Το θέατρο δωματίου αποτελεί μορφή θεατρικής πρακτικής και σκηνικής οργάνωσης. Πήρε το όνομα του από τον προϋπάρχοντα όρο «μουσική δωματίου», δηλαδή μουσικής που εκτελείται από ένα μικρό σύνολο μουσικών οργάνων και απευθύνεται σε περιορισμένο ακροατήριο. Αντίστοιχα, το θέατρο δωματίου παρουσιάζει έργα που εστιάζουν στην εξερεύνηση του εσωτερικού κόσμου και των ψυχικών συγκρούσεων των δραματικών προσώπων, μέσα από μια υφολογικά λιτή και συγκρατημένη δραματουργία. Οι παραστάσεις του είδους αυτού συνήθως απαιτούν μικρό αριθμό ηθοποιών και παρουσιάζονται σε μικρούς θεατρικούς χώρους, όπου καλλιεργείται μια αίσθηση εγγύτητας και άμεσης επικοινωνίας ανάμεσα στο κοινό και τη σκηνική δράση.
Το θέατρο δωματίου εμφανίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα ως μια αισθητική αντίδραση στα μεγάλα εμπορικά και θεσμικά θέατρα της εποχής, στις πλούσιες παραγωγές που αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από έργα με βαρύ ύφος και πληθώρα εκφραστικών και σκηνικών μέσων και απαιτούσαν πολυπρόσωπη διανομή, μεγαλοπρεπή σκηνικά και κοστούμια και παρουσιάζονταν στις μεγάλες ιταλικές σκηνές ενώπιον πολυπληθών κοινών. Με το θέατρο δωματίου, το έως τότε εντυπωσιακό, μεγαλεπήβολο θέαμα δίνει τη θέση του σε μια πιο προσιτή παράσταση που επιτρέπει στο κοινό να συνδεθεί συναισθηματικά και να εμπλακεί διανοητικά.
Ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες που συνέδεσαν το όνομά τους με το θέατρο δωματίου ήταν ο Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρντ]. Το 1906, όταν ηγείτο του Deutsches Theater στο Βερολίνο, οικοδόμησε δίπλα στην κεντρική σκηνή, την Kammerspiele [Κάμερσπίλε], μια μικρότερη σκηνή προορισμένη για παραστάσεις σύγχρονων ψυχολογικών δραμάτων. To Kammerspielhaus, χωρητικότητας 300 ατόμων, εγκαινιάστηκε τον Νοέμβριο του 1906 με τους Βρικόλακες του Henrik Ibsen [Χένρικ Ίψεν/Ερρίκος Ίψεν], σε σκηνικά του Edvard Munch [Έντβαρντ Μουνκ]· εκεί ανέβηκαν έργα των Ibsen, Arthur Schnitzler [Άρτουρ Σνίτσλερ], Gerhart Hauptmann [Γκέρχαρτ Χάουπτμαν], Frank Wedekind [Φρανκ Βέντεκιντ] και Maurice Maeterlinck [Μωρίς Μαίτερλινκ], με μια σκηνοθεσία που ανέδειξε σε εκφραστικά εργαλεία την εσωτερική ένταση και τον φωτισμό.
Η επιτυχία της Kammerspiele επηρέασε καταλυτικά τις σύγχρονες πρακτικές σκηνοθεσίας και συνέβαλε στην ανάπτυξη του «έργου δωματίου» ως δραματουργικής μορφής. Ο August Strindberg [Όγκουστ Στρίντμπεργκ/Αύγουστος Στρίντμπεργκ], που ήταν ενήμερος για τις εξελίξεις στο γερμανικό θέατρο, συνέγραψε μια σειρά «έργων δωματίου», όπως ο ίδιος τα ονόμασε, εμπνευσμένος από τη μικρή σκηνή του Reinhardt, με σκοπό να παιχτούν στο Intima Teatern [Οικείο Θέατρο], ένα μικρό θέατρο κατά το πρότυπο της Kammerspiele, το οποίο ιδρύθηκε το 1907 στη Στοκχόλμη από τον ίδιο σε συνεργασία με τον ηθοποιό August Falck [Όγκουστ Φαλκ].
Στη σύγχρονη χρήση του, ο όρος θέατρο δωματίου αναφέρεται τόσο σε θεσμούς (όπως η Kammerspiele der Josefstadt στη Βιέννη ή αντίστοιχες μικρές σκηνές που λειτουργούν εντός μεγάλων θεατρικών οργανισμών) όσο και σε καλλιτεχνικές πρακτικές που προτάσσουν την εγγύτητα και τον εσωτερικό ρυθμό του δράματος. Το θέατρο δωματίου δεν περιορίζεται στην έννοια του «μικρού χώρου», αλλά υποδηλώνει μια αισθητική πρόθεση: την αναζήτηση ενός θεάτρου απογυμνωμένου από εξωτερικά εφέ, όπου η ένταση προκύπτει από την αλληλεπίδραση των σωμάτων, των φωνών και των σιωπών των ηθοποιών.