Ο/η ψιμυθιολόγος συνενώνει την καλλιτεχνική σύλληψη με την τεχνική εκτέλεση της ψιμυθίωσης: μελετά τη μορφολογία του προσώπου, επιλέγει υλικά και αποχρώσεις και υπολογίζει την απόσταση του κοινού, την ένταση και τη θερμοκρασία του φωτισμού. Ο όρος ανάγεται στο ψιμύθιο, τη λευκή μολυβδούχο ουσία που χρησίμευε ως καλλυντικό ήδη στην αρχαιότητα, και δηλώνει σήμερα τον/την επαγγελματία που υπηρετεί τη σκηνική μεταμόρφωση στο θέατρο, στην όπερα, στον χορό, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.
Η διαδικασία σχεδιασμού και υλοποίησης ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια. Ο/η ψιμυθιολόγος αναλύει το έργο, τους χαρακτήρες και το ιστορικοπολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Σε στενή συνεργασία με τον σκηνοθέτη / τη σκηνοθέτρια, τον / την σκηνογράφο, τον / την ενδυματολόγο και τον σχεδιαστή / τη σχεδιάστρια φωτισμού, σχεδιάζει την οπτική ταυτότητα κάθε χαρακτήρα. Η τεχνική διαδικασία ξεκινά με σκίτσα, συχνά πάνω σε φωτογραφίες ή περιγράμματα του προσώπου των ηθοποιών, και ολοκληρώνεται με τη δημιουργία λεπτομερούς διαγράμματος μακιγιάζ [makeup chart], στο οποίο καταγράφονται με ακρίβεια τα προϊόντα, οι αποχρώσεις και η σειρά εφαρμογής. Το σχεδιάγραμμα αυτό διασφαλίζει την ομοιομορφία του μακιγιάζ σε κάθε παράσταση, ιδίως όταν η εφαρμογή πραγματοποιείται από τους/τις ηθοποιούς ή από διαφορετικούς μακιγιέρ / μακιγιέζ.
Η ανάδειξη του/της ψιμυθιολόγου ως αυτοτελούς επαγγέλματος συνδέθηκε με την εξέλιξη της θεατρικής τέχνης και τη βιομηχανία καλλυντικών. Μετά την παρακμή της προσωπίδας στο δυτικό θέατρο, ο ρόλος του μακιγιάζ προσώπου κατέστη κεντρικός, ωστόσο από τον Μεσαίωνα έως τον 19ο αιώνα οι ηθοποιοί εφάρμοζαν μόνοι/μόνες τους το μακιγιάζ. Ο φωτισμός με γκάζι και, στη συνέχεια, η εισαγωγή του ηλεκτρικού φωτισμού στη σκηνή και η διάδοση του κινηματογράφου κατέστησαν αναγκαία την παρουσία εξειδικευμένων επαγγελματιών. Η παρασκευή του μη τοξικού λιπαρού μακιγιάζ [greasepaint] από τον Ludwig Leichner [Λούντβιχ Λάιχνερ] το 1873 αποτέλεσε ορόσημο, ενώ τα προϊόντα του Max Factor [Μαξ Φάκτορ], όπως το συμπαγές καλυπτικό καλλυντικό [pan-cake makeup, δεκαετία 1930], προσέφεραν νέα μέσα για την εφαρμογή ψιμυθίωσης στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Πρωτοπόρος στη σκηνική μεταμόρφωση μέσω μακιγιάζ υπήρξε ο ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου Lon Chaney [Λον Τσάνεϋ], γνωστός ως «ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα». Η συστηματοποίηση της γνώσης και της διδασκαλίας της σκηνικής ψιμυθίωσης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Richard Corson [Ρίτσαρντ Κόρσον], ενώ η οικογένεια Westmore [Γουέστμορ] καθιέρωσε τα πρώτα τμήματα μακιγιάζ στα στούντιο του Χόλυγουντ. Η θεσμική αναγνώριση του επαγγέλματος επισφραγίστηκε το 1981 με την καθιέρωση του Βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Μακιγιάζ, που απονεμήθηκε πρώτη φορά το 1982 στον Rick Baker [Ρικ Μπέικερ].
Το επάγγελμα περιλαμβάνει εξειδικευμένους τομείς: τον/την επαγγελματία προσθετικού μακιγιάζ, που δημιουργεί και εφαρμόζει προσθετικά μέλη από λάτεξ, σιλικόνη κ.ά. (ψεύτικες μύτες, αυτιά, ολόκληρα πρόσωπα), καθώς και περούκες, γένια και μουστάκια· τον/την επαγγελματία ειδικών εφέ, που εστιάζει στη δημιουργία οπτικών ψευδαισθήσεων (τραύματα, φαινόμενα γήρανσης, μεταμορφώσεις σε φανταστικά πλάσματα)· καθώς και τη ζωγραφική σώματος [body painting]. Οι εξειδικεύσεις αυτές εφαρμόστηκαν σε όλα τα είδη παραστατικών τεχνών και στον κινηματογράφο. Στην Ελλάδα, η επαγγελματική συγκρότηση του κλάδου συνδέθηκε με τη μεταπολεμική κινηματογραφική παραγωγή, με χαρακτηριστική περίπτωση τον Νίκο Ξεπαπαδάκο, επί δύο δεκαετίες ψιμυθιολόγο της Φίνος Φιλμ, ενώ στη σύγχρονη σκηνή του προσθετικού μακιγιάζ και των ειδικών εφέ διακρίθηκαν διεθνώς ο Γιώργος και ο Ρούλης Αλαχούζος.
Στο ασιατικό θέατρο, η σχέση ηθοποιού και ψιμυθιολόγου διαμορφώθηκε διαφορετικά. Στο ιαπωνικό Καμπούκι [Kabuki], οι ίδιοι οι ηθοποιοί ήταν εκπαιδευμένοι/ες στην εφαρμογή του μακιγιάζ τους, από τη λευκή βάση [oshiroi] έως το έντονα κωδικοποιημένο kumadori των ηρωικών ρόλων, το οποίο αποτελούσε μέρος της υποκριτικής διαδικασίας. Στην όπερα του Πεκίνου, οι ηθοποιοί των ρόλων jing και chou σχεδίαζαν το περίτεχνο μακιγιάζ τους [lianpu], δεξιότητα που απαιτούσε χρόνια εκπαίδευσης. Στο ινδικό χοροθέατρο Κατακάλι [Kathakali], αντιθέτως, το μακιγιάζ, ένας συνδυασμός ζωγραφικής προσώπου και τρισδιάστατων προσθετικών από πάστα ρυζιού [chutti], εφαρμοζόταν από εξειδικευμένους τεχνίτες [chuttikkaran] κατά τη διάρκεια μιας πολύωρης τελετουργικής διαδικασίας.