάνισης: το σώμα (ως θεμελιώδη βάση), το ένδυμα και τη μεταμφίεση, συμπεριλαμβανομένων των σκηνικών εξαρτημάτων. Η λέξη, μαζί με το συγγενές ρήμα (ἐν)σκευάζω, αποτελούσε τον κεντρικό όρο με τον οποίο οι δραματικοί χαρακτήρες περιέγραφαν την πράξη της σκηνικής ένδυσης και μεταμόρφωσης.

Compton-Engle, G. (2015). Costume in the Comedies of Aristophanes. New York: Cambridge University Press, σ. 9.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Λεπτομέρεια από τον Κρατήρα του Προνόμου, όπου απεικονίζονται υποκριτές φέροντες τη σατυρική σκευή. Διακρίνονται…

Αναθηματικό ανάγλυφο στον Διόνυσο από τον Πειραιά (περ. 400 π.Χ.). Τρεις μορφές υποκριτών κρατούν τα…

Πήλινο ειδώλιο κωμικού υποκριτή (New York Group), ο οποίος φέρει τη σκευή του δούλου. 400-350…

Προετοιμασία σατυρικού δράματος: ψηφιδωτό έμβλημα δαπέδου από το tablinum της Οικίας του Τραγικού Ποιητή, Πομπηία…

βασική

Csapo, E., & Slater, W. J. (1995). The context of ancient drama. Ann Arbor: University of Michigan Press.

Compton-Engle, G. (2015). Costume in the comedies of Aristophanes. New York: Cambridge University Press.

Green, J. R. (1994). Theatre in ancient Greek society. London: Routledge.

Piqueux, A. (2022). The comic body in ancient Greek theatre and art, 440-320 BCE. Oxford: Oxford University Press.

Stone, L. M. (1981). Costume in Aristophanic comedy. New York: Arno Press. (Ανατύπωση: Salem, N.H.: Ayer, 1984, με τίτλο Costume in Aristophanic poetry).

Taplin, O., & Wyles, R. (Επιμ.) (2010). The Pronomos vase and its context. Oxford: Oxford University Press.

Wiles, D. (1991). The masks of Menander: Sign and meaning in Greek and Roman performance. Cambridge: Cambridge University Press.

Wyles, R. (2010). The tragic costumes. Στο O. Taplin & R. Wyles (Επιμ.), The Pronomos vase and its context (σσ. 231-253). Oxford: Oxford University Press.

Wyles, R. (2011). Costume in Greek tragedy. London: Bristol Classical Press.

Κεραμάρη, Ε. (2020). Η ενδυμασία στην αρχαία κωμωδία: Εξέλιξη, κωμική χρήση και σκηνική λειτουργία. Μια χαρακτηρολογική προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.

Πολυδεύκης. Ὀνομαστικόν. Στο E. Bethe (Επιμ.), Pollucis Onomasticon (τόμ. 1-2). Leipzig: Teubner, 1900-1937.

συμπληρωματική

Beare, W. (1954). The costume of the actors in Aristophanic comedy. Classical Quarterly, 4(1-2), 64-75.

Compton-Engle, G. (2003). Control of costume in three plays of Aristophanes. American Journal of Philology, 124(4), 507-535.

Green, J. R., & Handley, E. (1995). Images of the Greek theatre. London: British Museum Press.

Hughes, A. (2012). Performing Greek comedy. Cambridge: Cambridge University Press.

Ley, G. (2007). A material world: Costume, properties and scenic effects. Στο M. McDonald & J. M. Walton (Επιμ.), The Cambridge companion to Greek and Roman theatre (σσ. 268-285). Cambridge: Cambridge University Press.

Marshall, C. W. (1999). Some fifth-century masking conventions. Greece & Rome, 46(2), 188-202.

Pickard-Cambridge, A. W. (1968). The dramatic festivals of Athens (2η έκδ., αναθ. J. Gould & D. M. Lewis). Oxford: Clarendon Press.

Revermann, M. (Επιμ.) (2017). A cultural history of theatre in antiquity. London: Bloomsbury.

Webster, T. B. L. (1955). The costume of the actors in Aristophanic comedy. Classical Quarterly, 5(1-2), 94-95.

Webster, T. B. L. (1978). Monuments illustrating Old and Middle Comedy (3η έκδ., αναθ. J. R. Green). London: Institute of Classical Studies.

Webster, T. B. L. (1995). Monuments illustrating New Comedy (3η έκδ., αναθ. J. R. Green & A. Seeberg). London: Institute of Classical Studies.

Wiles, D. (2007). Mask and performance in Greek tragedy: From ancient festival to modern experimentation. Cambridge: Cambridge University Press.

Vovolis, T. (2009). Prosopon: The acoustical mask in Greek tragedy and in contemporary theatre. Stockholm: Dramatiska Institutet.

Κακριδής, Ἰ. Θ. (1951). Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ κωμωδία καὶ οἱ Νεφέλες τοῦ Ἀριστοφάνη. Ἀθήνα: Ὀργανισμὸς Ἐθνικοῦ Θεάτρου.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. σκευή. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκευή

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «σκευή». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκευή.

MLA

«σκευή». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/σκευή.

1326