Thymele Logo
Search

κοινωνικό φύλο [ουσ. ουδ., επίθετο]

Articles Icon 2
Videos Icon 8
Videos Icon 8
[1]

Ορισμός

Σύνολο κοινωνικά, ιστορικά και πολιτισμικά διαμορφωμένων ρόλων, συμπεριφορών, αναπαραστάσεων και προσδοκιών που συγκροτούν τη θηλυκότητα, την αρρενωπότητα και τις μη δυαδικές ταυτότητες σε ένα δεδομένο πλαίσιο, σε διάκριση από το βιολογικό φύλο.

Ανάπτυξη

Το κοινωνικό φύλο [gender] διακρίνεται από το βιολογικό φύλο, το οποίο αφορά σωματικά χαρακτηριστικά όπως τα χρωμοσώματα, οι ορμόνες και η ανατομία. Συγκροτείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και γεωγραφικά συμφραζόμενα και μαθαίνεται μέσω της κοινωνικοποίησης, της εκπαίδευσης, των θεσμών, της γλώσσας και των πολιτισμικών αφηγήσεων. Δεν αποτελεί στατική ή φυσικά προκαθορισμένη οντολογική κατηγορία· είναι δυναμική κατασκευή, που διαμορφώνεται και αναδιαπραγματεύεται μέσα σε σχέσεις εξουσίας. Η σύγχρονη θεωρία διακρίνει επιπλέον την ταυτότητα φύλου, δηλαδή τη βιωμένη αίσθηση του έμφυλου εαυτού, την έκφραση φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Οι διακρίσεις αυτές υπονομεύουν τις ουσιοκρατικές αντιλήψεις που παρουσιάζουν τις έμφυλες κατηγορίες ως φυσικά δεδομένες.


Η έννοια έχει μακρά θεωρητική προϊστορία. Το 1949 η Simone de Beauvoir [Σιμόν ντε Μπωβουάρ] διατύπωσε στο Le Deuxième Sexe [Το δεύτερο φύλο] τη θέση «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι» [«On ne naît pas femme : on le devient»]. Τον όρο gender, με τη σημασία του κοινωνικού ρόλου, εισήγαγε το 1955 ο ψυχολόγος και σεξολόγος John Money [Τζων Μάνεϋ]. Ο ψυχαναλυτής Robert Stoller [Ρόμπερτ Στόλλερ] τον συνέδεσε με την ταυτότητα φύλου (1968), και η κοινωνιολόγος Ann Oakley [Ανν Όουκλεϋ] τον καθιέρωσε στις κοινωνικές επιστήμες με το Sex, Gender and Society [Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και κοινωνία] (1972). Το δεύτερο φεμινιστικό κύμα (δεκαετίες 1960-1970) μετέτρεψε τη διάκριση βιολογικού και κοινωνικού φύλου σε πολιτικό εργαλείο. Το 1986 η ιστορικός Joan W. Scott [Τζόαν Σκοτ] πρότεινε το κοινωνικό φύλο ως αναλυτική κατηγορία των σχέσεων εξουσίας. Τη δεκαετία του 1990 το Judith Butler [Τζούντιθ Μπάτλερ] αμφισβήτησε την ίδια τη διάκριση. Στο Gender Trouble [Αναταραχή φύλου] (1990) υποστήριξε ότι το έμφυλο υποκείμενο δεν προϋπάρχει των εκφράσεών του· συγκροτείται μέσα από την επανάληψη πολιτισμικά ρυθμισμένων πράξεων, χειρονομιών και λόγων. Η θεωρία της επιτελεστικότητας του φύλου [gender performativity] αποτέλεσε θεμέλιο της κουήρ θεωρίας.


Η σκέψη του Butler συνδέεται άμεσα με το θέατρο. Στο δοκίμιο «Performative Acts and Gender Constitution» [«Επιτελεστικές πράξεις και συγκρότηση του φύλου»] (1988), δημοσιευμένο στο Theatre Journal, αξιοποίησε τη θεατρική μεταφορά του ρόλου και του σεναρίου για να περιγράψει το φύλο ως ενσώματη, επαναλαμβανόμενη επιτέλεση. Στο Bodies That Matter [Σώματα με σημασία] (1993) διευκρίνισε ότι η επιτελεστικότητα δεν ταυτίζεται με την εκούσια θεατρική επιτέλεση: το φύλο είναι νόρμα που προηγείται του υποκειμένου, όχι ρόλος που επιλέγεται ελεύθερα. Την ίδια περίοδο, οι παραστασιακές σπουδές και η φεμινιστική θεατρική κριτική, με τη Sue-Ellen Case [Σου-Έλλεν Κέις], την Jill Dolan [Τζιλ Ντόλαν] και την Peggy Phelan [Πέγκυ Φήλαν], εξέτασαν τον δραματικό κανόνα, το βλέμμα του θεατή και της θεάτριας και την πολιτική της ορατότητας. Αφετηρία τους ήταν, μεταξύ άλλων, η θεωρία της Laura Mulvey [Λώρα Μάλβεϋ] για το ανδρικό βλέμμα [male gaze] (1975).


Η σκηνή αποτελεί προνομιακό πεδίο για την ανάδειξη του φύλου ως κατασκευής, αφού η ενσάρκωση ενός ρόλου από σώμα άλλου φύλου εκθέτει τους κώδικες της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας. Σε πολλές παραδόσεις, η ανδρική διανομή των γυναικείων ρόλων υπήρξε σύμβαση που απέρρεε από τον αποκλεισμό των γυναικών από τη σκηνή. Έτσι συνέβαινε στο αρχαίο δράμα, όπου οι υποκριτές ενσάρκωναν τις γυναικείες μορφές με το προσωπείο, και στο ελισαβετιανό θέατρο, με τους νεαρούς ηθοποιούς στους γυναικείους ρόλους. Το ίδιο ίσχυε στο Καμπούκι, με τους ονναγκάτα [onnagata], και στην όπερα του Πεκίνου, με τους ερμηνευτές ρόλων νταν [dan], όπως ο Μέι Λανφάνγκ [Mei Lanfang]. Αντίστροφα, στην ιαπωνική επιθεώρηση Τακαραζούκα (1914) γυναίκες ερμηνεύτριες υποδύονται και τους ανδρικούς ρόλους. Από τον 18ο αιώνα, γυναίκες πρωταγωνίστριες επέλεξαν συνειδητά ανδρικούς ρόλους, στο πλαίσιο της διαφυλικής διανομής [cross-gender casting]. Η Sarah Bernhardt [Σάρα Μπερνάρ] ερμήνευσε τον Άμλετ το 1899, συνεχίζοντας μια παράδοση που είχαν καλλιεργήσει η Sarah Siddons [Σάρα Σίντονς] και η Charlotte Cushman [Σάρλοτ Κάσμαν]. Στην Ελλάδα, η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου υποδύθηκε τον Άμλετ στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών τον Απρίλιο του 1900. Το μυθιστόρημα Orlando [Ορλάντο] (1928) της Virginia Woolf [Βιρτζίνια Γουλφ], όπου ο ήρωας μεταμορφώνεται σε γυναίκα στη διάρκεια τεσσάρων αιώνων, γνώρισε πολλές σκηνικές διασκευές, όπως του Robert Wilson [Ρόμπερτ Ουίλσον] (1989).


Στην όπερα, οι ρόλοι σκελέας [breeches roles, rôles travestis] ανατίθενται σε γυναικείες φωνές, συνήθως μεσοφώνους, και ενσαρκώνουν νεαρούς άνδρες ή εφήβους. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι:

  • ο Κερουμπίνο στους Γάμους του Φίγκαρο [Le nozze di Figaro] (1786) του Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ]·
  • ο Νικλάους στα Παραμύθια του Χόφμαν [Les contes d'Hoffmann] (1881) του Jacques Offenbach [Ζακ Όφφενμπαχ]·
  • ο Οκταβιανός στον Ιππότη με το ρόδο [Der Rosenkavalier] (1911) του Richard Strauss [Ρίχαρντ Στράους].

Ο Ορφέας στο Orfeo ed Euridice [Ορφέας και Ευρυδίκη] (1762) του Christoph Willibald Gluck [Κρίστοφ Βίλλιμπαλντ Γκλουκ] γράφτηκε αρχικά για καστράτο και εν συνεχεία ανατέθηκε σε γυναικεία φωνή με τη διασκευή του Hector Berlioz [Εκτόρ Μπερλιόζ] για την Pauline Viardot [Πωλίν Βιαρντό] (1859). Στο σύγχρονο μουσικό θέατρο, το ροκ μιούζικαλ Hedwig and the Angry Inch [Η Χέντβιχ και η αναθεματισμένη ίντσα] (1998) των John Cameron Mitchell [Τζων Κάμερον Μίτσελ] και Stephen Trask [Στήβεν Τρασκ] πραγματεύεται την έμφυλη ρευστότητα και την κατασκευή της ταυτότητας. Στην κουήρ όπερα As One [Σαν ένα] (2014) των Laura Kaminsky [Λώρα Καμίνσκυ], Mark Campbell [Μαρκ Κάμπμπελ] και Kimberly Reed [Κίμπερλυ Ρηντ], μια μεσόφωνος και ένας βαρύτονος ενσαρκώνουν την ίδια τρανς γυναίκα σε διαφορετικές φάσεις της ζωής της.


Στον χορό, η κλασσική τεχνική κωδικοποίησε αυστηρά τις έμφυλες λειτουργίες: η μπαλαρίνα χορεύει στις πουέντ, ο παρτενέρ της την ανυψώνει και τη στηρίζει. Γι' αυτό η αμφισβήτηση του κοινωνικού φύλου αγγίζει εδώ την ίδια την κινητική γλώσσα. Οι Les Ballets Trockadero de Monte Carlo [Μπαλέτα Τροκαντερό του Μόντε Κάρλο] (1974) παρωδούν το κλασσικό ρεπερτόριο με ανδρικό θίασο σε πουέντ. Το Ballet22 [Μπαλέτο 22] (2020) παρουσιάζει άνδρες, τρανς και μη δυαδικούς χορευτές και χορεύτριες σε πουέντ, χωρίς παρωδιακή πρόθεση. Στη Λίμνη των κύκνων [Swan Lake] (1995) του Matthew Bourne [Μάθιου Μπορν], οι κύκνοι ερμηνεύονται από άνδρες χορευτές, και η εικόνα του εύθραυστου θηλυκού κύκνου δίνει τη θέση της σε μια ρωμαλέα και αμφίσημη αρρενωπότητα. Στην ελληνική σκηνή, η Πρώτη ύλη (2012) του Δημήτρη Παπαϊωάννου [Dimitris Papaioannou], ντουέτο ενός ενδεδυμένου και ενός γυμνού ανδρικού σώματος, διερευνά την αρρενωπότητα από κουήρ οπτική.


Στα λαϊκά θεάματα, η παρενδυσία συνδέθηκε με την κωμωδία, τη σάτιρα και την ερωτική πρόκληση. Το 1868 η Lydia Thompson [Λύντια Τόμσον] και ο θίασός της, οι British Blondes [Βρεττανίδες Ξανθές], παρουσίασαν στη Νέα Υόρκη το μπουρλέσκ Ixion [Ιξίων] του Francis C. Burnand [Φράνσις Μπέρναντ]. Γυναίκες με κολάν ερμήνευαν τους ανδρικούς ρόλους, και η ίδια η Thompson τον ομώνυμο ρόλο, σατιρίζοντας την έμφυλη κανονικότητα της βικτωριανής κοινωνίας. Στο μιούζικ χωλ και στο βωντβίλ διέπρεψαν μιμητές γυναικών και μιμήτριες ανδρών, πρόδρομοι της σύγχρονης ντραγκ κουλτούρας. Στο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, καμπαρέ και νυχτερινά κέντρα, όπως το Eldorado [Ελντοράντο], έγιναν εστίες μιας ορατής κουήρ κουλτούρας με την παρενδυσία στο κέντρο του θεάματος. Την παράδοση αυτή ανασυνθέτει σήμερα η Madame Le Pustra [Μαντάμ Λε Πούστρα] με το Kabarett der Namenlosen [Καμπαρέ των Ανωνύμων]. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1930, ο μεταμορφωτής Ζαζάς (Ανδρέας Παπανικολάου) έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στο βαριετέ και ιδίως στην «Μάντρα» του Αττίκ με τους γυναικείους τύπους που υποδυόταν.


Στις εικαστικές τέχνες και στην τέχνη της επιτέλεσης, το κοινωνικό φύλο αναδείχθηκε σε κεντρικό αντικείμενο διερεύνησης. Ο Marcel Duchamp [Μαρσέλ Ντυσάν] επινόησε τη γυναικεία περσόνα Rrose Sélavy [Ρρόζ Σελαβύ], την οποία αποτύπωσε φωτογραφικά ο Man Ray [Μαν Ραίη] (περ. 1920-1921). Η Cindy Sherman [Σίντυ Σέρμαν], στη σειρά Untitled Film Stills [Άτιτλα κινηματογραφικά στιγμιότυπα] (1977-1980), υποδύθηκε στερεότυπους γυναικείους τύπους του κινηματογράφου και ανέδειξε τη θηλυκότητα ως σύστημα αναπαραστατικών κωδίκων. Η Barbara Kruger [Μπάρμπαρα Κρούγκερ], με το Untitled (Your body is a battleground) [Χωρίς τίτλο (Το σώμα σου είναι πεδίο μάχης)] (1989), συνέδεσε το γυναικείο σώμα με τη διαμάχη για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα. Στη σκηνή, το Untitled Feminist Show [Άτιτλο φεμινιστικό θέαμα] (2012) της Young Jean Lee [Γιανγκ Τζην Λη] παρουσίασε έξι γυμνές επιτελέστριες και επιτελεστές διαφορετικών έμφυλων ταυτοτήτων, σε μια σχεδόν βουβή σύνθεση χορού, μιμικής και καμπαρέ. Στη δημοφιλή μουσική, το «Walk on the Wild Side» [«Περπάτα στην άγρια πλευρά»] (1972) του Lou Reed [Λου Ρηντ] έφερε στο ευρύ κοινό τις τρανς μορφές του περιβάλλοντος του Andy Warhol [Άντυ Γουώρχολ]. Η εμφάνιση της Marija Šerifović [Μαρίγια Σέριφοβιτς] με ανδρικό κοστούμι στον διαγωνισμό της Eurovision (2007) αμφισβήτησε τις καθιερωμένες νόρμες θηλυκής θεαματικότητας.


Μέσα από τις πρακτικές αυτές, οι παραστατικές τέχνες λειτουργούν ως ενεργοί μηχανισμοί παραγωγής και αναθεώρησης της έμφυλης υποκειμενικότητας. Η σκηνή καθίσταται τόπος ενσώματης κριτικής, όπου το φύλο εμφανίζεται ως μεταβλητή και διαρκώς επαναδιαπραγματεύσιμη ταυτότητα.

Αγγλικά
gender
Γαλλικά
genre, le; sexe social, le
Γερμανικά
soziales Geschlecht, das
Ιταλικά
genere, il

Σχετικοί όροι

φεμινιστικό θέατρο, κουήρ δραματουργία, γυναικεία δραματουργία, καμπ, σωματική τέχνη, κοινωνική αναγνώριση ταυτότητας, ντραγκ-κουήν, ντραγκ-κινγκ, ντραγκ-σόου

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο
• Υβριδικά είδη [εικαστικές, ψηφιακές, πολυμεσικές και άλλες εκφάνσεις]
• Παραθεατρικά είδη / λαϊκή και νεανική κουλτούρα

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«[...] Το σώμα μας είμαστε εμείς: ωστόσο είμαστε και κάτι παραπάνω από το σώμα μας. Στα πρώτα χρόνια του «δεύτερου κύματος» του φεμινισμού στη Δύση, η σωματοποίηση έγινε σιωπηρά παραδεκτή στη δράση ομάδων υγείας της γυναίκας και σε εκστρατείες για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα. Ταυτόχρονα όμως το σώμα δεν κατάφερνε να εισαχθεί στη θεωρητική μας συζήτηση. Κεντρικό ζήτημα στη θεωρητική συζήτηση εκείνης της εποχής ήταν η διάκριση ανάμεσα στο «βιολογικό φύλο» (το οποίο περιγράφει ανατομικά τη διάκριση αρρένων και θηλέων) και το «κοινωνικό φύλο» (τις διαδικασίες μέσω των οποίων κάποια ή κάποιος γίνεται «γυναίκα» ή «άνδρας»). Παρόλο που πρόσφατα φεμινιστικά κείμενα έχουν την τάση να επικρίνουν αυτή την απλή αντίθεση, το φάντασμα της βιολογίας εξακολουθεί να μας κατατρύχει: το βιολογικό φύλο, το βιολογικό σώμα, παραμένουν προβληματικές έννοιες για τη φεμινιστική θεωρία. [...]»

Η βιολόγος Lynda Birke [Λίντα Μπερκ] ανατρέχει στη διάκριση βιολογικού και κοινωνικού φύλου, θεμέλιο της θεωρίας του δεύτερου φεμινιστικού κύματος, και επισημαίνει ότι η διάκριση αυτή άφησε το σώμα έξω από τον θεωρητικό στοχασμό. Η εναρκτήρια φράση απηχεί τον τίτλο του εμβληματικού εγχειριδίου Our Bodies, Ourselves [Τα σώματά μας, ο εαυτός μας] της Boston Women's Health Book Collective, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Για τις παραστατικές τέχνες, όπου το σώμα είναι το πρωταρχικό εκφραστικό μέσο, το ερώτημα έχει ιδιαίτερο βάρος: η σκηνή φέρνει στο φως ακριβώς τη σχέση ανάμεσα στην υλικότητα του σώματος και στις έμφυλες αναπαραστάσεις του.

Birke, L. (2004) [1999]. Σώμα και βιολογία. Στο Δ. Μακρυνιώτη (Επιμ.), Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις (σ. 149). Αθήνα: Νήσος.

Quote Icon

«[...] Αν “είναι” κάποιος γυναίκα, σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό· ο όρος αποτυγχάνει να είναι εξαντλητικός, όχι επειδή ένα προ φύλου “πρόσωπο” υπερβαίνει τα συγκεκριμένα συμπαρομαρτούντα του φύλου του, αλλά επειδή το φύλο δεν συγκροτείται πάντοτε με συνέπεια ή συνοχή σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια, αλλά και επειδή τέμνεται με φυλετικές, ταξικές, εθνοτικές, σεξουαλικές και τοπικές παραλλαγές λογοθετικά συγκροτημένων ταυτοτήτων. Ως αποτέλεσμα, γίνεται αδύνατο να χωριστεί το “φύλο” από τις πολιτικές και πολιτισμικές διασταυρώσεις στις οποίες σταθερά παράγεται και συντηρείται. [...]»

Το Judith Butler υποστηρίζει ότι το κοινωνικό φύλο, που στην ελληνική μετάφραση αποδίδεται απλώς ως «φύλο» [gender], δεν συγκροτείται με συνοχή σε όλα τα ιστορικά πλαίσια και διασταυρώνεται με τη φυλή, την τάξη, την εθνότητα και τη σεξουαλικότητα. Η θέση αυτή υπονομεύει την ιδέα μιας ενιαίας κατηγορίας «γυναίκα» ως θεμελίου της φεμινιστικής πολιτικής και συνομιλεί με την έννοια της διαθεματικότητας [intersectionality], την οποία είχε διατυπώσει η Kimberlé Crenshaw [Κίμπερλυ Κρένσω] το 1989. Με την αποσταθεροποίηση του έμφυλου υποκειμένου, το εναρκτήριο κεφάλαιο της Αναταραχής φύλου [Gender Trouble] προετοιμάζει τη θεωρία της επιτελεστικότητας που αναπτύσσεται στη συνέχεια του βιβλίου.

Butler, J. (2009) [1990]. Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας (Καράμπελας, Γ., Μετ.). Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ. 28.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Προωθητικό βίντεο της παράστασης Orlando [Ορλάντο] του ουγγρικού θιάσου Trojka [Τρόικα] (σκηνοθεσία: Attila…

Η βαρκαρόλα "Belle nuit, ô nuit d'amour" ["Ωραία νύχτα, ω νύχτα του έρωτα"] από τα

Προωθητικό βίντεο για την αναβίωση (2018) της Λίμνης των κύκνων [Swan Lake] του…

"To Know" ["Να γνωρίζω"] από την όπερα δωματίου As One [Σαν ένα] των…

"Heut' Nacht in Peru" ["Απόψε στο Περού"], με τη Madame Le Pustra [Μαντάμ Λε Πούστρα]…

"Walk on the Wild Side" ["Περπάτα στην άγρια πλευρά"] του Lou Reed [Λου Ρηντ], από…

Η Marija Šerifović [Μαρίγια Σέριφοβιτς] ερμηνεύει το "Molitva" ["Προσευχή"] στον τελικό της Eurovision (Ελσίνκι, 12…

"gender" ["Φύλο"], από τον δίσκο Η μέση (2015) του αθηναϊκού κουήρ μουσικού σχήματος another dyke.…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Η Charlotte Cushman [Σάρλοτ Κάσμαν] ως Ρωμαίος και η αδελφή της Susan Cushman [Σούζαν Κάσμαν]…

Η Lydia Thompson [Λύντια Τόμσον] ως Ιξίων, στο ομώνυμο μπουρλέσκ του Francis C. Burnand [Φράνσις…

Η Sarah Bernhardt [Σάρα Μπερνάρ] ως Άμλετ (1899), στην παράσταση που έκανε πρεμιέρα στο Théâtre…

Η Ευαγγελία Παρασκευοπούλου στον ρόλο του Άμλετ, στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών (22 Απριλίου 1900). Έναν…

Marcel Duchamp as Rrose Sélavy [Ο Μαρσέλ Ντυσάν ως Ρρόζ Σελαβύ], φωτογραφία του…

Ο μεταμορφωτής Ζαζάς (Ανδρέας Παπανικολάου, 1909-1974) σε μία από τις γυναικείες μεταμορφώσεις του. Πανύψηλος και…

Untitled Film Still #21 [Άτιτλο κινηματογραφικό στιγμιότυπο #21] της Cindy Sherman [Σίντυ Σέρμαν]…

Untitled (Your body is a battleground) [Χωρίς τίτλο (Το σώμα σου είναι πεδίο μάχης)

βασική

Beauvoir, S. de (2009) [1949]. Το δεύτερο φύλο (Κωνσταντίνου, Τ., Μετ.). Αθήνα: Μεταίχμιο.

Blackmer, C. E. & Smith, P. J. (Eds.). (1995). En Travesti: Women, Gender Subversion, Opera. New York: Columbia University Press.

Bourdieu, P. (2007) [1998]. Η ανδρική κυριαρχία (Γιαννοπούλου, Ε., Μετ.). Αθήνα: Πατάκης.

Butler, J. (1988). Performative Acts and Gender Constitution: An Essay in Phenomenology and Feminist Theory. Theatre Journal, 40(4), 519–531.

Butler, J. (1993). Bodies That Matter: On the Discursive Limits of "Sex". New York/London: Routledge.

Butler, J. (2009) [1990]. Αναταραχή φύλου: Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας (Καράμπελας, Γ., Μετ.). Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Case, S.-E. (1988). Feminism and Theatre. London: Macmillan.

Connell, R. W. (2006) [2002]. Το κοινωνικό φύλο (Κοτσυφού, Ε., Μετ.). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Dolan, J. (1988). The Feminist Spectator as Critic. Ann Arbor: UMI Research Press.

Evans, M. (2004) [2003]. Φύλο και κοινωνική θεωρία (Κιουπκιολής, Α., Μετ.). Αθήνα: Μεταίχμιο.

Fausto-Sterling, A. (2000). Sexing the Body: Gender Politics and the Construction of Sexuality. New York: Basic Books.

Ferris, L. (Ed.). (1993). Crossing the Stage: Controversies on Cross-Dressing. London/New York: Routledge.

Mulvey, L. (1975). Visual Pleasure and Narrative Cinema. Screen, 16(3), 6–18.

Oakley, A. (1972). Sex, Gender and Society. London: Temple Smith.

Phelan, P. (1993). Unmarked: The Politics of Performance. London/New York: Routledge.

Sampatakakis, G. (2006). Biology is not Destiny: Mask and Gender Construction in Greek Theatre. focus, [τεύχος προς έλεγχο], 99–107.

Sampatakakis, G. (2016). Déconstruire la normalité. Esthétiques post-traditionnelles en Grèce. Théâtre/Public, 222, 80–86. doi.org...

Scott, J. W. (1986). Gender: A Useful Category of Historical Analysis. The American Historical Review, 91(5), 1053–1075.

Senelick, L. (2000). The Changing Room: Sex, Drag and Theatre. London/New York: Routledge.

Stoller, R. J. (1968). Sex and Gender: On the Development of Masculinity and Femininity. New York: Science House.

Stryker, S. (2008). Transgender History. Berkeley: Seal Press.

West, C. & Zimmerman, D. H. (1987). Doing Gender. Gender & Society, 1(2), 125–151.

Αθανασίου, Α. (Επιμ.). (2006). Φεμινιστική θεωρία και πολιτισμική κριτική. Αθήνα: Νήσος.

Γκότση, Γ. (2013). Πολιτική του σώματος και φεμινισμός: Ο ρόλος της γυναικείας performance τη δεκαετία του '70. Στο Α. Αυγητίδου & Ι. Βαμβακίδου (Επιμ.), Performance now v. 1: Επιτελεστικές πρακτικές στην τέχνη και δράσεις in situ (σσ. 71–88). Αθήνα: Ίων.

Διαμαντάκου, Κ. (2020, Φεβρουάριος). Παίζοντας (με) τη γυναίκα. Η σύμβαση της ανδρικής διανομής στο αρχαίο δράμα, από την ελληνική αρχαιότητα μέχρι σήμερα [Μέρος Α΄]. Χάρτης, 14. www.hartismag.gr...

Διαμαντάκου, Κ. (2020, Μάρτιος). Παίζοντας (με) τη γυναίκα. Η σύμβαση της ανδρικής διανομής στο αρχαίο δράμα, από την ελληνική αρχαιότητα μέχρι σήμερα [Μέρος Β΄]. Χάρτης, 15. www.hartismag.gr...

Κογκίδου, Δ. & Πολίτης, Φ. (2006). Η εννοιολόγηση του φύλου στη φεμινιστική σκέψη: Από το δίπολο βιολογικό-κοινωνικό φύλο στην απαρχή του τρίτου φεμινιστικού κύματος [Προλογικό σημείωμα]. Στο R. W. Connell, Το κοινωνικό φύλο (σσ. [προς έλεγχο]). Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Πατσαλίδης, Σ. (2011). Από το κέντρο του τραγικού στο έκκεντρο του μεταμοντέρνου: Μετακομίσεις γυναικών και ρόλων. Στο Θ. Γραμματάς & Γ. Παπαδόπουλος (Επιμ.), Τραγικό και τραγωδία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης (σσ. 257–291). Αθήνα: Διάδραση.

Πεφάνης, Γ. Π. (2013). Παραστάσεις της έμφυλης ετερότητας στο θέατρο. Το κοινωνικό φύλο και οι περιπέτειες της φεμινιστικής σκέψης. Στο Φαντάσματα του θεάτρου. Σκηνές της θεωρίας ΙΙΙ (σσ. 305–337). Αθήνα: Παπαζήσης.

συμπληρωματική

Goldberg, R. (2001). Performance Art: From Futurism to the Present (Rev. ed.). London: Thames & Hudson.

Goodman, L. & de Gay, J. (Eds.). (1998). The Routledge Reader in Gender and Performance. London/New York: Routledge.

Turner, P. J. (1998) [1995]. Βιολογικό φύλο, κοινωνικό φύλο και ταυτότητα του Εγώ (Γαλανάκη, Ε., Μετ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Αυγητίδου, Α. (2023). Εισαγωγή στην πράξη της περφόρμανς στις εικαστικές τέχνες. Αθήνα: Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. dx.doi.org...

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. κοινωνικό φύλο. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/κοινωνικό-φύλο

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «κοινωνικό φύλο». Ανακτήθηκε 30 September 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/κοινωνικό-φύλο.

MLA

«κοινωνικό φύλο». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 30 September 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/κοινωνικό-φύλο.

1326