Thymele Logo
Search

βουλεβάρτο [ουσ. ουδ.]

Articles Icon 3
Videos Icon 4
Videos Icon 4
[1]

Ορισμός

Θεατρικό είδος με εμπορικό και ανάλαφρο χαρακτήρα, που αναπτύχθηκε στα θέατρα των κεντρικών λεωφόρων (βουλεβάρτων) του Παρισιού κατά τον 19ο αιώνα και απευθυνόταν στο ευρύ αστικό κοινό. Βασίζεται σε καλοδουλεμένη, μηχανικά οργανωμένη πλοκή με γρήγορο ρυθμό, παρεξηγήσεις, ερωτικές ίντριγκες και κωμικά απρόοπτα και στοχεύει στην άμεση ψυχαγωγία, με έμφαση στην τεχνική αρτιότητα και λιγότερο στον βαθύ θεωρητικό ή ιδεολογικό προβληματισμό, ενώ παράλληλα ασκεί ήπια σάτιρα στα ήθη της αστικής κοινωνίας.

Ανάπτυξη

Το βουλεβάρτο περιλαμβάνει έργα που ανήκουν σε διαφορετικά δραματικά είδη —δράματα, κωμωδίες, βωντβίλ, οπερέτες, μυθιστορηματικά δράματα— ψυχαγωγικά κυρίως, που βασίζονται σε μια εύπεπτη, ανάλαφρη πλοκή, η οποία εκτυλίσσεται κατά κανόνα σε αστικό περιβάλλον και περιστρέφεται γύρω από οικογενειακές σχέσεις, συζυγικές παρεξηγήσεις και ερωτικά τρίγωνα. Διακρίνεται σε κωμικό και δραματικό (ή σοβαρό) βουλεβάρτο.


Η δραματουργία του αξιοποιεί τεχνικές του ευποίητου έργου [pièce bien faite] και αντιμετωπίζει τις δραματικές καταστάσεις με ελαφρότητα, χιούμορ και ειρωνεία, εστιάζοντας συχνά στην εύθυμη ή ερωτικά άτακτη όψη της αστικής ζωής. Ο σκηνικός τόπος είναι κατά κανόνα το αστικό σαλόνι: εσωτερικό επιπλωμένο με ρεαλιστική πληρότητα, όπου η καθιστική διάταξη προσφέρει το πεδίο των διαλόγων και οι πολλαπλές θύρες, τα παραβάν και οι κρυψώνες παρέχουν τα μέσα της απόκρυψης και της αποκάλυψης. Το σκηνικό δεν λειτουργεί ως απλό περιβάλλον, αλλά ως δραματουργική μηχανή, καθώς η αρχιτεκτονική του καθορίζει τον ρυθμό των εισόδων και των εξόδων που συνθέτουν την πλοκή. Αντίστοιχα, το υποκριτικό ύφος του βουλεβάρτου απαιτεί κομψότητα, ζωντάνια, ρυθμική ακρίβεια και σκηνική γοητεία.


Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη «boulevard» [λεωφόρος], καθώς το είδος συνδέθηκε ιστορικά με τα θέατρα των παρισινών λεωφόρων του 19ου αιώνα, ιδίως της Boulevard du Temple, γνωστής και ως «Λεωφόρος του Εγκλήματος» λόγω των πολυάριθμων μελοδραμάτων που παρουσιάζονταν εκεί. Στα ιδιωτικά εμπορικά αυτά θέατρα διαμορφώθηκε η αισθητική του είδους κατά τον 19ο αιώνα. Προς τα τέλη του αιώνα αναπτύχθηκε το λεγόμενο «σοβαρό βουλεβάρτο», επηρεασμένο από τη γαλλική παράδοση της ψυχολογικής ανάλυσης χαρακτήρων και καταστάσεων. Παράλληλα, το ευρύ ρεπερτόριό του τροφοδότησε το ελαφρό μουσικό θέατρο, όπως την οπερέτα και τη μουσική κωμωδία.


Το βουλεβάρτο συνιστά είδος συνυφασμένο με ένα συγκεκριμένο σύστημα θεατρικής παραγωγής. Προϋποθέτει το ιδιωτικό θέατρο μεσαίας χωρητικότητας, το οποίο λειτουργεί με κριτήρια εισπρακτικής βιωσιμότητας και όχι επιχορήγηση, καθώς και τη μακρά συνεχή εκμετάλλευση μιας παραγωγής [série], που αντικαθιστά την εναλλαγή του ρεπερτορίου με την επανάληψη της ίδιας επιτυχίας για εκατοντάδες παραστάσεις. Κεντρική θέση κατέχει ο θεσμός του θεατρικού αστέρα: η αφίσα προβάλλει το όνομα του πρωταγωνιστή ή της πρωταγωνίστριας πάνω από τον τίτλο, οι ρόλοι γράφονται συχνά κατά μέτρο για συγκεκριμένους ερμηνευτές και ερμηνεύτριες και η προσέλευση του κοινού στηρίζεται στην αναγνωρισιμότητά τους.


Η γενεαλογία του είδους διαγράφεται μέσα από τρεις διαδοχικές γενιές δραματουργών. Στον 19ο αιώνα ο Eugène Labiche [Ευγένιος / Εζέν Λαμπίς] καθιέρωσε το βωντβίλ των αστικών ηθών και ο Georges Feydeau [Ζωρζ Φεντώ] οδήγησε τη μηχανική της παρεξήγησης στην ακρότατη τεχνική της τελείωση με τη φάρσα. Στο μεταίχμιο των αιώνων ο Alfred Capus [Αλφρέντ Καπύ] και ο Henri Bernstein [Ανρί Μπερνστάιν] διαμόρφωσαν το σοβαρό βουλεβάρτο, με έμφαση στην ψυχολογική ανατομία του πάθους. Στον μεσοπόλεμο ο Sacha Guitry [Σασά Γκιτρύ], ηθοποιός και συγγραφέας των έργων του, συνέδεσε το είδος με την προσωπική του σκηνική περσόνα, ενώ ο Marcel Achard [Μαρσέλ Ασάρ] εισήγαγε τον λυρικό τόνο. Μεταπολεμικά ο Jean Anouilh [Ζαν Ανούιγ] μετέγραψε τις συμβάσεις του βουλεβάρτου σε γλώσσα στοχαστική και πικρή, καθιστώντας τις μηχανισμό αυτοαναφορικού σχολιασμού της θεατρικής ψευδαίσθησης, όπως στο La répétition ou l'amour puni [Η πρόβα ή Η τιμωρία του έρωτα, 1950].


Το είδος εδραιώθηκε πανευρωπαϊκά κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση κατά την περίοδο της μπελ-επόκ [belle époque] έως περίπου τη δεκαετία του 1930. Στο ελληνικό θέατρο το βουλεβάρτο γνώρισε ακμή κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, συνδεόμενο με το φαινόμενο του βεντετισμού και το ρεπερτόριο θιάσων όπως εκείνοι της Μαρίκας Κοτοπούλη και της Κυβέλης. Οι παραστάσεις διακρίνονταν για τον κοσμοπολίτικο αέρα, τη σκηνική πολυτέλεια και την εμπορική τους απήχηση στο αστικό κοινό. Παράλληλα, το βουλεβάρτο επηρέασε σημαντικά την ελληνική ελαφρά κωμωδία, ενώ η θεματολογία και η εμπορική του λογική λειτούργησαν συμπληρωματικά προς την επιθεώρηση του πρώτου μισού του 20ού αιώνα.


Κατά τον 20ό αιώνα πολλά έργα του βουλεβάρτου μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, γεγονός που συνέβαλε στη διατήρηση της απήχησής τους. Χαρακτηριστική περίπτωση η γαλλική τηλεοπτική σειρά Au théâtre ce soir [Στο θέατρο απόψε, 1966-1985], που μετέδιδε ολόκληρες παραστάσεις των παρισινών ιδιωτικών θεάτρων με τα αυθεντικά σκηνικά τους.

Εναλλακτικές Εκδοχές

μπουλβάρ
Αγγλικά
boulevard theatre
Γαλλικά
théâtre de boulevard, le
Γερμανικά
Boulevardtheater, das
Ιταλικά
teatro di boulevard, il

Σχετικοί όροι

ευποίητο έργο, εμπορικό θέατρο, αστικό θέατρο, κουλτούρα σαλονιού, ρεαλιστική δραματουργία, κομεντί

Μη προτεινόμενοι όροι

καλοφτιαγμένο έργο

Πεδίο εφαρμογής

• Θέατρο
• Μουσική / μουσικό θέατρο

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Κειμενικά παραδείγματα

Quote Icon

«Ο Patrice Pavis κατατάσσει τις κωμωδίες του γαλλικού βουλεβάρτου στα «καλοφτιαγμένα έργα», που επιδιώκουν, με τα πικάντικα μοτίβα τους, να ψυχαγωγήσουν τον θεατή χωρίς ιδιαίτερες καλλιτεχνικές απαιτήσεις. Η θεματολογία τους, [...], καταλήγει σ’ έναν ακλόνητο κομφορμισμό ικανοποιώντας το αστικό και μικροαστικό κοινό των παρισινών θεάτρων. Η εμπορική επιτυχία αυτών των έργων, [...]. αποτελεί πρόκριμα για την ένταξή τους στο ρεπερτόριο και των αθηναϊκών θιάσων της belle époque».

Το απόσπασμα αναφέρεται στις κωμωδίες του γαλλικού βουλεβάρτου, οι οποίες στοχεύουν στην ικανοποίηση και ψυχαγωγία του παρισινού κοινού.

Γεωργακάκη, Κ. (2016). Η ρεαλιστική ματιά του βουλεβάρτου στη στροφή του αιώνα. Η περίπτωση του Alfred Capus. Στο Α. Γλυτζουρής, Κ. Γεωργιάδη, & Μ. Μαυρογένη (Επιμ.), Η πρώιμη υποδοχή του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού στο ελληνικό θέατρο: Πρακτικά ημερίδας (σσ. 28-47). Ρέθυμνο: Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας˙ Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών, σ. 28.

Quote Icon

«[...], το σύγχρονο ευρωπαϊκό βουλεβάρτο αποτυπώνει όλο και περισσότερο τις τρέχουσες συνθήκες της ανθρώπινης διαβίωσης, τα επίκαιρα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα και τις συχνές κοσμοϊστορικές αλλαγές που συμβαίνουν αυτή την εποχή σε διάφορες χώρες. Βεβαίως, αυτό γίνεται αρκετά επιδερμικά, καθώς, στην περίπτωση του δραματικού βουλεβάρτου, συναντούμε την ηθικολογία, τη διδαχή, την απευθείας έκφραση των προσωπικών απόψεων του συγγραφέα που απομακρύνει από τη φυσικότητα και την αληθοφάνεια, ενώ, στην περίπτωση του κωμικού βουλεβάρτου, συναντούμε το φαινόμενο της πρόκλησης του απλού γέλιου».

Το απόσπασμα αναφέρεται στο σύγχρονο ευρωπαϊκό δραματικό και κωμικό βουλεβάρτο.

Βασιλείου, Α. (2004). Εκσυγχρονισμός ή παράδοση; Το θέατρο πρόζας στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 214.

Quote Icon

«Μετά την Κατερίνα, καμία άλλη ηθοποιός δεν έπαιξε με τόση μαεστρία μπουλβάρ όσο η Καρέζη. Παίζω μπουλβάρ σημαίνει αναπαριστάνω κάθε στιγμή το προπατορικό αμάρτημα. Το μπουλβάρ έχει ως άξονα την ιστορία του Αδάμ, της Εύας και του όφεως. Μόνο η Καρέζη, μετά την Κατερίνα και την Αρώνη ήξερε να παίζει με τον όφι, να τού γλιστρά και να αποφεύγει και τη φωνή του Κυρίου. Το μπουλβάρ είναι ένα φτηνό θέατρο που πρέπει να παίζεται με μηχανές ολοταχώς. Και λίγοι είναι οι καλοί καπετάνιοι. Η Καρέζη είναι κυβερνήτης ανοιχτής θάλασσας. Από τότε που εγκατέλειψε το μπουλβάρ, ορφάνεψε το είδος στην Ελλάδα και έμεινε θεόγυμνο.»

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αναφερόμενος στον πυρήνα της πλοκής του βουλεβάρτου, που είναι πάντα τριγωνικός, καθώς και σε τρεις πρωταγωνίστριες που καθόρισαν το παίξιμο του βουλεβάρτου στην ελληνική σκηνή, την Κατερίνα Ανδρεάδη, τη Μαίρη Αρώνη και την Τζένη Καρέζη.

Γεωργουσόπουλος, Κ. (1992). Προσωπολατρία. Αθήνα: Έκτυπο, σ. 40.

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Οπτικοακουστικό υλικό

Mélo [Μελό, 1929] του Henri Bernstein, δείγμα του σοβαρού ή δραματικού βουλεβάρτου: το…

Ο Sacha Guitry [Σασά Γκιτρύ] (1885-1957), κορυφαία μορφή του γαλλικού βουλεβάρτου του μεσοπολέμου, υπέγραψε πάνω…

Η Jacqueline Maillan [Ζακλίν Μαγιάν], εμβληματική πρωταγωνίστρια του γαλλικού βουλεβάρτου, στον ρόλο της…

Η Miss Pepsi [Μις Πέπσι] της Pierrette Bruno [Πιερέτ Μπρυνό] είναι μια γνωστή επιτυχία από…

ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ - Εικονογραφικό υλικό

Η Κυβέλη στον ρόλο της Ρίτας Κανταλλίνι, από το πρόγραμμα της παράστασης Ρομάντσο [Romance] των

Το Théâtre de la Gaîté στο βουλεβάρτο du Temple, την κατ' εξοχήν λεωφόρο των παριζιάνικων…

Στιγμιότυπο με τις Μαίρη Αρώνη και Βέρα Ζαβιτσιάνου από την παράσταση Η πρόβα ή Η…

Ο ζεν πρεμιέ Charles Boyer [Σαρλ Μπουαγιέ] (1899-1978) στην ταινία Love Affair [Ερωτική υπόθεση

βασική

Brunet, B. (2005). Le théâtre de boulevard. Paris: Armand Colin.

Carlson, M. (2013). The golden age of the boulevard. Στο J. Schechter (Επιμ.). Popular theatre: A sourcebook (σσ. 22-32). London: Routledge.

Cezan, C. (1965). Πού πάει το βουλεβάρτο; Από τοπογραφικός καθορισμός κατέληξε είδος θεάματος. Απόψεις των Αντρέ Ρουσσέν, Ζαν Κω, Φελισιέν Μαρσώ, Μπιγιεντοϋ και Ζαν Βιλάρ. Θέατρο, 20 (Τ. Δραγώνας, Mετ.), 68.

Βασιλείου, Α. (2004). Εκσυγχρονισμός ή παράδοση; Το θέατρο πρόζας στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Γεωργακάκη, Κ. (2016). Η ρεαλιστική ματιά του βουλεβάρτου στη στροφή του αιώνα. Η περίπτωση του Alfred Capus. Στο Α. Γλυτζουρής, Κ. Γεωργιάδη, & Μ. Μαυρογένη (Επιμ.), Η πρώιμη υποδοχή του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού στο ελληνικό θέατρο: Πρακτικά ημερίδας (σσ. 28-47). Ρέθυμνο: Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας˙ Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών.

Γεωργοπούλου, Β. (2023). Μεσοπόλεμος: Εκλεκτικές μεταβάσεις. Στο Α. Ταμπάκη, Β. Γεωργοπούλου, Α. Αλτουβά, Κ. Διακομοπούλου (Επιμ.). (2023). Ιστορία και Δραματολογία του Νεοελληνικού Θεάτρου, 16ος-20ός αιώνας (σσ. 353-377). Αθήνα: Ανοιχτά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα Κάλλιπος.

Κοντεκάκη, Αικ. (2004), «Η Κυβέλη και η “μεταγραφή” του γαλλικού βουλεβάρτου στην Ελλάδα την περίοδο 1908-1929». Στο Κ. Γεωργακάκη (Επιμ.), Σχέσεις του νεοελληνικού θεάτρου με το ευρωπαϊκό: διαδικασίες πρόσληψης στην ιστορία της ελληνικής δραματουργίας από την Αναγέννηση ως σήμερα: Πρακτικά Β’ Πανελληνίου Θεατρολογικού Συνεδρίου, 18-21 Απριλίου 2002 (σσ. 275-280). Αθήνα: Ergo.

συμπληρωματική

Brockett, O. G., & Hildy, F. J. (2014). History of the theatre. Harlow: Pearson.

Γλυτζουρής, Α., Γεωργιάδη, Κ., & Μαυρογένη, Μ. (Επιμ.). (2016). Η πρώιμη υποδοχή του Ρεαλισμού και του Νατουραλισμού στο ελληνικό θέατρο: Πρακτικά ημερίδας. Ρέθυμνο: Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας˙ Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών.

Χατζηπανταζής, Θ. (2004). Η ελληνική κωμωδία και τα πρότυπά της στο 19ο αιώνα. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

APA

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. βουλεβάρτο. Ανακτήθηκε από https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/βουλεβάρτο

Chicago

Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. «βουλεβάρτο». Ανακτήθηκε 14 August 2026. https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/βουλεβάρτο.

MLA

«βουλεβάρτο». Θυμέλη: Το Λεξικό των Παραστατικών Τεχνών. Ανακτήθηκε 14 August 2026, https://thymele-lexicon.gr/website/lemmas/βουλεβάρτο.

1733