Ο εξπρεσιονισμός εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, κυρίως στη Γερμανία, και συνδέεται με δύο ομάδες καλλιτεχνών: την «Γέφυρα» [Die Brücke] (1905–1913) και τον «Γαλάζιο Καβαλάρη» [Der Blaue Reiter] (1912–1914), που δανείστηκε το όνομά της από τον ομότιτλο πίνακα του Βασίλυ Καντίνσκυ [Wassily Kandinsky]. Δεν υπήρξε ποτέ ένα οργανωμένο κίνημα που να αυτοαποκαλείται εξπρεσιονιστικό· ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει την αντίθεση αυτής της τεχνοτροπίας προς τον ιμπρεσιονισμό.
Αναδυόμενος μέσα από τις κοινωνικές εντάσεις, την αστικοποίηση και την επικείμενη έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο εξπρεσιονισμός αποτέλεσε αντίδραση στον ορθολογισμό και τον ρεαλισμό του 19ου αιώνα. Οι καλλιτέχνες επιδίωξαν να εκφράσουν την υπαρξιακή κρίση της εποχής μέσα από μια έντονα προσωπική και συναισθηματική γλώσσα, εστιάζοντας σε θέματα όπως ο φόβος, η μοναξιά, η αποξένωση και η οδύνη της σύγχρονης ζωής.
Κύριο χαρακτηριστικό των εξπρεσιονιστικών έργων είναι η παραμόρφωση, η χρήση έντονων, μη ρεαλιστικών χρωμάτων και η εκφραστική υπερβολή. Ιστορικές καταβολές του εντοπίζονται στον ρομαντισμό και τον μανιερισμό, καθώς και σε καλλιτέχνες όπως ο Paul Gauguin [Πολ Γκωγκέν] και ο Vincent van Gogh [Βίνσεντ βαν Γκογκ]. Το κίνημα επηρεάστηκε επίσης από τη φιλοσοφία του Νίτσε, τις νέες θεωρίες της ψυχολογίας και τον πρωτογονισμό της τέχνης της Ωκεανίας και της Αφρικής.
Ανάμεσα στους σημαντικότερους εκπροσώπους συγκαταλέγονται, από τον «Γαλάζιο Καβαλάρη», οι Paul Klee [Πάουλ Κλέε] και Βασίλυ Καντίνσκυ, και από τη «Γέφυρα», οι Ernst Ludwig Kirchner [Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ], Erich Heckel [Έριχ Χέκελ] και Emil Nolde [Έμιλ Νόλντε], οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν σε πρωτοποριακούς καλλιτεχνικούς κύκλους και στα βερολινέζικα καμπαρέ.
Στις παραστατικές τέχνες, ο εξπρεσιονισμός απέρριψε τη ρεαλιστική αναπαράσταση, δίνοντας προτεραιότητα στην εσωτερική αλήθεια και τη συναισθηματική ένταση. Το εξπρεσιονιστικό θέατρο, που αναπτύχθηκε στη Γερμανία μεταξύ 1910 και 1930, υιοθέτησε μια κατακερματισμένη δραματουργική δομή, γνωστή ως στατικό δράμα [Stationendrama], με επεισοδιακή αφήγηση που προβάλλει μια οδύσσεια ή μια διαδικασία μύησης. Οι χαρακτήρες δεν είναι συγκεκριμένα πρόσωπα αλλά αρχετυπικές φιγούρες του Ανθρώπου, χωρίς ονοματεπώνυμο ή κοινωνικές ιδιότητες, ενώ η γλώσσα περιορίζεται σε συμπυκνωμένες εκφράσεις, μονολεκτικά σχόλια, ύβρεις ή κραυγές.
Ανάμεσα στους σημαντικούς πρόδρομους της εξπρεσιονιστικής δραματουργίας συγκαταλέγεται ο Georg Büchner [Γκέοργκ Μπύχνερ] με το έργο του Woyzeck [Βόυτσεκ] (1836), ο Frank Wedekind [Φρανκ Βέντεκιντ] με έργα όπως Frühlings Erwachen [Το ξύπνημα της άνοιξης] (1891), Erdgeist [Το πνεύμα της γης] (1895) και Die Büchse der Pandora [Το κουτί της Πανδώρας] (1904), καθώς και ο August Strindberg [Αύγουστος Στρίντμπεργκ] με την όψιμη δραματουργία του, κυριότερα με τα «ονειροδράματα» του και τα «έργα δωματίου». Το Mörder, Hoffnung der Frauen [Δολοφόνε, ελπίδα των γυναικών] (1909) του Oscar Kokoschka [Όσκαρ Κόκοσκα] χαρακτηρίζεται συχνά ως το πρώτο πλήρως εξπρεσιονιστικό θεατρικό έργο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του εξπρεσιονιστικού δράματος είναι ο Georg Kaiser [Γκέοργκ Κάιζερ] και ο Ernst Toller [Έρνστ Τόλλερ], οι οποίοι χρησιμοποίησαν αφηρημένους χαρακτήρες-τύπους, τηλεγραφικό διάλογο και επεισοδιακή δομή για να εκφράσουν κοινωνική κριτική και υπαρξιακή αγωνία. Στην εξπρεσιονιστική δραματουργία της Αμερικής, σημαντική στάθηκε η συμβολή του Eugene O'Neill [Ευγένιος Ο'Νηλ] με τα πρώιμα μοντερνιστικά έργα του, όπως The Emperor Jones [Ο αυτοκράτορας Τζόουνς] (1920) και The Hairy Ape [Ο μαλλιαρός πίθηκος] (1922), και του Elmer Rice [Έλμερ Ράις] με το The Adding Machine [Αθροιστική μηχανή] (1923).
Η σκηνική αισθητική του εξπρεσιονισμού χαρακτηρίζεται από μια συνολική παραμόρφωση της πραγματικότητας. Η υποκριτική του εξπρεσιονισμού, αποκαλούμενη και ως εξπρεσιονιστικό παίξιμο, υιοθετεί ακραία εκφραστικότητα, αδρούς μορφασμούς και συγκεκομμένη απαγγελία. Στη σκηνογραφία, κυριαρχούν οι παραμορφωμένες προοπτικές, οι αιχμηρές γωνίες και τα αντικείμενα με συμβολική λειτουργία. Ο φωτισμός και ο ήχος χρησιμοποιούνται για να δημιουργήσουν έντονες αντιθέσεις και ατμόσφαιρες αγωνίας, ενώ τα κοστούμια φέρουν συχνά γκροτέσκα στοιχεία. Σκηνοθέτες όπως ο Max Reinhardt [Μαξ Ράινχαρτ] και ο Leopold Jessner [Λέοπολντ Γέσνερ] μετέφεραν αυτή την αισθητική στη σκηνή με θεαματικές επιλογές.
Στο πεδίο της μουσικής και της όπερας, ο εξπρεσιονισμός απέρριψε τους κλασικούς αρμονικούς κανόνες, υιοθετώντας το δωδεκαφθογγικό και ατονικό σύστημα. Πρόδρομος θεωρείται ο Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους], θεμελιωτής ο Arnold Schoenberg [Άρνολντ Σαίνμπεργκ] και σημαντικοί εκπρόσωποι οι Alban Berg [Άλμπαν Μπεργκ], Kurt Weill [Κουρτ Βάιλ] και ο Έλληνας Νίκος Σκαλκώτας [Nikos Skalkottas].
Στον χορό, ο εξπρεσιονισμός εκφράστηκε μέσα από τον εκφραστικό χορό [Ausdruckstanz], που αναπτύχθηκε στη Γερμανία. Με κύρια χαρακτηριστικά την αυθόρμητη και δυναμική κίνηση, σε αντίθεση με τις αυστηρές φόρμες του κλασικού μπαλέτου, ο χορευτής ή η χορεύτρια καθίσταται μέσο έκφρασης ψυχικών καταστάσεων. Η Mary Wigman [Μαίρη Βίγκμαν] υπήρξε πρωτοπόρος, επηρεάζοντας μετέπειτα χορογράφους όπως η Pina Bausch [Πίνα Μπάους].