Το βουλεβάρτο περιλαμβάνει έργα που ανήκουν σε διαφορετικά δραματικά είδη —δράματα, κωμωδίες, βωντβίλ, οπερέτες, μυθιστορηματικά δράματα— ψυχαγωγικά κυρίως, που βασίζονται σε μια εύπεπτη, ανάλαφρη πλοκή, η οποία εκτυλίσσεται κατά κανόνα σε αστικό περιβάλλον και περιστρέφεται γύρω από οικογενειακές σχέσεις, συζυγικές παρεξηγήσεις και ερωτικά τρίγωνα. Διακρίνεται σε κωμικό και δραματικό (ή σοβαρό) βουλεβάρτο.
Η δραματουργία του αξιοποιεί τεχνικές του ευποίητου έργου [pièce bien faite] και αντιμετωπίζει τις δραματικές καταστάσεις με ελαφρότητα, χιούμορ και ειρωνεία, εστιάζοντας συχνά στην εύθυμη ή ερωτικά άτακτη όψη της αστικής ζωής. Αντίστοιχα, το υποκριτικό ύφος του βουλεβάρτου απαιτεί κομψότητα, ζωντάνια, ρυθμική ακρίβεια και σκηνική γοητεία.
Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη «boulevard» [λεωφόρος], καθώς το είδος συνδέθηκε ιστορικά με τα θέατρα των παρισινών λεωφόρων του 19ου αιώνα, ιδίως της Boulevard du Temple, γνωστής και ως «Λεωφόρος του Εγκλήματος» λόγω των πολυάριθμων μελοδραμάτων που παρουσιάζονταν εκεί. Στα ιδιωτικά εμπορικά αυτά θέατρα διαμορφώθηκε η αισθητική του είδους κατά τον 19ο αιώνα. Προς τα τέλη του αιώνα αναπτύχθηκε το λεγόμενο «σοβαρό βουλεβάρτο», επηρεασμένο από τη γαλλική παράδοση της ψυχολογικής ανάλυσης χαρακτήρων και καταστάσεων. Παράλληλα, το ευρύ ρεπερτόριό του τροφοδότησε το ελαφρό μουσικό θέατρο, όπως την οπερέτα και τη μουσική κωμωδία.
Το βουλεβάρτο εδραιώθηκε πανευρωπαϊκά κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά την περίοδο της μπελ-επόκ [belle époque] έως περίπου τη δεκαετία του 1930. Ακολούθησε σχετική κάμψη, ενώ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επαναπροσδιορίστηκε, επηρεαζόμενο εν μέρει από νεότερες σκηνικές τάσεις, χωρίς ωστόσο να απολέσει τον εμπορικό και ψυχαγωγικό του χαρακτήρα.
Σημαντικοί εκπρόσωποι του είδους υπήρξαν οι Georges Feydeau [Ζωρζ Φεντώ], Eugène Labiche [Ευγένιος / Εζέν Λαμπίς], Henri Bernstein [Ανρί Μπερνσταίν] και Alfred Capus [Αλφρέντ Καπού], μεταξύ άλλων.
Στο ελληνικό θέατρο το βουλεβάρτο γνώρισε ακμή κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, συνδεόμενο με το σύστημα της βεντετοκρατίας και το ρεπερτόριο θιάσων όπως εκείνοι της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης. Οι παραστάσεις διακρίνονταν για τον κοσμοπολίτικο αέρα, τη σκηνική πολυτέλεια και την εμπορική τους απήχηση στο αστικό κοινό. Παράλληλα, το βουλεβάρτο επηρέασε σημαντικά την ελληνική ελαφρά κωμωδία, ενώ η θεματολογία και η εμπορική του λογική λειτούργησαν συμπληρωματικά προς την επιθεώρηση του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.
Κατά τον 20ό αιώνα πολλά έργα του βουλεβάρτου, λόγω της δημοφιλίας τους, μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, γεγονός που συνέβαλε στη διατήρηση της απήχησής τους στο ευρύ κοινό.