Η ιδέα του ολοτεχνήματος, όπως αυτή εκφράστηκε από τον Richard Wagner, αντλεί από το αρχαιοελληνικό πρότυπο του αρμονικού συνδυασμού μουσικής, λόγου και χορού στην τραγωδία. Ο όρος εμφανίζεται στα πρώιμα γραπτά του Γερμανού συνθέτη (περί το 1850) και στην ουσία αλληλοσυμπληρώνεται από την έννοια του «μουσικού δράματος», η οποία επίσης συνδέεται με το έργο του Wagner. Πιο συγκεκριμένα, το μουσικό δράμα καθίσταται ολοτέχνημα μέσω της σύνθεσης των παραστατικών τεχνών (μουσική, δράμα και χορός), καθώς και των συμπληρωματικών σκηνικών τεχνών (σκηνογραφία, ενδυματολογία, τέχνη του φωτός, σκηνοθεσία). Όπως και το «μουσικό δράμα», το ολοτέχνημα αξιοποιεί τεχνικές οι οποίες χαρακτηρίζουν τη συνθετική προσέγγιση του Wagner, όπως είναι τα εξαγγελτικά μοτίβα, η ενισχυμένη χρήση της ορχήστρας, η οποία διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην εμφάνιση και επεξεργασία των εξαγγελτικών μοτίβων, η χρήση θεμάτων από τη γερμανική και τη σκανδιναβική μυθολογία.
Ο ρόλος του ολοτεχνήματος του Wagner υπερβαίνει τη σφαίρα της αισθητικής και αποσκοπεί στην ανανέωση της δημόσιας λειτουργίας της τέχνης καθώς και σε κοινωνικές αλλαγές. Σε συνδυασμό με τη θεατρική αρχιτεκτονική, το εικαστικό σκέλος της παράστασης και τη γενικότερη παραστατική τελετουργία, το ολοτέχνημα κατά Wagner έλαβε τη μορφή των όψιμων μουσικών δραμάτων όπως αυτά παρουσιάστηκαν στο ετήσιο φεστιβάλ που ο ίδιος και, στη συνέχεια, η οικογένεια του, οργάνωσαν στο θέατρο του Bayreuth [Μπαϊρόιτ], το οποίο δημιουργήθηκε σύμφωνα με το όραμα του συνθέτη για τον ιδανικό θεατρικό χώρο.
Οι απόψεις του Wagner περί ολοτεχνήματος εμπεριέχονται στα δύο θεωρητικά του κείμενα Το έργο τέχνης του μέλλοντος (1850) και Όπερα και Δράμα (1851). Σύμφωνα με τα εν λόγω θεωρητικά έργα, η σκηνοθεσία είναι η κατ' εξοχήν επιτελεστική τέχνη, η οποία περατώνει το μουσικό δράμα, όχι με την απλή αναπαράσταση ενός έργου, αλλά ολοκληρώνοντας και επισφραγίζοντας ένα έως εκείνη τη στιγμή μεταβαλλόμενο και ημιτελές έργο τέχνης. Μόνο τότε, με τη συνέργεια της σκηνοθεσίας, το έργο τέχνης καθίσταται αυτοδύναμο και συνολικό, δηλαδή «ολοτέχνημα». Η πρωτοποριακή αυτή αντίληψη, η οποία εκφράζεται πρώιμα, πριν από την επίσημη έλευση των επαγγελματιών σκηνοθετών τρεις δεκαετίες αργότερα, έχει αποτελέσει πυρήνα σύγχρονων παραστατικών μορφών, όπως το μεταδραματικό θέατρο.