Thymele Logo
Search

ψιμυθιολόγος [ουσ. αρσ., ουσ. θηλ.]

Articles Icon 2
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Εξειδικευμένος / εξειδικευμένη επαγγελματίας υπεύθυνος / υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της ψιμυθίωσης [σκηνικού μακιγιάζ] στο πρόσωπο ή/και το σώμα των ερμηνευτών και ερμηνευτριών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των ρόλων, τις συνθήκες του σκηνικού φωτισμού και τη σκηνοθετική προσέγγιση.

Ανάπτυξη

Ο/η ψιμυθιολόγος συνενώνει την καλλιτεχνική σύλληψη με την τεχνική εκτέλεση της ψιμυθίωσης: μελετά τη μορφολογία του προσώπου, επιλέγει υλικά και αποχρώσεις και υπολογίζει την απόσταση του κοινού, την ένταση και τη θερμοκρασία του φωτισμού. Ο όρος ανάγεται στο ψιμύθιο, τη λευκή μολυβδούχο ουσία που χρησίμευε ως καλλυντικό ήδη στην αρχαιότητα, και δηλώνει σήμερα τον/την επαγγελματία που υπηρετεί τη σκηνική μεταμόρφωση στο θέατρο, στην όπερα, στον χορό, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση.


Η διαδικασία σχεδιασμού και υλοποίησης ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια. Ο/η ψιμυθιολόγος αναλύει το έργο, τους χαρακτήρες και το ιστορικοπολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Σε στενή συνεργασία με τον σκηνοθέτη / τη σκηνοθέτρια, τον / την σκηνογράφο, τον / την ενδυματολόγο και τον σχεδιαστή / τη σχεδιάστρια φωτισμού, σχεδιάζει την οπτική ταυτότητα κάθε χαρακτήρα. Η τεχνική διαδικασία ξεκινά με σκίτσα, συχνά πάνω σε φωτογραφίες ή περιγράμματα του προσώπου των ηθοποιών, και ολοκληρώνεται με τη δημιουργία λεπτομερούς διαγράμματος μακιγιάζ [makeup chart], στο οποίο καταγράφονται με ακρίβεια τα προϊόντα, οι αποχρώσεις και η σειρά εφαρμογής. Το σχεδιάγραμμα αυτό διασφαλίζει την ομοιομορφία του μακιγιάζ σε κάθε παράσταση, ιδίως όταν η εφαρμογή πραγματοποιείται από τους/τις ηθοποιούς ή από διαφορετικούς μακιγιέρ / μακιγιέζ.


Η ανάδειξη του/της ψιμυθιολόγου ως αυτοτελούς επαγγέλματος συνδέθηκε με την εξέλιξη της θεατρικής τέχνης και τη βιομηχανία καλλυντικών. Μετά την παρακμή της προσωπίδας στο δυτικό θέατρο, ο ρόλος του μακιγιάζ προσώπου κατέστη κεντρικός, ωστόσο από τον Μεσαίωνα έως τον 19ο αιώνα οι ηθοποιοί εφάρμοζαν μόνοι/μόνες τους το μακιγιάζ. Ο φωτισμός με γκάζι και, στη συνέχεια, η εισαγωγή του ηλεκτρικού φωτισμού στη σκηνή και η διάδοση του κινηματογράφου κατέστησαν αναγκαία την παρουσία εξειδικευμένων επαγγελματιών. Η παρασκευή του μη τοξικού λιπαρού μακιγιάζ [greasepaint] από τον Ludwig Leichner [Λούντβιχ Λάιχνερ] το 1873 αποτέλεσε ορόσημο, ενώ τα προϊόντα του Max Factor [Μαξ Φάκτορ], όπως το συμπαγές καλυπτικό καλλυντικό [pan-cake makeup, δεκαετία 1930], προσέφεραν νέα μέσα για την εφαρμογή ψιμυθίωσης στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Πρωτοπόρος στη σκηνική μεταμόρφωση μέσω μακιγιάζ υπήρξε ο ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου Lon Chaney [Λον Τσάνεϋ], γνωστός ως «ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα». Η συστηματοποίηση της γνώσης και της διδασκαλίας της σκηνικής ψιμυθίωσης οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Richard Corson [Ρίτσαρντ Κόρσον], ενώ η οικογένεια Westmore [Γουέστμορ] καθιέρωσε τα πρώτα τμήματα μακιγιάζ στα στούντιο του Χόλυγουντ. Η θεσμική αναγνώριση του επαγγέλματος επισφραγίστηκε το 1981 με την καθιέρωση του Βραβείου Όσκαρ Καλύτερου Μακιγιάζ, που απονεμήθηκε πρώτη φορά το 1982 στον Rick Baker [Ρικ Μπέικερ].


Το επάγγελμα περιλαμβάνει εξειδικευμένους τομείς: τον/την επαγγελματία προσθετικού μακιγιάζ, που δημιουργεί και εφαρμόζει προσθετικά μέλη από λάτεξ, σιλικόνη κ.ά. (ψεύτικες μύτες, αυτιά, ολόκληρα πρόσωπα), καθώς και περούκες, γένια και μουστάκια· τον/την επαγγελματία ειδικών εφέ, που εστιάζει στη δημιουργία οπτικών ψευδαισθήσεων (τραύματα, φαινόμενα γήρανσης, μεταμορφώσεις σε φανταστικά πλάσματα)· καθώς και τη ζωγραφική σώματος [body painting]. Οι εξειδικεύσεις αυτές εφαρμόστηκαν σε όλα τα είδη παραστατικών τεχνών και στον κινηματογράφο. Στην Ελλάδα, η επαγγελματική συγκρότηση του κλάδου συνδέθηκε με τη μεταπολεμική κινηματογραφική παραγωγή, με χαρακτηριστική περίπτωση τον Νίκο Ξεπαπαδάκο, επί δύο δεκαετίες ψιμυθιολόγο της Φίνος Φιλμ, ενώ στη σύγχρονη σκηνή του προσθετικού μακιγιάζ και των ειδικών εφέ διακρίθηκαν διεθνώς ο Γιώργος και ο Ρούλης Αλαχούζος.


Στο ασιατικό θέατρο, η σχέση ηθοποιού και ψιμυθιολόγου διαμορφώθηκε διαφορετικά. Στο ιαπωνικό Καμπούκι [Kabuki], οι ίδιοι οι ηθοποιοί ήταν εκπαιδευμένοι/ες στην εφαρμογή του μακιγιάζ τους, από τη λευκή βάση [oshiroi] έως το έντονα κωδικοποιημένο kumadori των ηρωικών ρόλων, το οποίο αποτελούσε μέρος της υποκριτικής διαδικασίας. Στην όπερα του Πεκίνου, οι ηθοποιοί των ρόλων jing και chou σχεδίαζαν το περίτεχνο μακιγιάζ τους [lianpu], δεξιότητα που απαιτούσε χρόνια εκπαίδευσης. Στο ινδικό χοροθέατρο Κατακάλι [Kathakali], αντιθέτως, το μακιγιάζ, ένας συνδυασμός ζωγραφικής προσώπου και τρισδιάστατων προσθετικών από πάστα ρυζιού [chutti], εφαρμοζόταν από εξειδικευμένους τεχνίτες [chuttikkaran] κατά τη διάρκεια μιας πολύωρης τελετουργικής διαδικασίας.

Εναλλακτικές Εκδοχές

μακιγιέρ / μακιγιέζ
Αγγλικά
makeup artist
Γαλλικά
maquilleur, le / maquilleuse, la
Γερμανικά
Visagist, der / Visagistin, die; Maskenbildner, der / Maskenbildnerin, die
Ιταλικά
truccatore, il / truccatrice, la

Συνώνυμα

καλλιτέχνης μακιγιάζ, σχεδιαστής / σχεδιάστρια μακιγιάζ

Σχετικοί όροι

ενδυτής / ενδύτρια, κομμωτής / κομμώτρια, κόμμωση, προσωπίδα ή μάσκα, σκευή, μασκάρεμα ή μεταμφίεση, σκηνική παρουσία

Μη προτεινόμενοι όροι

βιζαζίστ / βιζαζίστα, μεϊκάπ άρτιστ

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Ανάθεμα τον μακιγιέρ, μέχρι που ήρθε σ’ εμένα και να με μεταμορφώσει σε έναν κανονικό θεατρικό ξανθό άντρα αισθανόμουν ότι κάπου πήγαινα. Άρχισα να τρέμω ελαφρώς καθώς έβγαζα αργά από πάνω μου το παλιό παλτό, την περούκα και κόλλησα το μούσι. Αν ήμουν μόνος, χωρίς περισπασμούς, το ξέρω, θα είχα βρει ποιος ήταν αυτός ο μυστηριώδης άντρας. Αλλά η βουή και οι φλυαρίες δεν μου άφησαν περιθώριο να σκεφτώ, κι έτσι δεν μπορούσα να φτάσω σ’ αυτό το άγνωστο πράγμα που ζωντάνευε μέσα μου.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του σκηνοθέτη και ηθοποιού Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski] Работа актёра над собой. Часть II [Η δουλειά του ηθοποιού με τον εαυτό του: Η ενσάρκωση], όπου ο συγγραφέας περιγράφει τη συνεργασία του με τον μακιγιέρ κατά τη διάρκεια σκηνικής άσκησης. Η ψιμυθίωση παρουσιάζεται ως παρέμβαση που μπορεί να διακόψει την υποκριτική διερεύνηση, όταν επιβάλλει έτοιμη εξωτερική μορφή πριν ο/η ηθοποιός εντοπίσει εσωτερικά τον χαρακτήρα. Το παράθεμα φωτίζει τη δυνητική ένταση ανάμεσα στο έργο του/της ψιμυθιολόγου και τη διαδικασία ενσάρκωσης.

Stanislavski, K. (2020). Η δουλειά του ηθοποιού με τον εαυτό του: Η ενσάρκωση (Τ. Λιάντας, Μετ.). Αθήνα: Κοάν, σ. 197.

Quote Icon

To the sounds of scratchy recordings of schmaltzy enka ballads and the rumble of passing trains, the 46-year-old Yoko, chief playwright, coach, director, star, makeup artist, costumier and wig master, public relations director, bookkeeper and booker of her itinerant troupe, squats before her makeup mirror. Preparing to play Isaburō the Intrepid, a nineteenth-century yakuza or gangster, she replicates her mastery of quick-change in her stage performances. Interviewing a television reporter who wants to be an onnagata, she recites pieces from the play, assuming all the roles.


«Με φόντο κακέκτυπες ηχογραφήσεις από γλυκερές μπαλάντες ένκα [enka] και τον βόμβο των διερχόμενων τρένων, η 46χρονη Γιόκο [Yoko], πρώτη θεατρική συγγραφέας, προγυμνάστρια, σκηνοθέτρια, πρωταγωνίστρια, ψιμυθιολόγος, ενδυματολόγος και περουκιέρισσα, διευθύντρια δημοσίων σχέσεων, λογίστρια και υπεύθυνη κρατήσεων του περιοδεύοντος θιάσου της, κάθεται οκλαδόν μπροστά στον καθρέφτη του μακιγιάζ. Καθώς προετοιμάζεται να υποδυθεί τον Ισαμπούρο τον Ατρόμητο [Isaburō the Intrepid], έναν γιακούζα [yakuza] του 19ου αιώνα, αναπαράγει τη δεξιοτεχνία της στην ταχεία αλλαγή που επιδεικνύει στις σκηνικές της ερμηνείες. Ενώ παίρνει συνέντευξη από τηλεοπτικό δημοσιογράφο που θέλει να γίνει ονναγκάτα [onnagata], απαγγέλλει αποσπάσματα από το έργο, ερμηνεύοντας όλους τους ρόλους.»

Ο Laurence Senelick [Λώρενς Σένελικ] αποτυπώνει τη στιγμή της ψιμυθίωσης ως πράξη ταυτόχρονα τεχνική και υποκριτική: η Γιόκο ασκεί η ίδια το έργο της ψιμυθιολόγου και εισέρχεται στον ρόλο μπροστά στον καθρέφτη του καμαρινιού. Στο ιαπωνικό λαϊκό θέατρο ταϊσού ενγκέκι [taishu engeki], η ψιμυθίωση συνιστά μέρος της σκηνικής πράξης και όχι απλώς προκαταρκτικό στάδιο. Η συσσώρευση ιδιοτήτων στο ίδιο πρόσωπο δεί χνει ότι στους περιοδεύοντες θιάσους η ψιμυθιολόγος συχνά ταυτίζεται με την πρωταγωνίστρια και τη θιασάρχισσα.

Senelick, L. (2000). The Changing Room: Sex, Drag and Theatre. London and New York: Routledge, p. 158.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Η Rachel Maksy [Ρέιτσελ Μάξυ] είναι δημιουργός ψηφιακού περιεχομένου με ειδίκευση στη σκηνική μεταμόρφωση. Στο…

Το μουσικό βίντεο "Thriller" [«Θρίλερ»] (1983) του Michael Jackson [Μάικλ Τζάκσον], σε σκηνοθεσία John Landis…

Στα παρασκήνια της επετειακής παράστασης για τα 25 χρόνια του μιούζικαλ The Phantom of the…

Συνέντευξη με τους αδελφούς Αλαχούζου για την επαγγελματική τους πορεία. Ο Γιώργος και ο Ρούλης…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Ο ψιμυθιολόγος Nick Dudman [Νικ Ντάντμαν] στα γυρίσματα της ταινίας Star Wars: Episode VI –…

Ο ψιμυθιολόγος Νίκος Ξεπαπαδάκος εφαρμόζει το μακιγιάζ στη Μαίρη Χρονοπούλου κατά τα γυρίσματα της ταινίας

Ο ψιμυθιολόγος Ρούλης Αλαχούζος διδάσκει προσθετικό μακιγιάζ στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα Σχεδιασμού Κοστουμιού [MA Costume Design]…

Δύο ιρανοί ψιμυθιολόγοι εν ώρα εργασίας στο καμαρίνι: με λεπτά πινέλα, επίθετη γενειάδα και…

βασική

Barbieri, D. (2017). Costume in Performance: Materiality, Culture and the Body. London: Bloomsbury Methuen Drama.

Corson, R., Glavan, J., & Norcross, B. G. (2017). Stage Makeup (10η έκδ.). New York: Routledge.

Debreceni, T. (2018). Special Makeup Effects for Stage and Screen: Making and Applying Prosthetics (3η έκδ.). New York: Routledge.

Eldridge, L. (2015). Face Paint: The Story of Makeup. New York: Abrams Image.

Monks, A. (2010). The Actor in Costume. Basingstoke: Palgrave Macmillan.

Westmore, M., & Page, J. (2017). Makeup Man: From Rocky to Star Trek. The Amazing Creations of Hollywood's Michael Westmore. Guilford, CT: Lyons Press.

Zarrilli, P. B. (2000). Kathakali Dance-Drama: Where Gods and Demons Come to Play. London and New York: Routledge.

Δικαιούλια, Ε. (2009). Τεχνική ψιμυθίωσης προσώπου και σώματος. Αθήνα: Παπαζήσης.

Τσιγώνια-Ευλογιά, Α. (2002). Προσωπολογία: Η τεχνική του μακιγιάζ. Αθήνα: Παπαζήσης.

Τσιγώνια-Ευλογιά, Α., & Μικελάτου, Ε. (2010). Μακιγιάζ παραστατικών τεχνών: Τεχνική προσθετικών υλικών. Αθήνα: Δεσμός.

συμπληρωματική

Basten, F. E. (2008). Max Factor: The Man Who Changed the Faces of the World. New York: Arcade Publishing.

Blake, M. F. (1993). A Thousand Faces: Lon Chaney's Unique Artistry in Motion Pictures. Lanham, MD: Vestal Press.

Corson, R. (1972). Fashions in Makeup: From Ancient to Modern Times. London: Peter Owen.

Gunn, F. (1973). The Artificial Face: A History of Cosmetics. Newton Abbot: David & Charles.

Jones, G. (2010). Beauty Imagined: A History of the Global Beauty Industry. Oxford: Oxford University Press.

Leiter, S. L. (2006). Historical Dictionary of Japanese Traditional Theatre. Lanham, MD: Scarecrow Press.

Palmer, C. (2008). Brazen Cheek: Face-Painters in Late Eighteenth-Century England. Oxford Art Journal, 31(2), 195–213. doi.org...

Peiss, K. (1998). Hope in a Jar: The Making of America's Beauty Culture. New York: Metropolitan Books.

Purba, S. D. K., & Anom, E. (2021). The Role of Make Up Character in the Performance of J.J City Waste by Theatre Koma. Higher Education and Oriental Studies, 1(2), 15–34.

Senelick, L. (2000). The Changing Room: Sex, Drag and Theatre. London and New York: Routledge.

Σαββίδου, Ά. (2016). Μορφολογία, ιδιότητες προσώπου. Θεσσαλονίκη: σοφία Α.Ε.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. ψιμυθιολόγος. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/ψιμυθιολόγος

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «ψιμυθιολόγος». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/ψιμυθιολόγος.

MLA

«ψιμυθιολόγος». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/ψιμυθιολόγος.

1326