Thymele Logo
Search

εξπρεσιονισμός [ουσ. αρσ.]

Articles Icon 1
Videos Icon 3
Videos Icon 6
[1]

Ορισμός

Διεθνές καλλιτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα στη Γερμανία και, αντιμαχόμενο τον ρεαλισμό, στόχευε στην αποτύπωση υποκειμενικών συναισθημάτων και βιωμάτων, μέσω της παραμόρφωσης της φόρμας, της όξυνσης των αντιθέσεων, της χρήσης έντονων χρωμάτων και περιγραμμάτων, καθώς και αφαιρετικών μοτίβων, επηρεάζοντας ποικίλες μορφές τέχνης, όπως οι εικαστικές τέχνες, η λογοτεχνία, η μουσική, το θέατρο και ο κινηματογράφος.

Ανάπτυξη

Ο εξπρεσιονισμός εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως στη Γερμανία, και συνδέεται με δύο ομάδες καλλιτεχνών: την «Γέφυρα» [Die Brücke] (1905–1913) και τον «Γαλάζιο Καβαλάρη» [Der Blaue Reiter] (1912–1914), που δανείστηκε το όνομά της από τον ομότιτλο πίνακα του Βασίλυ Καντίνσκυ [Wassily Kandinsky]. Δεν υπήρξε ποτέ ένα οργανωμένο κίνημα που να αυτοαποκαλείται εξπρεσιονιστικό· ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει την αντίθεση αυτής της τεχνοτροπίας προς τον ιμπρεσιονισμό.


Αναδυόμενος μέσα από τις κοινωνικές εντάσεις, την αστικοποίηση και την επικείμενη έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο εξπρεσιονισμός αποτέλεσε αντίδραση στον ορθολογισμό και τον ρεαλισμό του 19ου αιώνα. Οι καλλιτέχνες επιδίωξαν να εκφράσουν την υπαρξιακή κρίση της εποχής μέσα από μια έντονα προσωπική και συναισθηματική γλώσσα, εστιάζοντας σε θέματα όπως ο φόβος, η μοναξιά, η αποξένωση και η οδύνη της σύγχρονης ζωής.


Κύριο χαρακτηριστικό των εξπρεσιονιστικών έργων είναι η παραμόρφωση, η χρήση έντονων, μη ρεαλιστικών χρωμάτων και η εκφραστική υπερβολή. Ιστορικές καταβολές του εντοπίζονται στον ρομαντισμό και τον μανιερισμό, καθώς και σε καλλιτέχνες όπως ο Paul Gauguin [Πολ Γκωγκέν] και ο Vincent van Gogh [Βίνσεντ βαν Γκογκ]. Το κίνημα επηρεάστηκε επίσης από τη φιλοσοφία του Νίτσε, τις νέες θεωρίες της ψυχολογίας και τον πρωτογονισμό της τέχνης της Ωκεανίας και της Αφρικής.


Ανάμεσα στους σημαντικότερους εκπροσώπους συγκαταλέγονται, από τον «Γαλάζιο Καβαλάρη», οι Paul Klee [Πάουλ Κλέε] και Βασίλυ Καντίνσκυ, και από τη «Γέφυρα», οι Ernst Ludwig Kirchner [Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ], Erich Heckel [Έριχ Χέκελ] και Emil Nolde [Έμιλ Νόλντε], οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν σε πρωτοποριακούς καλλιτεχνικούς κύκλους και στα βερολινέζικα καμπαρέ.


Στις παραστατικές τέχνες, ο εξπρεσιονισμός απέρριψε τη ρεαλιστική αναπαράσταση, δίνοντας προτεραιότητα στην εσωτερική αλήθεια και τη συναισθηματική ένταση. Το εξπρεσιονιστικό θέατρο, που αναπτύχθηκε στη Γερμανία μεταξύ 1910 και 1930, υιοθέτησε μια κατακερματισμένη δραματουργική δομή, γνωστή ως στατικό δράμα [Stationendrama], με επεισοδιακή αφήγηση που προβάλλει μια οδύσσεια ή μια διαδικασία μύησης. Οι χαρακτήρες δεν είναι συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά αρχετυπικές φιγούρες του Ανθρώπου, χωρίς ονοματεπώνυμο ή κοινωνικές ιδιότητες, ενώ η γλώσσα περιορίζεται σε συμπυκνωμένες εκφράσεις, μονολεκτικά σχόλια, ύβρεις ή κραυγές.


Ανάμεσα στους σημαντικούς πρόδρομους της εξπρεσιονιστικής δραματουργίας συγκαταλέγεται ο Georg Büchner [Γκέοργκ Μπύχνερ] με το έργο του Woyzeck [Βόυτσεκ] (1836), ο Frank Wedekind [Φρανκ Βέντεκιντ] με έργα όπως Frühlings Erwachen [Το ξύπνημα της άνοιξης] (1891), Erdgeist [Το πνεύμα της γης] (1895) και Die Büchse der Pandora [Το κουτί της Πανδώρας] (1904), καθώς και ο August Strindberg [Αύγουστος Στρίντμπεργκ] με την όψιμη δραματουργία του, κυριότερα με τα «ονειροδράματα» του και τα «έργα δωματίου». Το Mörder, Hoffnung der Frauen [Δολοφόνε, ελπίδα των γυναικών] (1909) του Oscar Kokoschka [Όσκαρ Κόκοσκα] χαρακτηρίζεται συχνά ως το πρώτο πλήρως εξπρεσιονιστικό θεατρικό έργο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του εξπρεσιονιστικού δράματος είναι ο Georg Kaiser [Γκέοργκ Κάιζερ] και ο Ernst Toller [Έρνστ Τόλλερ], οι οποίοι χρησιμοποίησαν αφηρημένους χαρακτήρες-τύπους, τηλεγραφικό διάλογο και επεισοδιακή δομή για να εκφράσουν κοινωνική κριτική και υπαρξιακή αγωνία. Στην εξπρεσιονιστική δραματουργία της Αμερικής, σημαντική στάθηκε η συμβολή του Eugene O'Neill [Ευγένιος Ο'Νηλ] με τα πρώιμα μοντερνιστικά έργα του, όπως The Emperor Jones [Ο αυτοκράτορας Τζόουνς] (1920) και The Hairy Ape [Ο μαλλιαρός πίθηκος] (1922), και του Elmer Rice [Έλμερ Ράις] με το The Adding Machine [Αθροιστική μηχανή] (1923).


Η σκηνική αισθητική του εξπρεσιονισμού χαρακτηρίζεται από μια συνολική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Η υποκριτική του εξπρεσιονισμού, αποκαλούμενη και ως εξπρεσιονιστικό παίξιμο, υιοθετεί ακραία εκφραστικότητα, αδρούς μορφασμούς και συγκεκομμένη απαγγελία. Στη σκηνογραφία, κυριαρχούν οι παραμορφωμένες προοπτικές, οι αιχμηρές γωνίες και τα αντικείμενα με συμβολική λειτουργία. Ο φωτισμός και ο ήχος χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν έντονες αντιθέσεις και ατμόσφαιρες αγωνίας, ενώ τα κοστούμια φέρουν συχνά γκροτέσκα στοιχεία. Σκηνοθέτες όπως ο Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ] και ο Leopold Jessner [Λέοπολντ Γέσνερ] μετέφεραν αυτή την αισθητική στη σκηνή με θεαματικές επιλογές.


Στο πεδίο της μουσικής και της όπερας, ο εξπρεσιονισμός απέρριψε τους κλασικούς αρμονικούς κανόνες, υιοθετώντας το δωδεκαφθογγικό και ατονικό σύστημα. Πρόδρομος θεωρείται ο Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους], θεμελιωτής ο Arnold Schoenberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ] και σημαντικοί εκπρόσωποι οι Alban Berg [Άλμπαν Μπεργκ], Kurt Weill [Κουρτ Βάιλ] και ο Έλληνας Νίκος Σκαλκώτας [Nikos Skalkottas].


Στον χορό, ο εξπρεσιονισμός εκφράστηκε μέσα από τον εκφραστικό χορό [Ausdruckstanz], που αναπτύχθηκε στη Γερμανία. Με κύρια χαρακτηριστικά την αυθόρμητη και δυναμική κίνηση, σε αντίθεση με τις αυστηρές φόρμες του κλασικού μπαλέτου, ο χορευτής ή η χορεύτρια καθίσταται μέσο έκφρασης ψυχικών καταστάσεων. Η Mary Wigman [Μαίρη Βίγκμαν] υπήρξε πρωτοπόρος, επηρεάζοντας μετέπειτα χορογράφους όπως η Pina Bausch [Πίνα Μπάους].

Αγγλικά
expressionism
Γαλλικά
expressionnisme, le
Γερμανικά
Expressionismus, der
Ιταλικά
expressionismo, il

Σχετικοί όροι

μοντερνισμός, μοντέρνος, α, ο,

Πεδίο εφαρμογής

• Όψις και παραγωγή
• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Χορός
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

"We can see that dreamlike qualities are characteristic of Expressionist drama. Typically a play would be presented with distorted and architecturally improbable settings, pools of light and deep, atmospheric shadows created by the recently developed and sophisticated electric spotlights; drab black, grey or white as the predominant ‘colours’ or else garish and clashing visual impacts. Acting would be emotionally charged, studiedly non-realistic, with staccato vocalisations, chanting and other forms of ‘heightened’ use of language. Facial expressions or masks might be grotesque, physical action mechanical or bizarre, the entire impact seeming arbitrary and subjective, and frequently dreamlike. Concepts of plot, narrative or grammar might appear to have collapsed in rebellion against a variety of forms of oppression and the inner experiences revealed were often of a tortured nature. The ghastly slaughter and mechanical fury of the First World War, resulting in mental illness and terrifying images for an entire generation, was evident in the staging of many of the plays".


«Είναι φανερό ότι τα ονειρικά στοιχεία χαρακτηρίζουν το εξπρεσιονιστικό δράμα. Συνήθως, ένα έργο παρουσιαζόταν με παραμορφωμένα και αρχιτεκτονικά απίθανα σκηνικά, δέσμες φωτός και βαθιές, ατμοσφαιρικές σκιές που δημιουργούνταν από τους τότε νεοεμφανιζόμενους και εξελιγμένους ηλεκτρικούς προβολείς· το μουντό μαύρο, το γκρι ή το λευκό κυριαρχούσαν ως 'χρώματα', ή εναλλακτικά χρησιμοποιούνταν κραυγαλέα και συγκρουόμενα οπτικά εφέ. Η υποκριτική ήταν συναισθηματικά φορτισμένη, σκόπιμα μη ρεαλιστική, με στακάτη εκφορά, ψαλμωδία και άλλες μορφές 'υπερτονισμένης' χρήσης της γλώσσας. Οι εκφράσεις του προσώπου ή οι μάσκες ήταν συχνά γκροτέσκες, η σωματική κίνηση μηχανική ή παράξενη, με το συνολικό αποτέλεσμα να φαντάζει αυθαίρετο, υποκειμενικό και συχνά ονειρικό. Οι έννοιες της πλοκής, της αφήγησης ή της δομής έμοιαζαν να έχουν καταρρεύσει σε μια εξέγερση ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης, ενώ οι εσωτερικές εμπειρίες που αποκαλύπτονταν ήταν συχνά βασανιστικές. Η φρικαλεότητα της σφαγής και η μηχανική μανία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που κληροδότησε ψυχικά τραύματα και τρομακτικές εικόνες σε μια ολόκληρη γενιά, ήταν εμφανείς στη σκηνική παρουσίαση πολλών από τα έργα».

Τα κύρια χαρακτηριστικά του εξπρεσιονισμού στο θέατρο.

Pickering, K. (2005). Key Concepts in Drama and Performance. Basingstoke & New York: Palgrave Macmillan, 141-142.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Mary Wigman, Hexentanz, 1929, εξπρεσιονιστικός χορός.

Βίντεο για την έκθεση Vasily Kandinsky: Around the Circle, Μουσείο Guggenheim, 2022.

Διαφημιστικό κλιπ από την παράσταση της τριλογίας Αέριο [Gas] του Γκέοργκ Κάιζερ [Georg…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Στιγμιότυπο από την παράσταση της όπερας Wozzeck σε μουσική και λιμπρέτο Alban Berg από το…

Ernst Ludwig Kirchner, Δρόμος, Βερολίνο, 1913, MoMA.

Oskar Kokoschka, Αυτοπροσωπογραφία ενός «εκφυλισμένου καλλιτέχνη» [Selbstbildnis eines "entarteten Künstlers"], 1937, Scottish National Gallery.

Paul Klee, Angelus Novus, 1920, Centre Pompidou, Paris

Φωτογραφία του ηθοποιού Ernst Deutsch [Ερνστ Ντόυτς], πρωταγωνιστή στο εξπρεσιονιστικό έργο Ο Γυιός [Der…

Φωτογραφία της ηθοποιού Lorena Handschin [Λορένα Χάντσιν] να ερμηνεύει τον ρόλο της Grete Hinkemann στο…

βασική

Barry, H. (1983). German Expressionism: Die Brücke und der Blaue Reiter. London: Olympic Marketing Corp.

Benson, T. O. (Ed.). (2014). Expressionism en Allemagne et en France: De Gogh a Kandinsky. Munich, London, New York: Los Angeles County Museum of Art, DelMonico Books, Prestel.

Buchheim, L.-G. (1959). Der Blaue Reiter und die Neue Künstlervereinigung München. Feldafing: Buchheim Verlag.

Dube, W. D. (1983). Der Expressionismus in Wort und Bild. Stuttgart: Skira/Klett-Cotta.

Innes, C. (1993). Avant Garde Theatre: 1892–1992. Routledge.

Styan J. L. (1983). Modern Drama in Theory and Practice, vol. 3: Expressionism and Epic Theatre. Cambridge University Press: Cambridge

Wolf, N. (2004). Expressionism. Köln: Taschen.

συμπληρωματική

Cooke, M. (Ed.). (2005). The Cambridge Companion to Twentieth-Century Opera. Cambridge: Cambridge University Press.

Craine, D., & Mackrell, J. (2010). The Oxford Dictionary of Dance (2nd ed.). Oxford: Oxford University Press.

Kandinsky, W. (1981). Για τα πνευματικό στην τέχνη. Αθήνα: Νεφέλη.

Müller, J. E. (1977). Lexikon des Expressionismus (2η έκδ.). Κöln: Dumont.

Sadie, S. (Ed.). (1992). The New Grove Dictionary of Opera (Volume 4).New York: Macmillan.

Αντόρνο, Τ. Β. (2012). Η Φιλοσοφία της Νέας Μουσικής. (Σιέτη, Τ. & Ψυχοπαίδη – Φράγκου, Ο.Κ. Μετ.). Αθήνα: Νήσος.

Στάγκος, Ν. (Επιμ.). (2021). Έννοιες της Μοντέρνας Τέχνης. Αθήνα: ΜΙΕΤ.

Χαραλαμπίδης, Α. (2018). Η τέχνη του εικοστού αιώνα. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. εξπρεσιονισμός. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/εξπρεσιονισμός

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «εξπρεσιονισμός». Ανακτήθηκε 15 June 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/εξπρεσιονισμός.

MLA

«εξπρεσιονισμός». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 15 June 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/εξπρεσιονισμός.

1711