Ο όρος εμψύχωση αναφέρεται στη δυναμική διαδικασία υποστήριξης, ενεργοποίησης και συνοδείας μιας ομάδας ή ενός ατόμου, με σκοπό την ενίσχυση της συμμετοχής, της δημιουργικότητας και της προσωπικής έκφρασης. Στο πλαίσιο του θεάτρου και ιδιαίτερα των εφαρμοσμένων και παιδαγωγικών μορφών του, όπως το εκπαιδευτικό δράμα [drama in education] και το θέατρο κοινότητας [community theatre], η εμψύχωση αποτελεί θεμελιώδη πρακτική και επιτελεί σημαντικό ρόλο.
Η εμψύχωση δεν ταυτίζεται με τη σκηνοθεσία, ούτε περιορίζεται στην καθοδήγηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας· εστιάζει κυρίως στην ανάπτυξη συνθηκών ασφάλειας και εμπιστοσύνης, στην ενδυνάμωση των μελών της ομάδας και στη διευκόλυνση της συλλογικότητας.
Τα πρώτα ίχνη εμψυχωτικής δράσης στο θέατρο, πριν ακόμη καθιερωθεί ο όρος, εντοπίζονται ήδη από το 1918–1919, όταν η Νατάλια Σατς [Natalya Sats] οργάνωσε παραστάσεις για παιδιά στους δρόμους και τα σχολεία της Μόσχας. Στο πλαίσιο αυτό, ενεργοποίησε ομάδες παιδιών, ανέπτυξε παιδαγωγικές δράσεις με θεατρικά μέσα, συντόνισε παραστάσεις και δημιουργικά εργαστήρια σε μη τυπικά περιβάλλοντα και εργάστηκε με διαπολιτισμική και κοινωνική ευαισθησία. Αν και η ίδια δεν χρησιμοποίησε τον όρο εμψύχωση, η δράση της ενσωμάτωνε πλήρως εμψυχωτικές πρακτικές.
Στη δεκαετία του 1970, η Ilse Hanl [Ίλσε Χανλ] εισήγαγε στη Βιέννη το ιταλικό μοντέλο Animazione [Ανιματζιόνε] μέσα από το Dramatisches Zentrum [Ντραμάτισες Τσέντρουμ – Δραματικό Κέντρο Βιέννης]· πρόκειται για μορφή θεατροπαιδαγωγικής εμψύχωσης με έμφαση στην αλληλεπίδραση, την αυτοέκφραση, τη συμμετοχική διαδικασία και την εξουδετέρωση ιεραρχιών.
Η έννοια της εμψύχωσης συναντά τις παιδαγωγικές θεωρίες του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα την κριτική παιδαγωγική του Paulo Freire [Πάουλο Φρέιρε] και τη βιωματική μάθηση του John Dewey [Τζων Ντιούι]. Στο θεατρικό πεδίο, καθοριστικής σημασίας είναι η συνεισφορά του Augusto Boal [Αουγκούστο Μποάλ], ενώ στο πεδίο του εκπαιδευτικού δράματος, ιδιαίτερη σημασία είχε η συμβολή της Dorothy Heathcote [Ντόροθυ Χέθκοτ] και του Gavin M. Bolton [Γκάβιν M. Μπόλτον], που ανέδειξαν τον ρόλο του/της εμψυχωτή/τριας ως διαμεσολαβητή/τριας της θεατρικής πράξης.
Η εμψύχωση περιλαμβάνει συγκεκριμένες δεξιότητες και στάσεις, όπως η ενεργητική ακρόαση, η διαχείριση της ομάδας, η χρήση θεατρικών τεχνικών για τη διευκόλυνση της έκφρασης, καθώς και η ικανότητα σχεδιασμού δημιουργικών διαδικασιών. Η εμψύχωση εφαρμόζεται ευρέως σε παιδαγωγικά, κοινωνικά, θεραπευτικά και καλλιτεχνικά πλαίσια, όπως εργαστήρια κοινοτικής τέχνης, διαπολιτισμικές δράσεις, θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα με ευάλωτες ομάδες, καθώς και σε πολιτιστικές παρεμβάσεις σε χώρους μη τυπικής εκπαίδευσης.