Η ιστορία του θεάτρου στην εκπαίδευση εκκινεί από τη Μεγάλη Βρετανία τη δεκαετία του 1960. Οι πρώτες σχετικές παραγωγές στόχευαν στην προσέγγιση κοινωνικών ζητημάτων, όπως οι φυλετικές διακρίσεις, η φτώχεια και η πολιτική αλλαγή. Ο νέος θεσμός είχε στόχο τη θεατρική αγωγή των μαθητών και μαθητριών μέσω αυτοσχεδιαστικών και συμμετοχικών παραστάσεων συμβατών με το αναλυτικό πρόγραμμα, οι οποίες μεταφέρονταν από θιάσους επαγγελματιών σε σχολεία. Επιπλέον, περιλάμβαναν εργαστήρια πριν ή μετά την παράσταση, όπου οι μαθητές και οι μαθήτριες μπορούσαν να προετοιμαστούν και να διερευνήσουν περισσότερο τα θέματα τα οποία άπτονταν της παράστασης που είχαν παρακολουθήσει. Στις δεκαετίες 1970-1980 το θέατρο στην εκπαίδευση γνώρισε μεγάλη άνθηση και διαδόθηκε ευρέως στο εκπαιδευτικό σύστημα της Βρετανίας με πολλές θεατρικές ομάδες να συνεργάζονται με σχολεία, για να προσεγγίσουν ζητήματα όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, το περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και για να υποστηρίξουν μαθήματα όπως η Ιστορία και η Λογοτεχνία. Παράλληλα, εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, προσαρμοσμένη σε τοπικά πολιτισμικά και εκπαιδευτικά πλαίσια.
Βασική αρχή του θεάτρου στην εκπαίδευση είναι ότι το θέατρο, ως συλλογική και βιωματική τέχνη, έχει τη δύναμη να επηρεάσει βαθιά τη σκέψη και τη συναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών και των μαθητριών, τη δημιουργικότητα και τη αίσθηση "του ανήκειν". Βασικά χαρακτηριστικά του είναι η διαδραστικότητα, η εστίαση στη μάθηση και στην κατάκτηση δεξιοτήτων και η κοινωνική ευαισθητοποίηση. Η φιλοσοφία του εδράζεται στην αντίληψη ότι η μάθηση είναι πιο αποτελεσματική όταν η μαθητική κοινότητα συμμετέχει ενεργά και βιώνει το αντικείμενο της μάθησης.
Τα προγράμματα θεάτρου στην εκπαίδευση σχεδιάζονται για συγκεκριμένο ηλικιακό και μαθησιακό κοινό του οποίου τις γνωστικές, συναισθηματικές και κοινωνικές ανάγκες λαμβάνουν υπόψη οι δημιουργοί τους, προκειμένου να επιλέξουν το θεματικό περιεχόμενο και τη μορφή της παράστασης. Απευθύνονται κατά κανόνα σε παιδιά και εφήβους/ες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προσαρμόζονται στις ανάγκες νέων ενηλίκων ή εκπαιδευομένων στο πλαίσιο της επαγγελματικής κατάρτισης. Η θεατρική παράσταση που παρουσιάζεται δεν λειτουργεί με τον παραδοσιακό τρόπο, ως ένα «κλειστό» καλλιτεχνικό γεγονός που το κοινό παρακολουθεί παθητικά· αντιθέτως, ως μορφή εφαρμοσμένου θεάτρου, ενσωματώνει στιγμές κατά τις οποίες το κοινό καλείται να συμμετάσχει ενεργά, να παρέμβει, να σχολιάσει, να προτείνει λύσεις ή ακόμα και να υποδυθεί ρόλους.
Η θεματική των προγραμμάτων θεάτρου στην εκπαίδευση εστιάζει συνήθως σε κοινωνικά, πολιτισμικά ή ηθικά ζητήματα. Η παρουσίαση των ζητημάτων αυτών γίνεται συνήθως μέσα από μια αφήγηση που αναδεικνύει διλήμματα και αντιπαραθέσεις, επιδιώκοντας όχι την προσφορά έτοιμων απαντήσεων, αλλά την ενεργοποίηση της κριτικής και ηθικής σκέψης των μαθητών και των μαθητριών. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο είναι η χρήση περιορισμένων σκηνικών και τεχνικών μέσων, γεγονός που ευνοεί την κινητικότητα της θεατρικής ομάδας και την προσαρμογή του προγράμματος σε διάφορα σχολικά ή εξωσχολικά περιβάλλοντα. Παράλληλα, το θέατρο στην εκπαίδευση με τη συνδρομή της τεχνολογίας και της εικονικής πραγματικότητας έχει εξελιχθεί σε νέες μορφές, που περιλαμβάνουν πλούσιες ψηφιακές ή πολυμεσικές θεατρικές εμπειρίες.
Σημαντικό στοιχείο της συνήθους μορφής του θεάτρου στην εκπαίδευση αποτελεί η συνοδευτική παιδαγωγική υποστήριξη, η οποία περιλαμβάνει υλικό για την προετοιμασία και την αναστοχαστική επεξεργασία της εμπειρίας της παράστασης, καθώς και δραστηριότητες πριν και μετά από αυτήν. Το θέατρο στην εκπαίδευση υλοποιείται από θεατρικές ομάδες ή οργανισμούς με παιδαγωγικό προσανατολισμό και όχι απλώς από επαγγελματίες του θεάτρου. Οι ηθοποιοί αυτών των ομάδων έχουν συχνά διεπιστημονική κατάρτιση, συνδυάζοντας γνώσεις θεατρικής πρακτικής και μεθοδολογικά εφόδια από τον χώρο της παιδαγωγικής και της κοινωνικής θεωρίας.