Στην πολυφωνική μουσική του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, η φωνή του bassus ήταν η θεμελιώδης, η χαμηλότερη γραμμή πάνω στην οποία στηριζόταν η αρμονία. Στις πρώτες όπερες του 17ου αιώνα, ο ρόλος του βαθυφώνου [μπάσου] ήταν περιορισμένος, συνήθως σε θεότητες (Πλούτων και Χάρων στον Ορφέα [L'Orfeo] του Claudio Monteverdi [Κλάουντιο Μοντεβέρντι]) ή σε κωμικούς υπηρέτες. Τον 18ο αιώνα, στην όπερα σέρια του Georg Friedrich Händel [Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ], ο βαθύφωνος αποκτά μεγαλύτερη σημασία, ενσαρκώνοντας δευτερεύοντες αλλά κρίσιμους ρόλους βασιλέων και στρατηγών. Παράλληλα, στην όπερα μπούφα, καθιερώνεται στον τύπο του ηλικιωμένου, κωμικού χαρακτήρα (π.χ. Δον Βασίλειος στον Κουρέα της Σεβίλλης [Il barbiere di Siviglia] του Giovanni Paisiello [Τζοβάννι Παιζιέλλο]), ενώ ο Wolfgang Amadeus Mozart [Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ] τού εμπιστεύεται τόσο κωμικούς (π.χ. τον Οζμίν στην Αρπαγή από το Σεράι [Die Entführung aus dem Serail]) όσο και εμβληματικούς ρόλους μείζονος ηθικού βάρους (Ζαράστρο στον Μαγικό Αυλό [Die Zauberflöte], Διοικητής στον Δον Τζοβάννι [Don Giovanni]).
Με την άνοδο του ρομαντισμού και την καθιέρωση του βαρυτόνου, ο ρόλος του βαθυφώνου εξειδικεύεται. Στη δραματική όπερα, ο βαθύφωνος ενσαρκώνει χαρακτήρες που εκφράζουν εξουσία (ο Φαραώ στην Αΐντα [Aida] του Giuseppe Verdi [Τζουζέππε Βέρντι]) και σοφία (Gurnemanz στον Πάρσιφαλ [Parsifal] του Richard Wagner [Ρίχαρντ Βάγκνερ]). Αντιθέτως, στην κωμική όπερα, συχνά υποδύεται ηλικιωμένους ή αρνητικά φορτισμένους χαρακτήρες, όπως ο Δον Πασκουάλε στην ομίτιτλη όπερα του Gaetano Donizetti [Γκαετάνο Ντονιτζέττι].
Η γενική κατηγορία του βαθυφώνου περιλαμβάνει πολλές υποκατηγορίες, σύμφωνα με το γερμανικό σύστημα κατηγοριοποίησης των φωνών [Stimmfächer]:
- Λυρικός βαθύφωνος [Basso cantante / Hoher Bass]: Υψηλός βαθύφωνος, συχνά συμπίπτει με τον μπασο-βαρύτονο. Διακρίνεται σε λυρικό (Φίγκαρο, Οι γάμοι του Φίγκαρο [Le nozze di Figaro] του Mozart) και δραματικό (Ολλανδός στον Ιπτάμενο Ολλανδό [Der fliegende Holländer] του Wagner).
- Κωμικός βαθύφωνος [Spielbass / Schwerer Spielbass]: Χαρακτηρίζεται από ευλυγισία και κωμική διάθεση (Δον Βασίλειος, στον Κουρέα της Σεβίλλης [Il barbiere di Siviglia] του Rossini).
- Χαμηλός βαθύφωνος [Basso profondo / Schwarzer Bass]: Η πιο βαθιά, σκοτεινή και επιβλητική φωνή, για ρόλους μεγάλης σοβαρότητας και ηθικού αναστήματος (Ο Μέγας Ιεροεξεταστής στον Δον Κάρλο [Don Carlo] του Verdi, o Ποιμήν, αλλά ενίοτε και ο ίδιος ο Μπορίς στον Μπορίς Γκοντουνώφ του Μοντέστ Μουσόργκσκι [Modest Mussorgsky], Κολλίνος στους Μποέμ [La Bohème] του Giacomo Puccini [Τζάκομο Πουτσίνι]).
Τα όρια μεταξύ αυτών των κατηγοριών παραμένουν ρευστά, με την ανάθεση των ρόλων να εξαρτάται από τις δυνατότητες του κάθε ερμηνευτή, την υπόλοιπη διανομή και τις σκηνοθετικές επιλογές.
Στους μείζονες διεθνείς εκπροσώπους της κατηγορίας του βαθυφώνου συγκαταλέγονται μορφές που σφράγισαν την οπερατική σκηνή του 20ού αιώνα. Στη ρωσική παράδοση, ο Φιοντόρ Σαλιάπιν [Feodor Chaliapin] (1873-1938) αναδείχθηκε σε μυθική φυσιογνωμία της κατηγορίας, με εμβληματική ερμηνεία του Μπορίς Γκοντουνώφ [Boris Godunov] του Μοντέστ Μουσόργκσκι [Modest Mussorgsky], ενώ στη μεταπολεμική περίοδο ο Mark Reizen [Μαρκ Ράιζεν] και ο Γιεβγκένι Νεστερένκο [Yevgeny Nesterenko] συνέχισαν τη σχολή του χαμηλού βαθυφώνου [basso profondo]. Στην ιταλική παράδοση, ο Ezio Pinza [Έτσιο Πίντσα] διακρίθηκε στους ρόλους του Mozart και του Verdi στη Metropolitan Opera, ενώ ο Cesare Siepi [Τσέζαρε Σιέπι] καθιερώθηκε ως ο κορυφαίος Δον Τζοβάννι της εποχής του και ο Νικολάι Γκιαούροφ [Nicolai Ghiaurov], βουλγαρικής καταγωγής, εδραιώθηκε ως εμβληματικός Φίλιππος Β΄ στον Δον Κάρλο του Verdi και Μεφιστοφελής στον Φάουστ του Charles Gounod [Σαρλ Γκουνώ]. Στη γερμανόφωνη σκηνή, ο Hans Hotter [Χανς Χόττερ] και ο Kurt Moll [Κουρτ Μολλ] κυριάρχησαν στο βαγκνερικό και μοτσαρτίστικο ρεπερτόριο, ενώ ο Martti Talvela [Μάρττι Τάλβελα], φινλανδικής καταγωγής, εντυπωσίασε με τον όγκο και τη σκοτεινή χροιά της φωνής του στους ρόλους του Sarastro και του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Στην αμερικανική σκηνή, ο Samuel Ramey [Σάμιουελ Ράμεϋ] αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πλέον ευέλικτους και πολυηχογραφημένους βαθυφώνους της γενιάς του, με κορυφαίες ερμηνείες στους ρόλους του Μεφιστοφελή (σε Gounod και Boito), του Αττίλα του Verdi και του Nick Shadow στον The Rake's Progress του Ιγκόρ Στραβίνσκι [Igor Stravinsky]. Από τη σύγχρονη γενιά, ο René Pape [Ρενέ Πάπε], ο Ferruccio Furlanetto [Φερρούτσιο Φουρλανέττο] και ο Ιλντάρ Αμπντραζάκοφ [Ildar Abdrazakov] συνέχισαν την ανανέωση της κατηγορίας στις διεθνείς σκηνές, καλύπτοντας ευρύ φάσμα ρόλων από τον Mozart και τον Verdi έως τον Wagner και τη ρωσική όπερα.
Από ελληνικής πλευράς στους διακεκριμένους βαθυφώνους με διεθνή σταδιοδρομία συγκαταλέγονται οι Νίκος Ζαχαρίου [Nicola Zaccaria], ο Φραγκίσκος Βουτσίνος [Frangiskos Voutsinos] και ο νεότερος Χριστόφορος Σταμπόγλης [Christophoros Stamboglis].
Πέρα από το μουσικό θέατρο, η φωνή του βαθυφώνου έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα σε όλα τα είδη της σύγχρονης μουσικής, προσδίδοντας κύρος, συναίσθημα και μια χαρακτηριστική «γήινη» ποιότητα. Στη σόουλ και την RnB ξεχώρισε η βελούδινη, αισθησιακή φωνή του Barry White [Μπάρρυ Ουάιτ]. Στη ροκ και την κάντρυ, εμβληματικές βαθιές φωνές όπως αυτές του Johnny Cash [Τζώννυ Κας] και του Leonard Cohen [Λέοναρντ Κόεν] μετέτρεψαν το τραγούδι σε μια μορφή εξομολογητικής αφήγησης. Στον ελληνικό χώρο, χαρακτηριστική είναι η βραχνή φωνή του λαϊκού τραγουδιστή Βασίλη Καρρά, ενώ στην παραδοσιακή μουσική, η βαθιά, αφηγηματική φωνή του Λάκη Χαλκιά αποτελεί σημαντικό μέρος της ηπειρώτικης παράδοσης.