Το θεατρικό παιχνίδι αποτελεί μια σύνθετη προσέγγιση που συνδυάζει το συμβολικό παιχνίδι και τη θεατρική τέχνη με την εκπαίδευση. Χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν παιδαγωγοί όπως ο John Dewey [Τζων Ντιούι] και ο Ovide Decroly [Oβίντ Nτεκρολύ] ανέδειξαν τον ρόλο του παιχνιδιού στη μάθηση. Η διεθνής του θεμελίωση, ωστόσο, αποδίδεται στη Viola Spolin [Βαϊόλα Σπόλιν], η οποία από τη δεκαετία του 1940 στο Σικάγο ανέπτυξε το θεατρικό παιχνίδι με στόχο την καλλιέργεια της φαντασίας, της συνεργατικότητας και της δημιουργικής έκφρασης για παιδιά σε προγράμματα ένταξης.
Το θεατρικό παιχνίδι επιτρέπει στους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες να εκφραστούν μέσα από τη μίμηση, τον αυτοσχεδιασμό και τη δραματοποίηση, χωρίς την πίεση της οργανωμένης παράστασης ή της αυστηρής δομής ενός συμβατικού θεατρικού έργου. Η αξία του εντοπίζεται στη διαδικασία και όχι στο προϊόν: δεν αποσκοπεί στη διδασκαλία γνωστικού αντικειμένου ούτε στη μετάδοση εγκυκλίων γνώσεων, αλλά στην καλλιέργεια της έκφρασης, της αυτογνωσίας και της συλλογικότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι συμμετέχοντες και οι συμμετέχουσες ενθαρρύνονται να αναπτύξουν σε ένα ασφαλές περιβάλλον τη φαντασία τους, να δοκιμάσουν συναισθήματα και ρόλους και να δημιουργήσουν μικρές σκηνές μέσω παιχνιδιών και δραστηριοτήτων που αντλούνται από το θέατρο.
Σε αντίθεση με το εκπαιδευτικό δράμα, το οποίο συχνά οργανώνεται γύρω από ένα θέμα ή πρόβλημα προς διερεύνηση και μπορεί να υπηρετήσει διδακτικούς στόχους των επιμέρους γνωστικών αντικειμένων, βασικά στοιχεία του θεατρικού παιχνιδιού είναι ο αυθορμητισμός και η παιγνιώδης διάθεση. Στα κύρια χαρακτηριστικά του συγκαταλέγονται επίσης η ελευθερία έκφρασης και η ενεργός συμμετοχή.
Η συνήθης δομή ενός τυπικού εργαστηρίου θεατρικού παιχνιδιού ξεκινά με προθέρμανση και συνεχίζει με ανάπτυξη κλίματος εμπιστοσύνης, δραστηριότητες εξερεύνησης, δραματοποίηση και αναστοχασμό· περιλαμβάνει παιχνίδια για ενεργοποίηση και γνωριμία, παιχνίδια ρυθμού και κίνησης, αισθητηριακά παιχνίδια, δυναμικές εικόνες, δραστηριότητες σωματικής έκφρασης, παιχνίδια ρόλων και ενσυναίσθησης. Αναγκαία προϋπόθεση για την εμψύχωση ενός εργαστηρίου είναι ο συνδυασμός θεατρικού και παιδαγωγικού σχεδιασμού για την επιλογή κατάλληλων τεχνικών και δραστηριοτήτων που να ανταποκρίνονται στη δυναμική της ομάδας, τις ανάγκες, τις ικανότητες, τις επιθυμίες και την κατάστασή της. Ο χώρος ανάπτυξης του εργαστηρίου δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει σκηνή· μπορεί να είναι ένας οποιασδήποτε κλειστός ή υπαίθριος χώρος, που είναι διαμορφωμένος κατάλληλα ώστε να παρέχει ασφάλεια και άνεση.
Στην Ελλάδα, μετά τη μεταπολίτευση, ο Λάκης Κουρετζής εισήγαγε και ανέπτυξε το θεατρικό παιχνίδι, δίνοντας έμφαση στη χαρά της συμμετοχής και στη συλλογική δημιουργία. Έτσι, κυρίως από τη δεκαετία του 1980 διαδόθηκε σε σχολεία και πολιτιστικούς χώρους και καθιερώθηκε ως ουσιαστική πρακτική αγωγής μέσω της τέχνης.