Ο όρος αποτελεί μεταφραστικό δάνειο του γαλλικού monstre sacré, το οποίο πρωτοεμφανίζεται στο λεξιλόγιο των παραστατικών τεχνών στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Η καθιέρωσή του συχνά αποδίδεται στον πολυσχιδή δημιουργό Jean Cocteau [Ζαν Κοκτώ], ο οποίος φέρεται να τον χρησιμοποίησε για να περιγράψει την ηθοποιό Sarah Bernhardt [Σάρα Μπερνάρ], το υπέρτατο πρόσωπο-σύμβολο του γαλλικού θεάτρου της μπελ-επόκ. Στη συνέχεια, ο Cocteau χρησιμοποίησε τη φράση ως τίτλο στο ομώνυμο θεατρικό του έργο Les Monstres Sacrés [Τα ιερά τέρατα, 1939]. Η έκφραση, ωστόσο, ενδέχεται να είχε προγενέστερη ή παράλληλη χρήση στον προφορικό λόγο των καλλιτεχνικών κύκλων. Ιστορικά, εκκινεί από τον χώρο του θεάτρου, σταδιακά όμως η χρήση της επεκτάθηκε, υπερβαίνοντας τα αυστηρά όρια της δραματικής τέχνης και διεισδύοντας στον κινηματογράφο, στο κλασικό μπαλέτο, στον σύγχρονο χορό, καθώς και στην όπερα και τη μουσική.
Κατά τη χρήση του όρου συνυπάρχουν δύο φαινομενικά αντιφατικές συνδηλώσεις, οι οποίες συμπλέκονται αρμονικά για να περιγράψουν ένα εξαιρετικά σπάνιο καλλιτεχνικό φαινόμενο. Από τη μία πλευρά, το επίθετο «ιερό» υποδηλώνει τη λατρευτική, σχεδόν μεταφυσική θέση της προσωπικότητας στη συλλογική συνείδηση. Το κοινό και η κριτική τοποθετούν το συγκεκριμένο πρόσωπο σε ένα άτυπο βάθρο, αποδίδοντάς του χαρακτηριστικά μιας ανώτερης οντότητας που υπερβαίνει την κοινή θνητή μοίρα. Από την άλλη πλευρά, το ουσιαστικό «τέρας», σε πλήρη αντιστοιχία με τη λατινική του ρίζα monstrum που σήμαινε το θείο σημάδι ή τον οιωνό πριν καταλήξει να περιγράφει το αφύσικο, αναφέρεται σε ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά που αποκλίνουν έντονα από το κοινό ανθρώπινο μέτρο. Υπογραμμίζει την υπερβολή, την υπερφυσική διάσταση του ταλέντου, τη μοναδικότητα, συχνά δε και την απρόσιτη ή εξαιρετικά ιδιόρρυθμη φύση του/της καλλιτέχνη/ιδας.
Αυτός ο συνδυασμός αντίρροπων χαρακτηριστικών συνδέεται με την αίσθηση μίας υπερβατικής αίγλης, η οποία οδηγεί στην ειδωλοποίηση και τη μυθοποίηση του προσώπου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η ευλαβική αναγνώριση του ακλόνητου κύρους έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη παράβλεψη αντισυμβατικών ή και προβληματικών συμπεριφορών. Οι ιδιορρυθμίες, τα σκάνδαλα ή οι ακραίες απαιτήσεις συγχωρούνται ακριβώς επειδή αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστο μέρος της «τερατώδους» ιδιοφυΐας. Παράλληλα, η έννοια του ιερού τέρατος εγείρει το ζήτημα του ψυχολογικού κόστους για τον ίδιο τον δημιουργό. Η ταύτιση με τον μύθο μπορεί να αποβεί συντριπτική, καθώς το πρόσωπο οφείλει να ανταποκρίνεται διαρκώς στην εξιδανικευμένη εικόνα που έχει κατασκευάσει ο τύπος.
Με την πάροδο των δεκαετιών και την εδραίωση της μαζικής κουλτούρας, ο όρος διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής του αγκαλιάζοντας είδωλα της δημοφιλούς μουσικής και του κινηματογράφου. Η ροκ και η ποπ σκηνή ανέδειξαν προσωπικότητες που ενσαρκώνουν απόλυτα τη διττή φύση του monstre sacré. Καλλιτέχνες όπως ο David Bowie [Ντέιβιντ Μπόουι], ο Mick Jagger [Μικ Τζάγκερ] ή ο Prince [Πρινς] λατρεύτηκαν από τεράστια ακροατήρια, καλλιεργώντας ταυτόχρονα ακραία αντισυμβατικές, εκκεντρικές ή και ανατρεπτικές περσόνες. Στην περίπτωσή τους, η μυθοποίηση υπερβαίνει την αυστηρή τεχνική αρτιότητα, καθώς βασίζεται στην ικανότητά τους να λειτουργούν ως πολιτισμικά φαινόμενα που αναδιαμορφώνουν την αισθητική της εποχής τους.
Συνολικά, ο χαρακτηρισμός διαδόθηκε πέραν των γαλλικών συνόρων μέσω του θεωρητικού και κριτικού λόγου, εντοπιζόμενος με ιδιαίτερη συχνότητα και στον ελληνικό Τύπο. Αποδίδεται σε κορυφαίες φυσιογνωμίες με ευρύτατη διεθνή ακτινοβολία και διαχρονική παρουσία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα από διάφορα πεδία των τεχνών αποτελούν η Μαρία Κάλλας [Maria Callas], η Κατίνα Παξινού [Katina Paxinou], ο Laurence Olivier [Λώρενς Ολίβιε], η Μελίνα Μερκούρη [Melina Mercouri], ο Μίκης Θεοδωράκης [Mikis Theodorakis], ο Μάνος Χατζιδάκις [Manos Hatzidakis], ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ [Gérard Depardieu], ο Luciano Pavarotti [Λουτσάνο Παβαρόττι], ο Ρουντόλφ Νουρέγιεφ [Rudolf Nureyev] και η Sylvie Guillem [Συλβί Γκυλλέμ].